Σάββατο, 26 Αυγούστου 2017

Διαβάζοντας: «Εγκώμιο για τον έρωτα»



Του Alain Badiou

«Ο έρωτας είναι πράγματι μια ‘διαδικασία αλήθειας’, δηλαδή μια εμπειρία όπου ένας ορισμένος τύπος αλήθειας κατασκευάζεται. Αυτή η αλήθεια είναι πολύ απλά η αλήθεια πάνω στο Δύο. Η αλήθεια της διαφοράς ως τέτοιας. Και θεωρώ ότι ο έρωτας –αυτό που αποκαλώ η ‘σκηνή του Δύο’- είναι αυτή η εμπειρία. Υπό αυτή την έννοια κάθε έρωτας που αποδέχεται τη δοκιμασία, που αποδέχεται τη διάρκεια, που αποδέχεται ακριβώς αυτή την εμπειρία του κόσμου από τη σκοπιά της διαφοράς παράγει με τον τρόπο του μια νέα αλήθεια πάνω στη διαφορά. Για αυτό ακριβώς κάθε αληθινός έρωτας ενδιαφέρει ολόκληρη την ανθρωπότητας, όσο ταπεινός κι αν είναι φαινομενικά, όσο κρυμμένος κι αν είναι» (σελ. 51-52).

«Ερωτεύομαι σημαίνει έρχομαι αντιμέτωπος, πέρα από κάθε μοναξιά, με ότι από τον κόσμο μπορεί να εντατικοποιήσει την ύπαρξη. Μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο βλέπω, άμεσα, την πηγή της ευτυχίας που μου προσφέρει η παρουσία του άλλου δίπλα μου. Το ‘σ’ αγαπώ’ γίνεται: υπάρχεις και είσαι η πηγή της ύπαρξής μου μέσα στον κόσμο. Στο νερό αυτής της πηγής βλέπω τη χαρά μας, τη δική σου πρώτα από όλα. Βλέπω, όπως στο ποίημα του Μαλλαρμέ:
Στον κυματισμό εσύ να γίνεσαι
Η γυμνή σου αγαλλίαση» (σελ. 108)

Badiou, Alain. (2016). Εγκώμιο για τον έρωτα. (Μτφρ. Φ. Σιατίτσας & Δ. Βεργέτης). Αθήνα: Πατάκης.

Διαβάζοντας: «Τα χέρια της μητέρας»



Του Massimo Recalcati
«Επιθυμία, φαντασιώσεις και κληρονομιά της μητέρας»

«Όταν το πρόσωπο που αγαπάμε και γνωρίζουμε πολύ καλά κρύβεται, τότε σκοτεινιάζει σαν ένα ανοικτό στον κόσμο παράθυρο που ξαφνικά κλείνει, τότε το πρόσωπο του Άλλου δεν είναι πια ένας κόσμος που καθιστά δυνατό έναν άλλο κόσμο, ένας κόσμος στον κόσμο, αλλά κάτι που κλείνει τον κόσμο» (σελ. 53).

«Στην περίπτωση που το βλέμμα της μητέρας είναι απόν, δεν είναι μόνο το πρόσωπό της που σκοτεινιάζει και που από ‘ασπίδα’ ενάντια στο άγχος γίνεται αιτία του άγχους, αλλά σε αυτή την απουσία απορροφάται το ίδιο το πρόσωπο του κόσμου, αφού η δυνατότητα πρόσβασης στο άνοιγμα του κόσμου εξαρτάται από το ότι έχουμε δημιουργηθεί διαμέσου του βλέμματος και του προσώπου της μητέρας. Χωρίς αυτό το πέρασμα, που δίνει μορφή στην ύπαρξη, δεν υπάρχει δυνατότητα συνολικής αντίληψης της ομορφιάς του κόσμου, η σκιά της καταιγίδας βυθίζει την όραση στο σκοτάδι, στρεβλώνει την αντίληψη, κατακλύζοντάς τη με ένα βαθύ άγχος απέναντι σε ένα χάος το οποίο απειλεί αδυσώπητα από τη μια στιγμή στην άλλη να ξεσπάσει» (σελ. 53-54).

«Για κάθε παιδί είναι βασικό να μπορεί να βιώσει τόσο την παρουσία της μητέρας όσο και την απουσία της. Χωρίς να βιώσει την εναλλαγή της απουσίας και της παρουσίας της μητέρας, η παρουσία μπορεί να αποκτήσει καταδιωκτικά χαρακτηριστικά και να γίνει αποπνικτική, ενώ η απουσία μπορεί να προκαλέσει καταθλιπτικά βιώματα και βιώματα εγκατάλειψης» (σελ. 63).

