Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

«Εμμονική αγάπη»



Έρωτες με ανταπόκριση ή χωρίς, που έχουν σαν κύριο χαρακτηριστικό την εμμονή… Ο έρωτας δημιουργεί συναισθήματα αγάπης για τον άλλο, ενώ η εμμονή αφορά την έντονη προσκόλληση σε ένα πρόσωπο που μας ενδιαφέρει, είτε πριν την έναρξη μιας σχέσης, είτε κατά τη διάρκεια της σχέσης, είτε μετά τη διακοπή αυτής της σχέσης. 

Η επίμονη ενασχόληση με το πρόσωπο που μας ενδιαφέρει, τα έντονα και ανεξέλεγκτα συναισθήματα, η έντονη εξιδανίκευση του άλλου, με αποτέλεσμα να χάνουμε την πραγματική εικόνα του ατόμου που έχουμε απέναντί μας είναι κάποια από τα χαρακτηριστικά του ατόμου που αναπτύσσει εμμονές ως προς τον τρόπο που αισθάνεται και λειτουργεί απέναντι στο άλλο άτομο. Είναι πολύ πιθανό ακόμη και η επιλογή του άλλου να στηρίχθηκε στις εμμονές που είχε το άτομο, χωρίς να αφήσει το περιθώριο να γνωρίσει ποτέ πραγματικά τον άλλο. Οι εμμονές στην αγάπη, ο φόβος της απώλειας της αγάπης, η έντονη ζήλια και κτητικότητα συνοδεύουν συνήθως έναν «εμμονικό έρωτα», που θα εξελιχθεί σε μια «εμμονική αγάπη». 


Οι εμμονές μπορεί να μας οδηγήσουν σε υποθετικά σενάρια, που χαρακτηρίζονται από ψευδαισθήσεις και έντονες εξάρσεις θυμού. Δεν θα πρέπει να συγχέουμε την ανάγκη να βλέπουμε και να θέλουμε να είμαστε διαρκώς μαζί με τον άλλο με την εμμονή που μπορεί να έχουμε για τον άλλο. Η εμμονή έχει όλα τα στοιχεία της αγάπης σε τόσο υπερβολικό βαθμό, που γινόμαστε δυσλειτουργικοί μέσα σε μια σχέση ή πολύ πνικτικοί για τον άλλο. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό δεν είναι αγάπη, είναι ανεξέλεγκτες σκέψεις και συναισθήματα, που ούτε εμείς οι ίδιοι δεν μπορούμε να ελέγξουμε. Είναι δύσκολο, δηλαδή, να μπορέσουμε ακόμη και να αποφύγουμε ακραίες συμπεριφορές, στις οποίες μας οδηγεί ένας «εμμονικός έρωτας».

Θα πρέπει λοιπόν να αναρωτηθούμε αν είναι συναισθήματα έρωτα και αγάπης ή μια εμμονή που μας ωθεί στην κατάκτηση του συγκεκριμένου ατόμου.

Αγάπη ή εμμονή;

Η αγάπη μας κάνει να αισθανόμαστε εμπιστοσύνη, ενώ η εμμονή μας οδηγεί σε αισθήματα ζήλειας και ανασφάλειας. 

Η αγάπη μας δίνει την αίσθηση της ελευθερίας μέσα σε αυτή τη σχέση, ενώ η εμμονή μας ωθεί στην ανάγκη για κατάκτηση του άλλου, έτσι ώστε να μην τον χάσουμε ποτέ, να μην μας τον πάρουν ποτέ…

Η αγάπη στηρίζεται στην πραγματικότητα, σε αυτό που είναι ο άλλος που έχουμε απέναντί μας, σε αυτό που είναι και σε αυτά που μπορεί να μας προσφέρει, ενώ η εμμονή στηρίζεται στην φαντασία, στη μυθοποίηση του άλλου, σε αυτά που φανταζόμαστε ότι θα μπορούσε να καλύψει με βάση τις δικές μας ανάγκες και τις δικές μας προσδοκίες, χωρίς καν να βλέπουμε ποιον έχουμε απέναντί μας.

Η αγάπη χαρακτηρίζεται από δοτικότητα και προσφορά, ενώ η εμμονή χρειάζεται κάλυψη των αναγκών της.  Η αγάπη έχει ανάγκη από μοίρασμα, ενώ η εμμονή έχει ανάγκη από προσκόλληση.

Η αγάπη δεν είναι ένας τρόπος να καλύψουμε δικά μας ελλείμματα, ούτε να αποφύγουμε ή να δικαιολογήσουμε δικές μας αδυναμίες. Η αγάπη μας βοηθά να ωριμάσουμε και να ανακαλύψουμε ένα νέο νόημα στη ζωή μας. Η εμμονή μειώνει τις ευκαιρίες που έχουμε για προσωπική ανάπτυξη, για δόμηση του εαυτού και για εξέλιξη της σχέσης. Η εμμονή κάνει τελείως δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα στον εαυτό και στον άλλο, επιτρέπουμε στον άλλο να παραβιάζει τα δικά μας όρια, γιατί θέλουμε κι εμείς να κάνουμε το ίδιο με τα δικά του όρια. Η εμμονή μας οδηγεί να θεωρούμε ότι σχέση σημαίνει ότι είμαστε ένα και ποτέ δεν πρόκειται να χωρίσουμε, γιατί αυτός είναι ο βασικός φόβος… καθώς θεωρούμε ότι δεν μπορούμε να επιβιώσουμε πλέον χωρίς τον άλλο.

