Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Αν μ’ αγαπούσες…



Πολλές φορές μου περνά αστραπιαία από το μυαλό πως θα ήταν τα πράγματα αν μ’ αγαπούσες… πόσο διαφορετικός θα μου φαινόταν ο κόσμος γύρω μου και πόση αγαλλίαση θα ένιωθα στην ψυχή μου…; 

Μόνο αστραπιαία αντέχω να το σκεφτώ, γιατί δεν θέλω να συνειδητοποιήσω ότι δεν υπάρχει αυτή η αγάπη, ότι είναι απλά μια πλάνη του μυαλού μου και τίποτα άλλο… Ήταν η δική μου επιθυμία, να μ’ αγαπάς, να θέλεις να μ’ αγαπάς και να μ’ αφήσεις να σ’ αγαπώ κι εγώ… Όμως, τίποτα δεν υπάρχει από αυτή την αγάπη και δεν ξέρω ούτε αν υπήρξε ποτέ. Το μόνο που τώρα μου απομένει είναι να σκεφτώ έστω για λιγάκι: αν μ’ αγαπούσες… 

Κανείς δεν μπορεί να μου πάρει αυτό το όνειρο, αυτή τη νοσταλγική και μακρινή αίσθηση της αγάπης που κάποτε ένιωσα και το μόνο που απέμεινε στο παρόν είναι: πώς θα ήταν το παρόν αν υπήρχε ακόμη η αγάπη σου; 

Μπορώ ακόμη και τώρα να σκεφθώ, να αισθανθώ και να ονειρευτώ: πώς θα ήταν όλα, αν μ’ αγαπούσες…;

Αν μ’ αγαπούσες… όλα θα ήταν τόσο διαφορετικά. Κι εγώ θα ήμουν τελείως διαφορετική, πιο ανοιχτή, πιο χαλαρή, πιο δεκτική… πιο αισιόδοξη και πιο ονειροπόλα. 

Αν μ’ αγαπούσες… ο κόσμος όλος θα ήταν πιο όμορφος, πιο υποφερτός, πιο μαγικός… και όλα όσα ζούσα μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο θα ήταν μοναδικά και ξεχωριστά… 

Αν μ’ αγαπούσες… και μ’ άφηνες να σ’ αγαπώ κι εγώ, τώρα η ζωή θα είχε πάρει μια διαφορετική πορεία…


Αν, θα, τότε… πόσο απόμακρα και ιδανικά είναι όλα αυτά, πόσο μακρινά φαντάζουν πια. Αν ήταν να μ’ αγαπήσεις και να μπορώ κι εγώ να σου εκφράσω την αγάπη μου θα είχε γίνει, τώρα… τίποτα από όλα αυτά δεν έχει σημασία. Η αγάπη μπορεί να είναι παντοτινή, μοναδική, διαφορετική, ζεστή και απαραίτητη, όμως, δεν την αφήσαμε να ανθίσει, να εξελιχθεί. Αν μ’ αγαπούσες και αν κι εγώ σ’ αγαπούσα θα ήμασταν μαζί. Όλα αυτά στο παρελθόν, τότε… που ζούσα με υποθέσεις, με εικασίες, αναμένοντας, τότε… που πίστευα ότι αξίζει να περιμένεις, να δίνεις ευκαιρίες, να προσδοκάς, να ονειρεύεσαι. Όλα αυτά είναι παρελθόν και η αγάπη που δεν εξελίχθηκε κι αυτή παρελθόν είναι και στο παρόν μένει μόνο ένα γιατί; Γιατί δεν μ’ αγάπησες; Γιατί δεν έγιναν όλα διαφορετικά; Γιατί δεν ήσουν αυτό που ονειρεύτηκα; Γιατί τα λόγια δεν έγιναν πράξεις; Γιατί;

Δεν μπορείς να ζεις παντοτινά με τα γιατί, ούτε με τις ελπίδες για κάτι ανύπαρκτο… Δεν αρκούν τα λόγια για να το φανταστείς, για να επενδύσεις, για να ζήσεις…

Αν μ’ αγαπούσες όλα αυτά θα ήταν αληθινά, τώρα, όμως δεν υπάρχει τίποτα…

Και η ζωή συνεχίζεται… κι εγώ συνεχίζω χωρίς να αναρωτιέμαι «πώς θα ήταν ο κόσμος αν μ’ αγαπούσες;». Βυθίστηκαν όλες αυτές οι σκέψεις σε μια παντοτινή σιωπή… ούτε προς τον εαυτό μου δεν τολμώ να ρωτήσω: πώς θα ήταν η ζωή μου, πώς θα ήμουν εγώ αν μ’ αγαπούσες κι αν μπορούσα κι εγώ να σου δείξω όλα όσα νιώθω;