«Η μητρική αγάπη είναι αγάπη όχι για το ιδανικό, αλλά για το πραγματικό του παιδιού, είναι αγάπη για το δικό του όνομα» (σελ. 86).

«Η ναρκισσιστική μητέρα είναι μια μητέρα πάντα σε φυγή, ιδιοσυγκρασιακά ανικανοποίητη» (σελ. 155).


Massimo Recalcati. (2017). Τα χέρια της μητέρας. Αθήνα: Κέλευθος.

Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017

Διαβάζοντας: «Όλοι φοβούνται τον έρωτα»



Της Μάρως Βαμβουνάκη


Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Ένας νέος άντρας επισκέπτεται ένα απόγευμα γνωστό και επιτυχημένο ψυχολόγο της Αθήνας. Το πρόβλημα που τον ταλαιπωρεί μοιάζει κοινό, όμως, για εκείνον εξελίσσεται σε αγχώδη εφιάλτη. Δεν μπορεί να κάνει ερωτικό δεσμό σοβαρό και διαρκείας και αυτό του προκαλεί όλο και αυξάνουσα κατάθλιψη, αυτοπεριφρόνηση, αγωνία για τον ανδρισμό του. Όλες οι ερωτικές συναντήσεις του λήγουν γρήγορα και άδοξα, χωρίς να μπορεί να καταλάβει πόσο φταίει ο ίδιος, η τύχη του, ο αινιγματικός για αυτόν ψυχισμός των γυναικών…».

«Συνηθίζουμε το παράταιρο πιο πρόθυμα από το παντελώς σωστό, το έχω προσέξει. Είμαστε τόσο παράταιροι οι ίδιοι που το άψογο μας κομπλεξάρει, έστω ασυνείδητα» (σελ. 8). 

«Δύσκολα εμπιστεύεται άλλον πλην του εαυτού του, επειδή ακριβώς δύσκολα εμπιστεύεται και τον εαυτό του τον ίδιο» (σελ. 9).

«Οι ψυχοπαθολογικές ανάγκες μάνας και γιου κατά κάποιον τρόπο ταίριαξαν. Υπήρχε ολοφάνερα μια παθολογική αντιστοιχία. Εκείνος είχε ανάγκη, αλλά και βόλεμα, να παραμένει νεαρός, εκείνη δεν ήθελε να χάσει το μικρό της, το μόνο ζωντανό της νόημα ζωής, αλλά και τον άντρα της ζωής της» (σελ. 66).


«Ελευθερία είναι να κάνεις εκείνο που φοβάσαι» (σελ. 83).

«Η δειλία συνδυάζεται είτε με αδράνεια είτε με φυγή» (σελ. 84).

«Παντού η ελεύθερη βούληση ενός ανθρώπου θα βάζει τη σφραγίδα της. Διότι οι άνθρωποι στο τέλος κάνουν μονάχα εκείνο που θέλουν περισσότερο, στην πορεία ούτε οι ίδιοι το έχουν ξεκαθαρίσει. Θαυμάζω το ακατάβλητο της βούλησης, ακόμα και όταν κανείς παραιτείται από εκείνο που θέλει, πάλι θέλημά του είναι» (σελ. 88).


«Επέλεγε να εισέρχεται στον βαρύ έρωτα από περιπτώσεις καταδικασμένες να μην ευδοκιμήσουν. Να μην προχωρήσουν στην ολοκλήρωση, στη διάρκεια, στη δέσμευσή του εν ολίγοις. Συμβαίνει σε όσους φοβούνται τον έρωτα και τη δέσμευσή του. Διαλέγουν να ερωτευτούν πρόσωπα με προβλήματα, καταστάσεις αδιέξοδες, περιπτώσεις που διαισθητικά διαφαίνονται ως απογοητευτικές, χωρίς μέλλον, ελπίζουν το ανέλπιδο, όχι να το ξεπεράσουν, αλλά να σταματήσουν ακριβώς στον τοίχο του ανέλπιδου» (σελ. 88).  

Βαμβουνάκη, Μάρω (2012). Όλοι φοβούνται τον έρωτα. Αθήνα: Εκδόσεις Αρμός.  

