Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

Απολογισμός μιας χρονιάς… ή μιας ζωής;



Σκέφτεσαι… τη χρονιά που πέρασε, τα χρόνια που πέρασαν, τον εαυτό σου, τους άλλους, τις προσδοκίες, τα όνειρα, τα επιτεύγματα, τις επιτυχίες και τις αποτυχίες, τη ζωή σου… τη ζωή που έχεις, τη ζωή που θα ήθελες να έχεις, τη ζωή που νιώθεις ότι σου ανήκει και τη ζωή που νιώθεις ότι σε στερούν…

Και επικρατεί ένα μόνο συναίσθημα… Θέλεις τόσο πολύ να κλάψεις, να κλάψεις για σένα. Για όσα κάνεις και δεν κάνεις, για όσα πιστεύεις και δεν πιστεύεις, για όσα είσαι και δεν είσαι, για όσα ελπίζεις και για όσα παραιτείσαι. Θέλεις να κλάψεις για όλη σου τη ζωή, για σένα, για τα χρόνια που πέρασαν, για τους ανθρώπους στους οποίους κακώς επένδυσες. 

Και η φωνή της ψυχολογίας μπορεί να λέει ότι από όλους κάτι κερδίζεις, από όλους κάτι μαθαίνεις, κάτι κρατάς, κάτι μένει… όχι, ξέρεις ότι θα προτιμούσες να μην ελπίσεις ούτε στιγμή σε όλους αυτούς. Θέλεις, λοιπόν, να κλάψεις για όλες τις τελειωμένες καταστάσεις στις οποίες έδωσες αμέτρητες ευκαιρίες, στις οποίες εναπόθεσες τόσες ελπίδες και απλά διαψεύστηκες. 


Και πάλι θα ερχόταν η ψυχολογία να σου πει τώρα ότι δεν μπορείς να παραιτείσαι από τους ανθρώπους. Όμως, όλα αυτά τώρα δείχνουν τόσο μακρινά, τόσο ανούσια, τόσο μάταια… Και το μόνο που απομένει τώρα είναι να κλάψεις, να πενθήσεις, να σταματήσεις να νοσταλγείς, να σταματήσεις να ελπίζεις. Θέλεις έναν εαυτό απαλλαγμένο και ελεύθερο από όλα τα απωλεσθέντα αντικείμενα. Όσοι δεν ήταν ποτέ στη ζωή σου δεν πρόκειται τώρα να εισέλθουν.

Απάλλαξε, λοιπόν, τον εαυτό σου από μάταιες ελπίδες και προσδοκίες. Ζήσε χωρίς τα φαντάσματα του παρελθόντος και χωρίς τις μισοζωντανές υπάρξεις του παρόντος. Ζήσε όπως θες, χωρίς φόβο, χωρίς προβληματισμούς, χωρίς ενοχές, χωρίς υποθετικά σενάρια. 

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Κι έπειτα εξαφανίζεσαι…



«Μια ζωή αισθανόσουν ότι απλώς πέρναγες την ώρα σου.
Ξέρεις, φοβάσαι να αφήσεις τους άλλους να σε πλησιάσουν.
Τους θέλεις, κι έπειτα εξαφανίζεσαι».
Χ. Κιουρέσι- «Κάτι έχω να σας πω»

Τους θέλεις… κι έπειτα εξαφανίζεσαι. Σ’ αυτή τη φράση θα μπορούσε να συγκεντρωθεί η περιγραφή όλης σου της ζωής.

Νιώθεις ότι αυτό σε περιγράφει απόλυτα… μόνο αυτή η φράση μπορεί τόσο καθαρά να περιγράψει όλες τις «σημαντικές» σχέσεις της ζωής σου. Ακόμη και τώρα δεν μπορείς να αποφασίσεις τι να πονά άραγε περισσότερο: ο αποχωρισμός του άλλου ή η δική σου εξαφάνιση; Και τι σημασία έχει αυτό, αφού το αποτέλεσμα είναι το ίδιο; 

Και μετά εξαφανίζεσαι… και μετά εξαφανίζεσαι… ηχεί διαρκώς μέσα στο μυαλό σου λες και είναι η μοναδική αλήθεια της ζωής σου, την οποία για πολλά χρόνια αγνοούσες ή ήθελες να αγνοείς ή δεν μπορούσες να αντέξεις… Η μοναδική αλήθεια του εαυτού σου, που ακόμη και τώρα μπορείς να την δικαιολογήσεις με άπειρες άσχετες δικαιολογίες. Είναι εύκολο να φεύγεις από οτιδήποτε σε δυσκολεύει, από οτιδήποτε θα μπορούσε να σε πληγώσει, να σε πονέσει, να σε αφήσει… Καλύτερα ν’ αφήσεις πρώτο αυτό που κινδυνεύεις να σε αφήσει. Δεν πονά λιγότερο, απλά νιώθεις ότι συνεχίζεις να έχεις τον έλεγχο, νιώθεις ότι εσύ παίρνεις τις αποφάσεις για τη ζωή σου.