Τι νόημα έχει να δομείς το παρόν πάνω σε τόσο αβέβαιες βάσεις, σε ανύπαρκτα συναισθήματα που καλλιεργήθηκαν στη φαντασία και τράφηκαν από την ανάγκη που είχα να μ’ αγαπάς και από την ανάγκη που είχα κι εγώ να σ’ αγαπώ; Τι νόημα έχει να κάνω υποθέσεις για κάτι που αξίζει μόνο να το ζήσεις απλά, ειλικρινά και αληθινά;

Αγάπα με… Μη μ' αγαπάς...



Τι γίνεται όταν ζητάμε από κάποιον να μας αγαπήσεις, ενώ ταυτόχρονα πιστεύουμε ότι η αγάπη συνοδεύεται πάντα από εγκατάλειψη; Ζητάμε να αγαπηθούμε, ενώ την ίδια στιγμή φοβόμαστε να αγαπηθούμε. Χωρίς να το συνειδητοποιούμε σε μη λεκτικό επίπεδο μπορεί να ζητάμε να μην αγαπηθούμε. Και καταλήγουμε να μας φαίνεται ανεπαρκής η οποιαδήποτε προσπάθεια κι αν γίνεται από την άλλη πλευρά.

«Για να μπορεί μια τέτοια συμπεριφορά να διατηρείται και να ενισχύεται, θα χρειαστεί να έχει μια λειτουργία όχι μόνο σε σχέση με το παρελθόν του ενός από τους πρωταγωνιστές, αλλά και με το σύστημα του ζευγαριού στο σύνολό του. τα παρελθόντα στοιχεία δεν επιφέρουν αυτόματα την επανάληψη ή την ενίσχυση μιας συμπεριφοράς, αυτές δεν εμφανίζονται παρά μόνο εάν, πέρα από τη λειτουργία τους σε μια προσωπική οικονομία, τα ιστορικά στοιχεία κάνουν το σύντροφο να επαναπαύεται στις κοσμοκατασκευές του και παίζουν κάποιο ρόλο σε έναν ευρύτερο συστημικό περίγυρο. Στα ζευγάρια, η κίνηση αυτή είναι αμφίδρομη και οι διπλές δεσμεύσεις είναι αμοιβαίες» (Μονί Ελκάιμ, 1991: 21).


Μια κατάσταση διπλής δέσμευσης περιλαμβάνει τα εξής χαρακτηριστικά:
«Το άτομο συμμετέχει σε μια έντονη σχέση, στα πλαίσια της οποίας είναι για αυτό ζωτικής σημασίας να προσδιορίσει με ακρίβεια τον τύπο του μηνύματος που του έχει ανακοινωθεί, έτσι ώστε να μπορέσει να απαντήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Έχει εμπλακεί σε μια κατάσταση όπου ο άλλος εκπέμπει δύο αντιφατικά είδη μηνυμάτων. Είναι ανίκανος να σχολιάσει τα μηνύματα που του έχουν μεταδοθεί, και δεν μπορεί να αναγνωρίσει ποιου τύπου είναι αυτό στο οποίο πρέπει να απαντήσει, με άλλα λόγια δεν μπορεί να εκφέρει μια μετεπικοινωνιακή πρόταση» (Μονί Ελκάιμ, 1991: 26). 

Η διπλή δέσμευση αφορά δηλαδή τα αντιφατικά μηνύματα που δίνει ένα άτομο, όπου άλλα λέει με τα λόγια του και άλλα δείχνει με τη γλώσσα του σώματος. Τα λόγια μπορεί να λένε: «Έλα κοντά μου», αλλά η γλώσσα του σώματος να φωνάζει: «Απομακρύνσου». Σε μια τέτοια περίπτωση, το άτομο μπορεί να πλησιάσει το άτομο που το καλεί μόνο βρίσκοντας μια αφορμή, εκφράζοντας μια άρνηση ταυτόχρονα του γεγονότος ότι έχει πλησιάσει. 
 
«Φοβάμαι την εγκατάλειψη. Φοβάμαι να προσκολληθώ».