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Διαβάζοντας: "Ο Δρόμος της Συνάντησης"



Αν μ’ αγαπάς πραγματικά, νοιάζεσαι για μένα.

Μπορώ να κάνω ένα σωρό πράγματα για να σου εκφράσω, να σου δείξω, να σου αποδείξω, να επιβεβαιώσω ή να υποστηρίξω ότι σ’ αγαπώ, όμως, μόνο ένα πράγμα μπορώ να κάνω με την αγάπη μου, κι αυτό είναι να Σ’ ΑΓΑΠΩ, να ασχολούμαι μαζί σου, να εκδηλώνω τα συναισθήματά μου, όπως τα νιώθω. Και το πώς τα αισθάνομαι είναι ο δικός μου τρόπος να σ’ αγαπώ.

Μπορείς να το δεχτείς ή να το απορρίψεις, μπορείς να καταλάβεις τι σημαίνει ή μπορείς να το αγνοήσεις παντελώς. Αυτός, όμως, είναι ο τρόπος μου να σ’ αγαπώ, δεν έχω άλλον.
Ο καθένας έχει έναν μόνο τρόπο ν’ αγαπάει: τον δικό του.


Η αγάπη είναι ένα συναίσθημα που εγγυάται την ικανότητα να χαιρόμαστε πράγματα μαζί, κι όχι ένα μέτρο για το πόσο είμαι διατεθειμένος να υποφέρω γι σένα, ή πόσο είμαι έτοιμος να απαρνηθώ τον ίδιο μου τον εαυτό.

Σε κάθε περίπτωση, το μέτρο της αγάπης μας δεν το καθορίζει ο πόνος που μπορεί να μοιραστούμε- έστω κι αν αυτό αποτελεί μέρος της ζωής. Η αγάπη μας μετριέται και δυναμώνει ανάλογα με το πόσο ικανοί είμαστε να περπατάμε μαζί σ’ αυτόν τον δρόμο, να απολαμβάνουμε κάθε βήμα όσο γίνεται περισσότερο, και να αυξάνουμε την ικανότητά μας να χαιρόμαστε ακριβώς αυτό: το ότι είμαστε μαζί. 

Η αγάπη είναι αγάπη. Αυτό που αλλάζει είναι η σχέση, κι αυτή είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια σημασιολογική διαφορά. 


Στενή σχέση, η μεγάλη πρόκληση

Γνωρίζουμε ήδη ότι υπάρχουν διάφορες εντάσεις στις συναισθηματικές σχέσεις που δημιουργούμε με τους γύρω μας. Στο ένα άκρο είναι οι καθημερινές σχέσεις χωρίς πολλές υποχρεώσεις, υπερβολικές δεσμεύσεις ή μεγάλη σημασία, τις οποίες, αντί για συναντήσεις, προτιμώ να τις ονομάζω γενικά διασταυρώσεις. Και τις ονομάζω έτσι, γιατί έτσι λειτουργούν: οι δρόμοι ενός άνδρα και μιας γυναίκας πλησιάζουν, πλησιάζουν και πλησιάζουν, ώσπου κάποια στιγμή εφάπτονται. Την ίδια όμως στιγμή αρχίζουν να απομακρύνονται, να απομακρύνονται και να απομακρύνονται…

Στο άλλο άκρο είναι οι πιο έντονες σχέσεις, αυτές με μεγαλύτερη διάρκεια. Οι δρόμοι μας ενώνονται, και για ένα διάστημα μοιραζόμαστε το ταξίδι, συμπορευόμαστε. Αυτές τις συναντήσεις, όταν είναι βαθιές και σημαντικές, μου αρέσει να τις ονομάζω στενές σχέσεις, σχέσεις οικειότητας.

Οι στενές σχέσεις έχουν ως σημείο αναφοράς την ιδέα να ξεφύγουν από την επιφάνεια, και είναι αυτή ακριβώς η αναζήτηση του βάθους που τους δίνει τη σταθερότητα για να διατηρηθούν και να αντέξουν στον χρόνο. 

Στενή σχέση λέμε μια συναισθηματική σχέση που ξεφεύγει από την πεπατημένη γιατί ξεκινάει από μια σιωπηρή συμφωνία: ακυρώνουμε μέσα μας τον φόβο μήπως εκτεθούμε και δεσμευόμαστε να είμαστε αυτοί που είμαστε.


Αποσπάσματα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι: Ο Δρόμος της Συνάντησης (Φύλλα πορείας ΙΙ). Εκδόσεις opera, 2010.