Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Παραμένοντας μέσα μου παιδί…



Θέλω να παραμείνω, μέσα μου, παιδί, γιατί φοβάμαι να μεγαλώσω σε έναν κόσμο που πληγώνει, αδιαφορεί, περιφρονεί, σε έναν χωρίς σεβασμό και ευγένεια, χωρίς συναισθήματα και ενδιαφέρον… Όμως, αν παραμείνω παιδί από τι θέλω να γλιτώσω; 

Σίγουρα, έχουμε ανάγκη μέσα μας να διατηρήσουμε κάποια στοιχεία της παιδικής μας ηλικία, λίγη ξεγνοιασιά, λίγη αφέλεια στον τρόπο αντιμετώπισης ανώδυνων προσώπων και καταστάσεων, λίγο ρομαντισμό και λίγη ονειροπόληση. Όλα αυτά ήταν πλούσια στην παιδική μας ηλικία και σταδιακά μεγαλώνοντας είδαμε πως μας εγκαταλείπουν και τότε… αποφασίσαμε ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτά. 

Αν σκεφτούμε: πόσο εύκολο ήταν να χαθούμε μέσα στη φαντασία μας, να φτιάξουμε όμορφα σενάρια ζωής, να χαρούμε από μικροπράγματα και να ονειρευτούμε…  όταν ήμασταν παιδιά… Πόσο εύκολο ήταν να είμαστε χαρούμενοι και μη προβληματισμένοι, με μια γλυκιά άγνοια κινδύνου και μια αισιοδοξία, που κάλυπτε κάθε πονεμένη κατάσταση… όταν ήμασταν παιδιά… Πόσο εύκολα και εφικτά μας φαίνονταν όλα και πόσα όνειρα είχαμε για το μέλλον, ενώ βιαζόμασταν να μεγαλώσουμε…

Και όλα αυτά τα έχουμε ανάγκη και τώρα, όμως, όλοι γύρω μας αντιμετωπίζουν διαφορετικά, μας υπενθυμίζουν πως έχουμε μεγαλώσει, μας γεμίζουν με ενοχές και ευθύνες, με υποχρεώσεις και καθήκοντα… κι εμείς νιώθουμε πίεση και άγχος και προσπαθούμε να τα αγνοήσουμε και να συνεχίσουμε να παριστάνουμε τα παιδιά. Οι συγκρούσεις, όμως, εσωτερικά και εξωτερικά είναι πολλαπλές και αφορούν διαφορετικά επίπεδα. Έτσι, μέσα από τις διαρκείς πάλες, καταλήγουμε να μεγαλώσουμε ή να κρύβουμε ότι είμαστε ακόμη παιδιά.


Παραμένοντας παιδιά… από τι θέλουμε να γλιτώσουμε και πόσο εφικτό είναι να παραμείνουμε παιδιά;

Το να παραμείνουμε παιδιά σημαίνει ότι δεν θέλουμε να μεγαλώσουμε και να ωριμάσουμε (αν και αυτά τα δύο δεν συμβαδίζουν απαραίτητα), δεν θέλουμε να πάρουμε ευθύνες και να έχουμε υποχρεώσεις, δεν επιθυμούμε να είμαστε κύριοι του εαυτού μας… Ταυτόχρονα κερδίζουμε το να είμαστε αθώοι, ξέγνοιαστοι και χαρούμενοι, ενώ έχουμε ανθρώπους να νοιάζονται για εμάς, να μας φροντίζουν, να μας περιποιούνται, να παίρνουν αποφάσεις για εμάς, να μας προστατεύουν, καθώς εμείς δεν μπορούμε να είμαστε υπεύθυνοι για τον εαυτό μας.