Ένα άτομο που από τη μια νιώθει τον φόβο ότι θα τον εγκαταλείψουν, αλλά ταυτόχρονα δεν θέλει και να αναπτύξει έναν συναισθηματικό δεσμό δίνει διαρκώς αντιφατικά μηνύματα στον σύντροφό του. Όταν ο άλλος προσπαθεί να τον πλησιάσει μπορεί να υποβαθμίζει την κίνηση του άλλου, υπενθυμίζοντας στον άλλο μια σειρά από γεγονότα που του επέτρεπαν να μην έχει εμπιστοσύνη στη γνησιότητα της χειρονομίας του. Ουσιαστικά, το άτομο βρίσκεται παγιδευμένο μέσα σε μια διπλή κατάσταση: θέλει το άλλο άτομο μέσα στη σχέση να είναι πιο τρυφερό, δεν μπορεί όμως να υποφέρει κινήσεις που ενέχουν τρυφερότητα. Ζητά δηλαδή κάτι που ταυτόχρονα του δημιουργεί ένα αίσθημα αποστροφής και απομάκρυνσης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, αυτά τα δύο άτομα να προσπαθούν να συνυπάρξουν ενώ ο καθένας είναι κλεισμένος στον εαυτό του γιατί νιώθει ότι δεν γίνονται αντιληπτές και δεν ικανοποιούνται οι ανάγκες του από την άλλη πλευρά (Μονί Ελκάιμ, 1991).


Μονί Ελκάιμ. (1991). Αν μ’ αγαπάς, μη μ’ αγαπάς. Αθήνα: Κέδρος.

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Πώς καθορίζουμε τα συναισθηματικά όρια;



«Η ανάπτυξη των συναισθηματικών ορίων και του εαυτού μας συμβαδίζουν. Τα αδύναμα όρια ισοδυναμούν με αδύναμη εικόνα του εαυτού μας. Μια υγιής εικόνα του εαυτού μας συνεπάγεται υγιή όρια. Όρια στα οποία δεν λαμβάνεται υπόψη ο εαυτός μας είναι σαν ένα τρύπιο μπαλόνι που σωριάζεται επειδή δεν έχει τίποτα μέσα του. Ο εαυτός μας δίχως όρια είναι σαν τον αέρα χωρίς το μπαλόνι: όμορφος, ασχημάτιστος και σκόρπιος» (σ. 151).

Άτομα που έχουν βιώσει κακομεταχείριση, παραμέληση και αδιαφορία μέσα στο οικογενειακό τους περιβάλλον είναι πιθανό να το αντέξουν με το να παραιτηθούν από κάθε προσπάθεια. Προσπαθώντας συνειδητά να μην ξεχωρίζουν, μπορεί να κάνουν τον εαυτό τους αόρατο. Ακόμη, μπορεί να αναπτύξουν την αίσθηση ότι οτιδήποτε τους ανήκει δεν είναι ασφαλές ή αποκλειστικά δικό τους, με αποτέλεσμα να μαθαίνουν να μην προσδοκούν πολλά.

Αν, καθώς μεγαλώνουμε, λαμβάνουμε μηνύματα πως δεν έχουμε κανένα δικαίωμα ατομικής ζωής, πως δεν έχουμε οντότητα τότε θα πρέπει να αρχίσουμε από αυτό. Αυτό δείχνει μια έλλειψη από συναισθηματικά όρια, τα οποία καθορίζουν το εγώ μας. Κάθε επίθεση που δεχόμαστε στα όριά μας απειλεί το εγώ μας και καταστρέφει τη μοναδικότητά μας. Η μοναδικότητα καθορίζεται από ένα σύμπλεγμα σκέψεων, συναισθημάτων, αξιών, επιθυμιών και προοπτικών που δεν υπάρχει ακριβώς όμοιο. Τα συναισθηματικά όρια συμβάλουν στην προστασία αυτού του συμπλέγματος. 

Πώς μπορούμε να ενδυναμώσουμε τα συναισθηματικά μας όρια; Αυτό που ενδυναμώνει τα συναισθηματικά μας όρια είναι «το δικαίωμα να λέμε όχι και η ελευθερία να λέμε ναι, ο σεβασμός των αισθημάτων μας, η στήριξη για την προσωπική εξέλιξή μας, η αποδοχή της διαφορετικότητάς μας, η εξύψωση της μοναδικότητάς μας, το δικαίωμα της έκφρασης» (σ. 134).

Τι βλάπτει τα συναισθηματικά μας όρια; «Η γελοιοποίηση, η περιφρόνηση, ο σαρκασμός, ο εξευτελισμός, η καταφρόνια, τα υποτιμητικά συναισθήματα, η άρνηση της επικοινωνίας, η επιμονή στην υποταγή, η αυθαιρεσία, η ανάγκη της επιβολής, οι σκληρές επικρίσεις, η οποιαδήποτε μορφή κατάχρησης, η εγκατάλειψη, οι απειλές, η ανασφάλεια» (σ. 134).