Κι έπειτα εξαφανίζεσαι… Δείχνει ότι έχεις τον «απόλυτο έλεγχο» στη ζωή σου. Επιλέγεις να εξαφανιστείς, να χαθείς, να απομακρυνθείς… να λύσεις με βιαιότητα όλα όσα νιώθεις ότι δεν οδηγούν πουθενά, γρήγορα, ριζικά και πονετικά…

Εξαφανίζεσαι από αυτούς που κινδυνεύεις να σου δείξουν ότι ίσως σε θέλουν, γιατί τότε θα διαψευστείς σε όλα αυτά που πιστεύεις για σένα. Εξαφανίζεσαι… επιβεβαιώνοντας αυτό που πιστεύεις για σένα… ότι είσαι καταδικασμένος στην αιώνια μοναξιά, χωρίς ανθρώπους, χωρίς σχέσεις, χωρίς συναισθήματα…


"Το ρολόι που σταμάτησε στις εφτά"



Σε έναν από τους τοίχους του δωματίου μου κρέμεται ένα ωραίο παλιό ρολόι που δεν δουλεύει πια. Οι δείκτες του, σταματημένοι, δείχνουν πάντοτε την ίδια ώρα: εφτά ακριβώς.
Σχεδόν πάντα, το ρολόι είναι μόνο ένα άχρηστο διακοσμητικό πάνω σε έναν ασπριδερό και άδειο τοίχο. Ωστόσο, υπάρχουν δύο στιγμές στη διάρκεια της ημέρας, δυο φευγαλέες στιγμές, που το παλιό ρολόι μοιάζει να ανασταίνεται από τις στάχτες του σαν τον φοίνικα.


Όταν όλα τα ρολόγια της πόλης μέσα στην τρελή τους πορεία δείχνουν εφτά. Όταν όλοι οι κούκοι και τα μηχανικά γκονγκ σημαίνουν εφτά φορές, το παλιό ρολόι της κάμαράς μου δείχνει να παίρνει ζωή. Δυο φορές την ημέρα, μία το πρωί και μία το βράδυ, το ρολόι μου νιώθει σε απόλυτη αρμονία με το υπόλοιπο σύμπαν.

Αν κάποιος κοίταζε το ρολόι εκείνες τις δύο στιγμές θα έλεγε ότι λειτουργεί στην εντέλεια… Μόλις, όμως, περάσει εκείνη η στιγμή, όταν όλα τα ρολόγια πάψουν να σημαίνουν και οι δείκτες τους συνεχίσουν τον μονότονο δρόμο τους, το παλιό μου ρολόι χάνει το βηματισμό του και παραμένει πιστό σ’ εκείνη την ώρα που κάποτε σταμάτησε.
Εγώ αγαπώ αυτό το ρολόι. Κι όσο περισσότερο μιλώ γι’ αυτό, τόσο περισσότερο το αγαπώ. Γιατί νιώθω ότι ολοένα και περισσότερο του μοιάζω.

Είμαι κι εγώ σταματημένος σε μια στιγμή. Κι εγώ νιώθω καρφωμένος και ακίνητος. Και εγώ είμαι, κατά κάποιον τρόπο ένα άχρηστο διακοσμητικό σε έναν άδειο τοίχο.
Όμως, επίσης, απολαμβάνω τις  φευγαλέες στιγμές κατά τις οποίες, μυστηριωδώς, έρχεται η ώρα μου.

Εκείνη την ώρα νιώθω ζωντανός. Όλα είναι ξεκάθαρα και ο κόσμος γίνεται υπέροχος. Μπορώ να δημιουργήσω, να ονειρευτώ, να πετάξω, να πω και να αισθανθώ περισσότερα πράγματα εκείνες τις στιγμές από όσα όλον τον υπόλοιπο καιρό. Αυτές οι αρμονικές συγκυρίες επαναλαμβάνονται συχνά, σαν μια αναπόφευκτη αλληλουχία.