Μπορούμε να παραμείνουμε μέσα μας παιδιά, αρκεί να συμβαδίζουμε με την ηλικία μας, τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες που έχουμε, τους στόχους και τα όνειρά μας. Τα στοιχεία που εμείς έχουμε κρατήσει από την παιδική μας ηλικία και τα χαρακτηριστικά εκείνης της ηλικίας μπορούν να αποτελέσουν το καταφύγιο μας, όταν συναντάμε δυσκολίες, όταν απογοητευόμαστε και θέλουμε να τα παρατήσουμε όλα, όταν πληγωνόμαστε από ανθρώπους και νιώθουμε ότι ποτέ ξανά δεν πρόκειται να εμπιστευτούμε… Σε όλες τις δύσκολες στιγμές μπορούμε να σκεφτούμε τι θα έκανε το ξέγνοιαστο και αισιόδοξο παιδί που κρύβουμε μέσα μας και επιμελώς φροντίζουμε να μην χάσουμε όλα αυτά τα χρόνια της ζωής μας.


Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος- Κοινωνιολόγος, MSc.

Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

Ο ρόλος του παραμυθιού στη σχέση ηλικιωμένων- παιδιών



Παραμύθι, ηλικιωμένοι και παιδιά


* Από Παπαδόπουλο Βαγγέλη, Κοινωνικό Λειτουργό
 

Η επικοινωνία που αναπτύσσεται ανάμεσα στους ηλικιωμένους και τα παιδιά μέσα από το παραμύθι συμβάλλει στην μείωση του χάσματος των γενεών. Το παραμύθι αποτελεί το μέσο προσέγγισης των παιδιών και βοηθά στην εδραίωση μιας καλής σχέσης και αλληλεπίδρασης ανάμεσα σε παιδιά και ηλικιωμένους. Πρόκειται για έναν τρόπο επικοινωνίας που επιτρέπει την προσέγγιση των ατόμων αυτών που ανήκουν σε διαφορετικές γενιές με αποτέλεσμα να έχουν διαφορετικές πεποιθήσεις, ιδέες, αντιλήψεις, τρόπο σκέψης και στάση ζωής.  

Τα παραμύθια δίνουν την ευκαιρία στους ηλικιωμένους να αναπολήσουν στοιχεία από την δική τους παιδική ηλικία και από τον τρόπο που οι ίδιοι μεγάλωσαν, ενώ στα παιδιά δίνεται η ευκαιρία να μάθουν πράγματα μέσα από τις διδαχές των παραμυθιών. Τα παραμύθια είναι ευχάριστα και προσφέρουν χαρά στα παιδιά, ενώ χαρά και ικανοποίηση αντλούν και οι ηλικιωμένοι μέσα από την αφήγηση. Οι ηλικιωμένοι με την ηρεμία και την γαλήνη που τους προσφέρει η ηλικία και η σοφία τους έχουν έναν μοναδικό τρόπο για αφήγηση παραμυθιών και ιστοριών. 


Τα παραμύθια είναι διαχρονικά και συμβάλλουν στην σύνδεση του παρελθόντος με το παρόν. Τα παιδιά μέσα από τα παραμύθια μαθαίνουν νέα πράγματα, διδάσκονται τις αξίες της ζωής, βλέπουν βιώματα και εμπειρίες που τα ίδια δεν έχουν ακόμη ζήσει, μαθαίνουν τις παραδόσεις και διαμορφώνουν την εθνική και πολιτιστική τους ταυτότητα. Τα παραμύθια ενισχύουν και την δημιουργικότητα και την φαντασία των παιδιών, καθώς δημιουργούν στα παιδιά εικόνες και τα βοηθούν να μπουν σε μυθικούς κόσμους. Ταυτόχρονα καλλιεργούν το πνεύμα και περνούν βαθιά μηνύματα στο παιδί.

Από την άλλη μεριά, οι ηλικιωμένοι μέσα από τα παραμύθια μπορούν να αφηγηθούν για πτυχές και τομείς της ζωής τους, μπορούν να κρατήσουν ζωντανό το παρελθόν και να το μεταβιβάσουν στα παιδιά, ενώ με τα παραμύθια νιώθουν ότι είναι ακόμη ενεργητικοί και δημιουργικοί παίζοντας ένα σημαντικό ρόλο μέσα στην κοινότητα και μέσα στην ζωή. Το παραμύθι δίνει τη δυνατότητα στον ηλικιωμένο να συνδέσει το παρελθόν του με το παρόν, να νιώσει ζωντανός μέσα από τις αφηγήσεις του, να νιώσει ότι προσφέρει στα παιδιά αλλά και ότι επικοινωνεί μαζί τους. Τα παραμύθια μπορούν να κάνουν τον ηλικιωμένο να αισθανθεί ξανά χαρά και συγκίνηση αλλά και να νιώσει ότι δίνει αγάπη. Μέσα από την αφήγηση παραμυθιών ο ηλικιωμένος βιώνει την ικανοποίηση για όλα αυτά που προσφέρει στα παιδιά. 