«Τα ξεκάθαρα όρια διατηρούν την ατομικότητα και την οντότητά σας. Είστε ένα άτομο, ξεχωριστό, διαφορετικό και μοναδικό. Η προσωπική σας ιστορία, οι εμπειρίες, η προσωπικότητα, τα ενδιαφέροντα, οι προτιμήσεις και οι απέχθειες, οι αντιλήψεις, οι αξίες, οι προτεραιότητες, οι ικανότητές σας- αυτός ο μοναδικός συνδυασμός σας καθορίζει ως άτομο ξεχωριστό από τους άλλους» (σ. 135).

Όταν μοιραζόμαστε τον εαυτό μας με ειλικρίνεια, όταν αποκαλύπτουμε τις σκέψεις και τις αντιδράσεις μας, προσδιορίζουμε τον συναισθηματικό μας εαυτό. Όσο πιο συχνά απαρνιόμαστε τον εαυτό μας τόσο πιο πολύ αποδυναμώνονται τα συναισθηματικά μας όρια. Μπορεί να φαίνεται ασφαλές να απαρνιόμαστε τον εαυτό μας, ωστόσο, μακροπρόθεσμα έχει αρνητικές επιπτώσεις στον καθορισμό του εαυτού μας και των συναισθηματικών μας ορίων. 

Όλες οι σχέσεις έχουν όρια ή τουλάχιστον όλες οι σχέσεις θα πρέπει να έχουν όρια. Τα όρια μας δείχνουν πως ορισμένες συμπεριφορές δεν ταιριάζουν στο πλαίσιο συγκεκριμένων σχέσεων. Ακόμη και οι πιο οικείες σχέσεις έχουν ανάγκη από τον καθορισμό των ορίων. Τα παιδιά μπορούν να γνωρίζουν τα όριά τους, μόνο αν τους επιτραπεί να έχουν όρια. Μεγαλώνοντας θα πρέπει να κατανοήσουμε την ανάγκη να έχουμε όρια σε όλες τις σχέσεις μας, μαθαίνοντας να προσδιορίζουμε τι είναι αυτό που θέλουμε και τι προσδοκούμε. Τα όρια είναι απαραίτητα για να επικοινωνούμε με τους άλλους δομώντας υγιείς σχέσεις.


Anne Katherine. (2004). Όρια: που τελειώνεις εσύ και αρχίζω εγώ. Αθήνα: Εκδόσεις Φυτράκη.

Τα όρια στις σχέσεις μας…



Βάζουμε όρια; Ποια είναι τα όρια και τι σημαίνει βάζω όρια;


Σύμφωνα με την Anne Katherine (2004: 17-18), «το όριο είναι η γραμμή ή το σύνορο που σας διαχωρίζει ως οντότητα από τους άλλους». «Η ακεραιότητα του φυσικού ορίου προστατεύει τη ζωή». Ένα φυσικό όριο του σώματός μας είναι το δέρμα μας, ενώ ένα ακόμη όριό μας εκτείνεται πέρα από το δέρμα μας, που γίνεται αντιληπτό όταν κάποιος έρχεται πάρα πολύ κοντά μας. Πρόκειται για έναν αόρατο κύκλο που διαγράφουμε γύρω μας και τον τηρούμε έτσι ώστε να νιώθουμε ευεξία και άνεση. Τα όρια αυτά είναι ατομική μας υπόθεση και είναι αρκετά ρευστά, ενώ εξαρτάται και από το πρόσωπο που έχουμε απέναντί μας. Τα φυσικά όρια είναι πιο εύκολο να τα αντιληφθούμε. Ωστόσο, εκτός από τα φυσικά όρια, έχουμε και συναισθηματικά, πνευματικά, σεξουαλικά και διαπροσωπικά όρια. 

«Βάζουμε όρια στις αποστάσεις μας από τους άλλους. Μέσα σ’ αυτά τα όρια κατοικεί το εγώ μας, αυτό που μας διαφοροποιεί και μας ξεχωρίζει από τους άλλους» (σ. 19).
Εστιάζοντας στα συναισθηματικά όρια πώς θα μπορούσαμε να τα καθορίσουμε; «Έχουμε απόλυτα προσωπικά και ξεχωριστά συναισθήματα και αντιδράσεις. Καθένας μας αντιδρά με το δικό του τρόπο στα εξωτερικά ερεθίσματα με βάση τις προσωπικές του αντιλήψεις, τη δική του πορεία και εμπειρία, τις αξίες του, τους στόχους και τα ενδιαφέροντά του. 


Ενδέχεται να βρούμε κι άλλους συνανθρώπους μας οι οποίοι σκέφτονται και αντιδρούν παρόμοια με εμάς, ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να αντιδρά όπως εμείς» (σ. 19).