Την πρώτη φορά που το ένιωσα προσπάθησα να γαντζωθώ σ’ εκείνη τη στιγμή, νομίζοντας ότι θα μπορούσα να την κάνω να διαρκέσει για πάντα. Δεν έγινε έτσι όμως. Όπως στον φίλο μου, το ρολόι, έτσι κι εμένα μου ξεφεύγει ο χρόνος των άλλων. 

…Όταν περάσουν οι στιγμές αυτές, τα υπόλοιπα ρολόγια, που φωλιάζουν σε άλλους ανθρώπους, συνεχίζουν την πορεία τους, κι εγώ επιστρέφω στο ρουτινιέρικο στατικό μου θάνατο, στη δουλειά μου, στις συζητήσεις του καφενείου, στην ανία μου, που συνηθίζω ν’ αποκαλώ ζωή.

Ξέρω, όμως, ότι η ζωή είναι άλλο πράγμα.

Ξέρω ότι η ζωή, η αληθινή, είναι το άθροισμα εκείνων των στιγμών που, μολονότι φευγαλέες, μας επιτρέπουν να αντιλαμβανόμαστε τον συντονισμό μας με το σύμπαν.
Σχεδόν όλος ο κόσμος νομίζει –ο δυστυχής- ότι ζει.

Υπάρχουν μονάχα στιγμές πληρότητας, και εκείνοι που δεν το ξέρουν κι επιμένουν να θέλουν να ζουν διαρκώς, θα μείνουν καταδικασμένοι στον γκρίζο και επαναληπτικό βηματισμό της καθημερινότητας.

Για αυτό σ’ αγαπώ, παλιό μου ρολόι. Γιατί εσύ κι εγώ είμαστε το ίδιο.

Μπουκάι- Να σου πω μια ιστορία



Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Ντροπή: ένα καταστροφικό συναίσθημα;



«Από όλα τα συναισθήματα που μπορούν να μειώσουν την ικανότητά σας να βοηθήσετε τον εαυτό σας και να του φερθείτε με επιείκεια, καθώς και να πλησιάσετε τους άλλους, η ντροπή είναι το πιο σημαντικό και το πιο καταστροφικό» (Gilbert, 2014: 296).

Η ντροπή συνδέεται άμεσα με τον φόβο, τον φόβο της τιμωρίας, αλλά και με τον τρόπο που πιστεύουμε ότι μας βλέπουν οι άλλοι. Επίσης, ακολουθείται από ένα σύνολο αισθημάτων, όπως κατωτερότητα, θυμός, συστολή και φόβος. 

«Τα πιο έντονα συναισθήματα ντροπής προκύπτουν από την αίσθηση ότι έχουμε κάτι που μας διαφοροποιεί κατά τρόπο αρνητικό από τους άλλους: κάτι χειρότερο, κακό, μειονεκτικό. Μπορεί να πιστεύουμε ότι αν οι άλλοι το ανακαλύψουν, θα μας κοροϊδέψουν, θα μας περιφρονήσουν, θα μας απορρίψουν ή θα θυμώσουν μαζί μας. Θα έλεγα ότι η ντροπή είναι μια ακραία μορφή του φόβου απώλειας της επιδοκιμασίας των άλλων» (Gilbert, 2014: 297).

Η ντροπή μας δημιουργεί και την αίσθηση της απειλής απώλειας σημαντικών σχέσεων. Αν αποκαλυφθεί η ντροπή που αισθανόμαστε, οι άλλοι δεν θα θέλουν να είναι φίλοι μας, να μας αγαπούν, να μας σέβονται. Μια συνήθης σκέψη που σχετίζεται με την ντροπή είναι: «Αν οι άλλοι με ήξεραν καλύτερα, δεν θα με συμπαθούσαν». Οπότε συχνά κρατάμε αποστάσεις από τους άλλους ώστε να μην μας γνωρίσουν καλύτερα και δουν όλα αυτά για τα οποία εμείς ντρεπόμαστε. Ακόμη, ένα αίσθημα που σχετίζεται με την ντροπή είναι η μοναξιά. Είναι μια ασφαλής επιλογή να βρισκόμαστε μακριά από τους άλλους, να μπορούμε να κρύψουμε όλα όσα μας κάνουν να νιώθουμε ντροπή. 


Σύμφωνα με τον Kaufman μπορεί να αισθανόμαστε ντροπή για το σώμα μας, για τις ικανότητες και επιδόσεις μας και για τις σχέσεις μας. Επίσης, μπορούμε να αισθανόμαστε ντροπή για τα συναισθήματά μας. Κατά βάθος αισθανόμαστε ντροπή για τον εαυτό μας, για όλα αυτά που είμαστε και για όλα αυτά που δεν είμαστε.  