Το παραμύθι μπορεί να αποτελέσει έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας για παιδιά και ηλικιωμένους. Στα παιδιά αρέσει να ακούν παραμύθια, ενώ οι ηλικιωμένοι έχουν μια τάση να επενδύουν τα παραμύθια με γλυκύτητα, νοσταλγία και τρυφερότητα, που προσελκύει το ενδιαφέρον των παιδιών, αλλά ενεργοποιεί και τα συναισθήματα των παιδιών. Μέσα από την δραματοποίηση ιστοριών, τις εναλλαγές στον τόνο της φωνής και τον τρόπο αφήγησης τα παιδιά μπορούν να βιώσουν και τη συναισθηματική κατάσταση των ηρώων του παραμυθιού. Τα παραμύθια εκπαιδεύουν τα παιδιά αλλά μέσα από την αφήγηση βοηθούν και τους ηλικιωμένους να ξεπεράσουν προβλήματα που οι ίδιοι αντιμετωπίζουν.


Το παραμύθι συγκινεί και ψυχαγωγεί, ενώ μπορεί να θεωρηθεί ένα στοιχείο που συνδέει αυτές τις τόσο διαφορετικές μεταξύ τους γενιές (ηλικιωμένοι και παιδιά). Η συμβολική μορφή και ο τρόπος γραφής των παραμυθιών τα κάνει κατανοητά σε όλους, με αποτέλεσμα να είναι μια σημαντική γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα σε ηλικιωμένους και παιδιά, συμβάλλοντας ταυτόχρονα σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα, όπως είναι το γνωστικό, το κοινωνικό και το ψυχοσυναισθηματικό επίπεδο.  



Παπαδόπουλος Βαγγέλης, Κοινωνικός Λειτουργός
papevag90@yahoo.gr

«Δεν πιστεύω στους ψυχολόγους»



Κάθε φορά που το ακούω, το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό είναι «από πότε γίναμε μια ιδεολογία, που ή πιστεύεις ή δεν πιστεύεις σε αυτή;», «μήπως είμαστε καμιά αίρεση και δεν το έχω πάρει χαμπάρι;» και τώρα τι πρέπει να κάνω; «Να προσπαθήσω να βρω τρόπο να σας πείσω, ώστε να ενταχθείτε στην ιδεολογία μου;» και «Αξίζει τον κόπο να περάσει πολύτιμος χρόνος απλά για να πειστείτε ότι η ψυχολογία είναι επιστήμη;».
Και η σκέψη αυτή μπορεί να ακούγεται ειρωνική ή κυνική, αλλά το μόνο που κρύβει είναι απογοήτευση και λύπη, για τον τρόπο με τον οποίο συνεχίζουμε να σκεφτόμαστε…  Πόσα χρόνια ακόμη χρειάζονται για να ξεπεραστούν ορισμένα ταμπού…; Γιατί είναι καλύτερα να παριστάνεις ότι όλα είναι μια χαρά, παρά να παραδεχτείς ότι δεν είναι και να αρχίσεις να βλέπεις τα προβλήματα που υπάρχουν, να τα αναγνωρίσεις και να ασχοληθείς με αυτά; Είναι προτιμότερο να κοροϊδεύεις τον εαυτό σου ότι τα έχεις κάνει όλα σωστά, παρά να παραδεχτείς ότι έκανες και λάθη, για τα οποία είσαι τώρα εδώ ώστε να τα διορθώσεις, να τα αλλάξεις ή να τα ξεπεράσεις…;