Τα όρια είναι απαραίτητα στη ζωή μας, καθώς βάζουν κάποια τάξη στη ζωή μας, μας βοηθούν να δομήσουμε μια πιο ξεκάθαρη εικόνα για τον εαυτό και τις σχέσεις μας με τους άλλους, μας βοηθούν να κατανοήσουμε τις δικές μας ανάγκες και να καθορίσουμε πως θέλουμε να συμπεριφέρονται οι άλλοι απέναντί μας. «Θέτοντας σωστά όρια, νιώθουμε ένα υπέροχο συναίσθημα ασφάλειας, το οποίο μας διαβεβαιώνει πως είμαστε σε θέση και μπορούμε να προστατεύσουμε τον εαυτό μας από την άγνοια, τη μνησικακία ή την απερισκεψία των άλλων» (σ. 22).

Ο καθορισμός των ορίων ξεκινάει από τη νηπιακή ηλικία, όπου τα παιδιά μαθαίνουν να ξεχωρίζουν τον εαυτό τους από τους άλλους, να αποκτούν επίγνωση του εαυτού και να διακρίνουν τη μοναδικότητα της οντότητάς τους. Ένας απτός τρόπος για να καθορίσουμε τα όρια είναι να μάθουμε μέσω του αγγίγματος το που αρχίζουμε και που τελειώνουμε. Μέσω του αγγίγματος αποκτούμε την πρώτη αίσθηση του εαυτού μας. Τα χάδια και οι αγκαλιές μας δείχνουν που ανήκουμε και ότι όντως ανήκουμε κάπου και σε κάποιον. 

«Όπως κάθε φράχτης, έτσι και τα όρια χρειάζονται συντήρηση. Ορισμένοι άνθρωποι είναι σαν τον κισσό. Προσπαθούν συνεχώς να αναρριχηθούν πάνω ή μέσα από τον φράχτη σας. Είναι πράγματι ενοχλητικό, και, αν επιτρέψουμε σε τέτοιους ανθρώπους να παραμείνουν στη ζωή μας, οφείλουμε συνεχώς να τους κλαδεύουμε για να απαλλασσόμαστε από τις ενοχλητικές τους φύτρες» (σ. 26).


Τα όρια μας προσδιορίζονται μέσα από τον καθορισμό του εαυτού μας: ποιοι πραγματικά είμαστε; Τι αγαπάμε; Τι μισούμε; Τι προτιμούμε; Τι πιστεύουμε; Τι μας ελκύει; Τι μας απωθεί; Ποιες είναι οι αξίες και οι σκέψεις μας; Τα όρια είναι ορατά και αόρατα. Τα ορατά όρια είναι κυρίως τα σωματικά όρια, που αφορούν το να επιλέγουμε το ποιος, πως και που θέλουμε να μας αγγίζει, καθώς και το πόσο κοντά θα επιτρέψουμε τους άλλους να μας πλησιάζουν. Τα αόρατα όρια είναι κυρίως τα συναισθηματικά όρια, που αναφέρονται στο να επιλέγουμε το πώς θα επιτρέψουμε στους άλλους να μας συμπεριφέρονται και το τι θα επιτρέπουμε να μας λένε οι άλλοι. 

«Μαθαίνουμε τα συναισθηματικά μας όρια μέσα από τις αντιδράσεις που δεχόμαστε. Όταν τα συναισθήματά μας αντιμετωπίζονται με αποδοκιμασία, σκληρότητα ή περιφρονητικά μηνύματα, μαθαίνουμε να τα καταπιέζουμε, να αποσυνδεόμαστε από αυτά και να παραγνωρίζουμε την πολύτιμη πληροφόρηση που μας παρέχουν» (σ.51). Για να αναπτύξουμε σωστά τα όριά μας, θα πρέπει να μάθουμε να αναγνωρίζουμε και να συνδεόμαστε με τα συναισθήματά μας. 

«Αν, καθώς μεγαλώνουμε, οι άνθρωποι γύρω μας είναι πολύ αποστασιοποιημένοι από εμάς συναισθηματικά, αναπτυσσόμαστε σαν να βρισκόμαστε σε κενό. Δεν έχουμε την απαραίτητη πληροφόρηση, την ηχώ, η οποία θα μας βοηθούσε να εξατομικευτούμε. Χωρίς καθρέφτη δεν μπορούμε να δούμε τον εαυτό μας» (σ. 52).


Anne Katherine. (2004). Όρια: που τελειώνεις εσύ και αρχίζω εγώ. Αθήνα: Εκδόσεις Φυτράκη.