Η ντροπή είναι ένα συναίσθημα που είναι άμεσα συνυφασμένο με την ανθρώπινη φύση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ντροπή μπορεί να μας προστατεύσει. Όταν για παράδειγμα βρισκόμαστε σε μια θέση που νιώθουμε απειλή, η ντροπή μας οδηγεί να ενεργήσουμε εκ του ασφαλούς. Θεωρούμε προτιμότερο να κρύψουμε μια πλευρά του εαυτού μας παρά να βιώσουμε την απόρριψη. Όσον αφορά τις ρίζες της ντροπής, τοποθετούνται στην παιδική ηλικία, όπου έχουμε ανάγκη τη στοργή, την ευχαρίστηση, την αναγνώριση και την αποδοχή. Ο τρόπος που μας μεγαλώνουν και μας αντιμετωπίζουν τα άτομα που μας φροντίζουν επηρεάζει τον βαθμό στον οποίο αναπτύσσουμε το αίσθημα της ντροπής, κατά πόσο δηλαδή αισθανόμαστε ότι μειονεκτούμε, ότι υστερούμε, ότι δεν είμαστε αρκετά καλοί και ότι δεν αξίζουμε. 


Όταν νιώθουμε έντονα το αίσθημα της ντροπής μπορούμε να οδηγηθούμε σε κοινωνική απόσυρση, αποδίδοντας αρνητικούς και επικριτικούς χαρακτηρισμούς στον εαυτό μας. Τα αισθήματα κατωτερότητας που νιώθουμε μας οδηγούν σε περισσότερες εμπειρίες απόρριψης, επιβεβαιώνοντας την ντροπή που νιώθουμε για τον εαυτό μας. Έτσι, μπαίνουμε στον φαύλο κύκλο της ντροπής, από τον οποίο είναι δύσκολο να ξεφύγουμε. 

Επιπλέον, «η ντροπή συνήθως κάνει το άτομο να αισθάνεται κατώτερο, ανάξιο ή κακό, και συχνά αλλοιώνει την ίδια την αίσθηση του εαυτού. Η ενοχή όμως εστιάζεται στους άλλους ανθρώπους. Βλέπουμε ότι τους κάναμε κακό ή τους πληγώσαμε και θέλουμε να επανορθώσουμε. Στην ντροπή κρύβουμε και καλύπτουμε τα πράγματα, στην ενοχή προσπαθούμε να τα αποκαταστήσουμε. Συχνά, η ντροπή και η ενοχή συμβαδίζουν» (Gilbert, 2014: 317).


Για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε το αίσθημα της ντροπής που βιώνουμε θα πρέπει να αναγνωρίσουμε σταδιακά σε τι οφείλεται και να μάθουμε να αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας με κατανόηση. Επίσης, θα πρέπει να εντοπίσουμε και να αναγνωρίσουμε τους αρνητικούς τρόπους σκέψης μας που σχετίζονται με την ντροπή. Επομένως, για να αντιμετωπίσουμε τη ντροπή που νιώθουμε θα πρέπει να επαναξιολογήσουμε τη σχέση που έχουμε με τον εαυτό μας και με την εικόνα του εαυτού μας. Ίσως, είμαστε πλέον πιο ώριμοι ώστε να μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε τα θετικά μας στοιχεία, το πόσο αξίζουμε και το πόσο αξίζει να σεβόμαστε τον εαυτό μας και να τον έχουμε σε μια υψηλή θέση.

Gilbert, Paul. (2014). Ξεπερνώντας την κατάθλιψη. Ένας οδηγός αυτοβοήθειας με γνωσιακές- συμπεριφοριστικές τεχνικές. Αθήνα: Εκδόσεις Πεδίο.

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

«Φόβος και αντινομίες της ζωής»



Απόσπασμα από το βιβλίο του Riemann “Τετραλογία του φόβου”

«Το συναίσθημα του φόβου θα αποτελεί πάντα αναπόσπαστο στοιχείο της ύπαρξής μας. Όσο όμως κι αν αυτό είναι γενικά αποδεκτό, ο καθένας μας ζει τον προσωπικό του φόβο, τον φόβο που τον νιώθει μοναδικό, όπως τον θάνατο ή την αγάπη. Κάθε άνθρωπος βιώνει την προσωπική του μορφή φόβου που ανήκει σε αυτόν και στην ύπαρξή του, όπως και τη δική του μορφή αγάπης και τον δικό του θάνατο. Ο φόβος, λοιπόν, βιώνεται και καθρεφτίζεται εξατομικευμένα, για αυτό και έχει πάντα μια προσωπική σφραγίδα. Αυτός ο προσωπικός μας φόβος εξαρτάται από τις ατομικές συνθήκες ζωής, την ιδιοσυγκρασία μας και το περιβάλλον μας και έχει ένα ιστορικό εξέλιξης που αρχίζει πρακτικά με τη γέννησή μας».