Οπότε ας ξαναγνωριστούμε: Η ψυχολογία είναι μια επιστήμη, που έχει ως στόχο να μελετήσει τη συμπεριφορά, την προσωπικότητα, τις γνωστικές λειτουργίες και τα συναισθήματα του ατόμου. Ασχολείται τόσο με τον εαυτό, όσο και με τις διαπροσωπικές σχέσεις. Ασχολείται τόσο με την ψυχοπαθολογία, όσο και με τις κανονικότητες ή τα «φυσιολογικά» στοιχεία, που μπορεί να μας δυσκολεύουν ή να μας προκαλούν δυσφορία. Δεν είναι απαραίτητο να έχουμε μια σοβαρή ψυχοπαθολογία ώστε να επισκεφθούμε κάποιον ειδικό. Είναι μια ευκαιρία να γνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό μας ή να βελτιώσουμε ορισμένα στοιχεία στη συμπεριφορά μας ή στον χαρακτήρα μας. Είναι μια ευκαιρία να κάνουμε κάτι για εμάς, ξεκινώντας από το πιο απλό: να αρχίσουμε να βάζουμε ως προτεραιότητα τον εαυτό μας (πάνω σε αυτό πολύ σκέφτονται ή και σχολιάζουν: δεν θέλω να γίνω εγωιστής ή να λειτουργώ εγωκεντρικά, και τότε: καταλαβαίνουμε πόσο βαθιά επίδραση έχει μέσα στην κοινωνία μας η ανάγκη να νοιαζόμαστε και να σκεφτόμαστε τους άλλους, και με πόσο διαστρεβλωμένο τρόπο το εφαρμόζουμε).

Ο ψυχολόγος, επομένως, δεν είναι η απόδειξη ότι είμαστε τρελοί ή προβληματικοί, για αυτό καλύτερα να τον αποφύγουμε, ούτε είναι ο δικαστής, που θα μας καταδικάσει ή θα αποφασίσει τι κάναμε σωστά και τι όχι. Επίσης, ο ψυχολόγος δεν είναι μάντης, για να καταλάβει τι μας συμβαίνει χωρίς να του πούμε τίποτα, ούτε έχει ικανότητες μάγου, ώστε να μας βρει τις μαγικές λύσεις και να μας απαλλάξει από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε. Ο ψυχολόγος μπορεί να είναι απλά ο συνοδοιπόρος στο ταξίδι της γνωριμίας με τον εαυτό μας, όπου χρησιμοποιεί τις γνώσεις που έχει, δίνοντας κάποιες ερμηνείες σε αυτά που συζητάμε, ή παρουσιάζοντας κάποιες διαφορετικές οπτικές γωνίες μέσα από τις οποίες μπορεί να ειδωθεί το κάθε θέμα που μας απασχολεί. Αυτά που μας λέει δεν είναι συμβουλές ούτε οδηγίες για να τα ακολουθήσουμε. 


Ο ψυχολόγος απλά προσπαθεί να ενεργοποιήσει τη λογική ή να μας δείξει τρόπους συνεργασίας ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα. Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει ξαφνικά και ολοκληρωτικά, μέσα από μια-δυο συνεδρίες μαζί του. Αν σε όλη μας τη ζωή είχαμε μάθει να λειτουργούμε με έναν συγκεκριμένο τρόπο, δεν μπορούμε τώρα ξαφνικά να αλλάξουμε τελείως… Μπορούμε σταδιακά να αλλάξουμε αυτά που μας ενοχλούν, αυτά που μας δυσκολεύουν, αυτά που εμείς έχουμε επιλέξει ότι θέλουμε να αλλάξουμε, εκπαιδεύοντας τον εαυτό μας να σκέφτεται, να λειτουργεί και να επεξεργάζεται τα συναισθήματα διαφορετικά. Μπορούμε να βιώσουμε σταδιακά αλλαγές μέσα από την καλύτερη γνωριμία του εαυτού μας, των συναισθημάτων και των σκέψεών μας. 

Ο ψυχολόγος μπορεί να αποτελέσει το πρόσωπο που θα μας βοηθήσει σε αυτή τη διαδικασία, σε αυτή την πορεία που έχουμε αποφασίσει να ακολουθήσουμε ώστε να φτάσουμε στην επίτευξη κάποιων σημαντικών για εμάς στόχων. Ο ψυχολόγος θα μπορούσε να είναι ο συνταξιδιώτης μας στο συναισθηματικό ταξίδι, έτσι ώστε παρέα να δούμε πως νιώθουμε, πως σκεφτόμαστε, τι προκαλούμε στον εαυτό μας, πώς έχουμε διαμορφώσει τις σχέσεις μας, γιατί νιώθουμε έτσι, τι μπορούμε να αλλάξουμε και τι θέλουμε να αλλάξουμε. Ο ψυχολόγος δεν παίρνει αποφάσεις για εμάς, ούτε γίνεται ο γονιός που θα μας χαϊδεύει τα αυτιά και θα μας λέει πόσο τέλεια τα κάνουμε όλα. Είναι το πρόσωπο, που σταδιακά μπορεί να μας φέρει αντιμέτωπους με αλήθειες του εαυτού μας, με δικές μας αλήθειες, που θεωρούσαμε ότι ποτέ δεν θα μπορούσαμε να αντιμετωπίσουμε.

Η δουλειά, τα συμπεράσματα και οι αποφάσεις ανήκουν μόνο σε εμάς. Αν δεν θέλουμε να δούμε αλήθειες του εαυτού μας, αν δεν θέλουμε να πάμε πιο βαθιά, ο ψυχολόγος δεν έχει μαγικά ραβδιά για να το καταφέρει, παρά μόνο τη σταθερή παρουσία του, τη δόμηση εμπιστοσύνης και τη δημιουργία ενός κλίματος μέσα στο οποίο θα αισθανόμαστε άνετα.


Σε όλο αυτό το συναισθηματικό ταξίδι είναι σημαντικό να επιλέξουμε τον συνταξιδιώτη που μας ταιριάζει. Οπότε είναι σημαντικό να υπάρχει συμπάθεια, εμπιστοσύνη, ασφάλεια, ειλικρίνεια. Σκεφτείτε να ταξιδεύετε με κάποιον που δεν συμπαθείτε, που δεν νιώθετε ασφαλείς, που δεν θα προκαλεί σταθερότητα, που δεν μπορείτε να εμπιστευθείτε, που σας δημιουργεί αρνητικά συναισθήματα, που δεν μπορείτε να εκφράσετε άνετα και με ειλικρίνεια αυτά που νιώθετε… Επομένως, είναι σημαντικό να επιλέξουμε το πρόσωπο που θα μας εμπνεύσει για αυτό το ταξίδι… (είναι σημαντικό να έχει γνώσεις και κατάρτιση, αλλά εξίσου σημαντικό είναι να είναι ανθρώπινος και να νιώθουμε ότι μπορούμε να ανοιχτούμε). Μέσα από τις πρώτες συναντήσεις και δίνοντας λίγο χρόνο στον εαυτό μας ώστε να εξοικειωθεί μπορούμε να δούμε πόσο μας ταιριάζει το συγκεκριμένο πρόσωπο για να είναι ο ψυχολόγος που θα κάνουμε παρέα το συναισθηματικό ταξίδι του εαυτού μας…


Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος- Κοινωνιολόγος, MSc.

Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

Ψηφιδωτός εαυτός: Είμαστε όλοι κομμάτια- κομμάτια

«Είμαστε όλοι κομμάτια- κομμάτια και η συναρμογή μας είναι τόσο άμορφη και πολυποίκιλη, ώστε κάθε τμήμα, κάθε στιγμή, παίζει το δικό του παιχνίδι. Και βρίσκεται τόση διαφορά ανάμεσα σ’ εμάς και στους εαυτούς μας, όσο ανάμεσα σ’ εμάς και στους άλλους».
Michel Eyquem de Montaigne

Είμαστε όλοι κομμάτια- κομμάτια… Αυτά τα κομμάτια θα πρέπει να συναρμολογήσεις για να μπορέσεις να αντικρίσεις τον ψηφιδωτό εαυτό σου… Δεν είναι όμως σταθερός και ακέραιος, γιατί κάθε στιγμή κάθε κομμάτι του ψηφιδωτού μπορεί να φύγει, να αλλάξει ή να αλλοιωθεί, με αποτέλεσμα να αλλάζει τελείως όλη η όψη του ψηφιδωτού εαυτού. 