«Αν παρατηρήσουμε κάποια στιγμή τον φόβο “δίχως φόβο”, σχηματίζουμε την εντύπωση ότι έχει δύο πλευρές:
Αφενός μπορεί να μας ενεργοποιήσει.
Αφετέρου να μας παραλύσει.

Ο φόβος είναι πάντα ένδειξη και προειδοποίηση κινδύνου και ταυτόχρονα μας ωθεί να τον ξεπεράσουμε. Η παραδοχή και η αντιμετώπιση του φόβου σημαίνει ένα βήμα εξέλιξης, δρομολογεί ένα στάδιο ωρίμανσης. Αντίθετα, η άρνηση του φόβου και η αποφυγή της αντιμετώπισής του εμποδίζει την εξέλιξή μας, οπότε μένουμε στάσιμοι και ανώριμοι. Ο φόβος εμφανίζεται πάντα όταν βρεθούμε σε μια κατάσταση που δεν την αντέχουμε ή που δεν είμαστε ακόμα σε θέση να την αντέξουμε. Κάθε στάδιο ωρίμανσης και εξέλιξης είναι συνδεδεμένο με τον φόβο, διότι μας οδηγεί σε κάτι καινούργιο και άγνωστο, κάτι που δεν έχουμε δοκιμάσει μέχρι στιγμής, σε εσωτερικές ή εξωτερικές καταστάσεις, που δεν έχουμε ακόμα ζήσει ή αισθανθεί. Καθετί νέο και άγνωστο, καθετί που νιώθουμε ή κάνουμε για πρώτη φορά εμπεριέχει όχι μόνο το ερέθισμα του καινούργιου, τη χαρά για την περιπέτεια και τη λαχτάρα για το ρίσκο, αλλά συγχρόνως και τον φόβο» (σ. 18-19).


Σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα, όλες οι μορφές φόβου αποτελούν παραλλαγές συγκεκριμένων μορφών φόβου, πρωταρχικές μορφές του φόβου, που συνδέονται με την παρουσία και τη διαβίωσή μας μέσα στον κόσμο, στον οποίο συνυπάρχουν δύο μεγάλες αντινομίες:

«Είμαστε υποχρεωμένοι να ζούμε κάτω από την επίδραση άλυτων αντιθέσεων και αντιφάσεων αυτών των δύο αντινομιών»:

Η πρώτη αντινομία αφορά την απαίτηση της ζωής, ότι θα πρέπει να βιώνουμε την αυτοπροστασία και την αυτοπραγματώση, την αφοσίωση και τον αλτρουισμό. Να ξεπερνάμε δηλαδή ταυτόχρονα και τον φόβο της αυταπάρνησης και τον φόβο της αντινομίας.
Η δεύτερη αντινομία απαιτεί από εμάς να επιδιώκουμε ταυτόχρονα τη διάρκεια και την αλλαγή, ξεπερνώντας τον φόβο της αναπόφευκτης παροδικότητας και τον φόβο της αναπόφευκτης αναγκαιότητας.


Οι τέσσερις βασικές μορφές φόβου είναι οι εξής:
Φόβος της αφοσίωσης, που βιώνεται ως απώλεια του Εγώ και ως εξάρτηση
Φόβος της αυτονομίας, που βιώνεται ως απομόνωση και έλλειψη προστασίας
Φόβος της αλλαγής, που βιώνεται ως παροδικότητα και ανασφάλεια
Φόβος της αναγκαιότητας, που βιώνεται ως οριστικότητα και απώλεια της ελευθερίας
(Riemann, 1994: 24-25)

Οι επιμέρους φόβοι που έχουμε στηρίζονται σε αυτές τις τέσσερις βασικές μορφές φόβου. Σημαντικό ρόλο παίζουν οι φόβοι που έχουμε βιώσει στην παιδική ηλικία, καθώς δεν έχουν αναπτυχθεί ακόμη οι απαιτούμενες άμυνες. Επομένως, είναι σημαντικό να καταφέρουμε να εντοπίσουμε και να αναγνωρίσουμε τους φόβους που κουβαλάμε από την παιδική μας ηλικία.


Riemann, F. (1994). Τετραλογία του φόβου. Μτφρ. Π. Παπαδόπουλος.