Σε όλη σου τη ζωή καλείσαι να ασχοληθείς με τα κομμάτια του ψηφιδωτού… να τα προσέχεις, να τα φροντίζεις, να τα τακτοποιείς…  ώστε να μπορείς να νιώθεις μια ψυχική ευφορία και ισορροπία… 

Για να μπορέσεις να έχεις γνώση όλων αυτών των κομματιών, που αποτελούν τον εαυτό σου, είναι σημαντικό να ασχολείσαι μαζί τους. Πρόκειται για μια δύσκολη και χρονοβόρα διαδικασία, στην οποία συχνά συναντάς εμπόδια. Πόσες φορές δεν ήρθες αντιμέτωπος με κομμάτια που δύσκολα τα διέκρινες ή με κομμάτια που δεν μπορούσες να τα βρεις, ενώ ήξερες ότι κάπου εδώ βρίσκονται και ότι σου ανήκουν; Πόσες φορές δεν χρειάστηκε να παλέψεις για κομμάτια που θεωρούσες δεδομένα και πίστευες ότι ποτέ δεν θα σ’ εγκαταλείψουν; Και όλα αυτά τα κομμάτια ήξερες ότι είναι δικά σου… 

Όταν πάψεις να θεωρείς δεδομένα τα κομμάτια του εαυτού σου και αρχίσεις να τα παρατηρείς θα καταλάβεις ότι αυτά διαρκώς αλλάζουν, μεταμορφώνονται, χάνονται ή έρχονται στην επιφάνεια, γίνονται πιο ισχυρά ή ανίσχυρα, πιο βοηθητικά ή πιο συγκρουσιακά… και όλα αυτά συνιστούν ένα ψηφιδωτό, που μόνο εσύ μπορείς να το φτιάξεις όπως θέλεις… Ξεκινά, όμως, από την παρατήρηση: πώς είναι αυτό το ψηφιδωτό; Τι χρώματα έχει; Ποια είναι πιο έντονα και ποια αχνοφαίνονται; Ποια είναι πιο σημαντικά για εσάς και ποια λιγότερο σημαντικά; Ποια θα θέλατε να υπάρχουν και ποια θα θέλατε να τα εξαφανίσετε για πάντα; 

Ότι και να θέλετε… ότι και να ονειρεύεστε και να επιθυμείτε για όλα αυτά τα κομμάτια του εαυτού, το πιο σημαντικό είναι πώς θα μπορέσετε να τα γνωρίσετε όλα, να τα αποδεχτείτε και να ζήσετε με αυτά… εξασφαλίζοντας μια όσο το δυνατόν πιο αρμονική ψηφιδωτή εικόνα…

Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος- Κοινωνιολόγος, MSc.   

«Δεν σ’ εμπιστεύομαι και δε θέλω να μου δείχνεις εμπιστοσύνη»



«Για να διατηρήσω το ενδιαφέρον του άλλου, δεν θα πρέπει να του δείχνω εμπιστοσύνη, αλλά ούτε αυτός πρέπει να με εμπιστεύεται».


Πολλές φορές αναρωτιέσαι γιατί επιλέγεις τον πιο δύσκολο ή περίπλοκο δρόμο για να ερμηνεύσεις τα πράγματα ή να προσεγγίσεις μια κατάσταση. Η αλήθεια είναι ότι στο θέμα των στενών διαπροσωπικών σχέσεων, όπου τα συναισθήματα λειτουργούν σαν ένας παραμορφωτικός φακός, πολύ συχνά τείνουμε να βλέπουμε την πραγματικότητα αρκετά αλλοιωμένη και να δυσκολεύουμε τον εαυτό μας και τον άνθρωπο που έχουμε επιλέξει.

Η εμπιστοσύνη σε θεωρητικό επίπεδο θα σκεφτόμασταν ότι είναι απαραίτητη για να αναπτυχθεί και να εδραιωθεί, αλλά και για να εξελιχθεί μια σχέση. Μήπως, όμως, κάποιες φορές θεωρούμε ότι το να μη δείχνουμε το ενδιαφέρον μας στον άλλο είναι ένας τρόπος να τον κρατάμε κοντά μας; Και μπορεί με βάση τη λογική μας αυτή τη στιγμή να σκεφτόμαστε ότι δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Ωστόσο, θα πρέπει να δούμε πως λειτουργούμε μέσα σε μια σχέση και πόσες διαστρεβλωμένες απόψεις χρησιμοποιούμε κατά την αλληλεπίδρασή μας με τον σημαντικό Άλλο, που δεν θέλουμε να χάσουμε ή να απογοητεύσουμε… 

Αν ταυτίζουμε την εμπιστοσύνη με την απουσία ενδιαφέροντος σε μια σχέση θα πρέπει να επανεξετάσουμε τη σκέψη αυτή. Τι σημαίνει εμπιστοσύνη και πόσο σημαντικό είναι για εμάς να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη του άλλου και να κερδίσεις και αυτός τη δική μας εμπιστοσύνη; Μήπως τείνουμε να ταυτίζουμε την εμπιστοσύνη με το να θεωρούμε δεδομένο τον άλλο μέσα στη σχέση ή γενικότερα να θεωρούμε δεδομένη τη σχέση; Μήπως ταυτίζουμε την εμπιστοσύνη με την αποτελμάτωση ή τη φθορά της σχέσης; Μήπως το να δείχνουμε εμπιστοσύνη στον άλλο ή το να μας δείχνει εμπιστοσύνη ο άλλος μας φορτώνει με ευθύνες και υποχρεώσεις για αυτή τη σχέση; Μήπως θεωρούμε ότι η δόμηση της εμπιστοσύνης κάνει τη σχέση πιο σοβαρή και κινδυνεύουμε να δεθούμε;


Όλα τα παραπάνω αποτελούν στοιχεία απαραίτητα σε μια σχέση: έχουμε ανάγκη να υπάρχει εμπιστοσύνη, να υπάρχει κάλυψη των αναγκών και των υποχρεώσεων, να υπάρχει συναισθηματική επένδυση και βαθύτεροι δεσμοί. Όλα αυτά, όμως, προϋποθέτουν ότι εμείς νιώθουμε άνετα μέσα σε αυτή τη σχέση και επιθυμούμε να εξελιχθεί αυτή η σχέση, να γνωριστούμε σε ένα βαθύτερο επίπεδο με τον άλλο και να αναπτύξουμε ισχυρούς δεσμούς. 

Αν όλα αυτά μας προκαλούν άγχος και νιώθουμε ότι μας πνίγουν είναι πιο πιθανό να αναζητούμε σχέσεις, χωρίς εμπιστοσύνη, χωρίς ευθύνες και υποχρεώσεις, χωρίς συναισθηματική επένδυση… και για να νιώσουμε πιο «ασφαλείς» δεν θέλουμε ούτε ο άλλος να μας δείχνει εμπιστοσύνη, δεν θέλουμε να περιμένει περισσότερα από αυτή τη σχέση. Στο μυαλό μας μπορεί να επιλέγουμε να κάνουμε σχέσεις που σύντομα έχουν μια ημερομηνία λήξης. Για ποιο λόγο, λοιπόν, να ασχοληθούμε με την ανάπτυξη της εμπιστοσύνης μέσα σε μια σχέση που θεωρούμε ότι δεν θα κρατήσει για πολύ;

Εμπιστοσύνη σημαίνει σχέση και μια σοβαρή ανάληψη της ευθύνης απέναντι στον άλλο, αλλά και στον ίδιο τον εαυτό. Πρόκειται για ένα αναγκαίο στοιχείο για την εξέλιξη μιας σχέσης και τη δόμηση ενός δεσμού. Εμπιστεύομαι σημαίνει πως έχω ελπίδες και προσδοκίες και πιστεύω πως δεν θα διαψευστούν. Ταυτόχρονα, όμως, μέσα από την αλληλεπίδραση επιβεβαιώνονται αυτές οι προσδοκίες και διαψεύδονται βαθύτεροι φόβοι και ανησυχίες που έχουμε. Η εμπιστοσύνη απαιτεί μια διαρκή προσπάθεια, αρκεί να θέλουμε να την αναζητήσουμε και να την προσφέρουμε, αρκεί να θέλουμε μια βαθιά και ουσιαστική σχέση…


Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος- Κοινωνιολόγος, MSc.