Και τι μπορούμε να κάνουμε αν καταλάβουμε ότι αυτό που νιώθουμε είναι περισσότερο εμμονή παρά έρωτας ή αγάπη;

Το πρώτο βήμα είναι να παραδεχθούμε ότι λειτουργούμε με αυτό τον τρόπο.

Το επόμενο βήμα είναι να αγαπήσουμε τον εαυτό μας, να τον σεβόμαστε και να μπορούμε να αναγνωρίσουμε τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας. Αυτό δεν σημαίνει πως βάζουμε σε δεύτερη μοίρα τον άλλο και έχουμε ως προτεραιότητα τον εαυτό μας. Αυτό σημαίνει πως μπορούμε να δούμε τι είναι αυτό που θέλουμε, ποιοι είμαστε, τι αξίζουμε και πώς μπορούμε να εξασφαλίσουμε την αίσθηση της ασφάλειας, έτσι ώστε να μην ζούμε με το φόβο ότι θα χάσουμε τον άλλο. 

Όταν βρισκόμαστε μέσα σε μια σχέση προσπαθούμε να χαλαρώσουμε και να απολαύσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο τη σχέση, την επαφή με τον άλλο, χωρίς να σκεφτόμαστε διαρκώς τι θα γίνει αν τον χάσουμε, χωρίς να θέλουμε κάθε στιγμή να ξέρουμε που είναι, χωρίς να τον παρακολουθούμε μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, χωρίς να περιμένουμε από αυτόν να μας φτιάξει τη μέρα, χωρίς να έχουμε πείσει τον εαυτό μας ότι η ζωή μας εξαρτάται από τον άλλο. Ακόμη και μέσα σε μια σχέση συνεχίζουμε να έχουμε τη δική μας προσωπικότητα, τα δικά μας ενδιαφέροντα και τις δικές μας ανάγκες. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν συμβιβαζόμαστε ή δεν κάνουμε υποχωρήσεις… απλά σε περίπτωση που η σχέση αυτή δεν μας καλύπτει προσπαθούμε να βρούμε λύσεις και όχι να ζούμε με το φόβο να μην χάσουμε τον άλλο, με αποτέλεσμα να μην δείχνουμε τον πραγματικό μας εαυτό.


Όταν βλέπουμε πως το μόνο που έχουμε είναι μια εμμονή για ένα άτομο που πιστεύουμε πως αγαπάμε… χωρίς να υπάρχει κάποια σχέση είναι προτιμότερο να σταματήσουμε κάθε επικοινωνία ή να μπορέσουμε να παραμείνουμε στην πραγματική επικοινωνία που υπάρχει. Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι η επικοινωνία ή η παρακολούθηση του ατόμου στο Facebook δεν σημαίνει ότι μπορούμε να προσδοκούμε κάτι. Αν πρόκειται για έναν έρωτα χωρίς ανταπόκριση είναι πολύ πιθανό να έχουμε πλάσει το άλλο άτομο στη φαντασία μας με πολύ διαφορετικό τρόπο από ότι είναι στην πραγματικότητα. Σε περίπτωση που υπήρχε ένας έρωτας ή μια σχέση που δεν υφίσταται πλέον θα πρέπει να συμβιβαστούμε με αυτό, να αποδεχθούμε την κατάσταση και να προσπαθήσουμε να προχωρήσουμε.

Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος- Κοινωνιολόγος, MSc.
 

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2015

Γιατί όλοι φεύγουν ή μήπως εγώ τους διώχνω;



«Τον είχε διώξει όπως έδιωξε και τον επόμενο και τον μεθεπόμενο. Δεν τους έδιωξε ποτέ συνειδητά, αποφασισμένη για αυτό επειδή δεν τους ήθελε. Τους έδιωχνε η απελπισμένη της προσπάθεια να τους κρατήσει, η τρομερή καχυποψία της, η έλλειψη εμπιστοσύνης στον εαυτό της, στην αξία της σαν γυναίκα ή σαν σύντροφο. Ζήλευε. Ζήλευε ακόμη και την ανάσα τους που έφευγε προδοτική από το στόμα τους για να εισχωρήσει ζεστή, ζωοδότρια, μέσα σε άλλα σωθικά που δεν ήταν τα δικά της. Ζήλευε παθιασμένα, βασανιστικά κι εκείνοι κουράζονται από το φορτίο της σχέσης που δεν ήταν σχέση. Κι έφευγαν…»
(Τσουρλάκη, Κ., 2000, Πέρα από την ψευδαίσθηση)

Όσο πιο κοντά ερχόμαστε με κάποιον τόσο πιο πολύ έχουμε την ευκαιρία να τον γνωρίσουμε και να μας γνωρίσει καλύτερα… Τι γίνεται, όμως, όταν τις περισσότερες φορές όταν ερχόμαστε πιο κοντά ο άλλος εγκαταλείπει αυτή την εν δυνάμει σχέση κι εμείς μένουμε με την απορία γιατί συνέβη αυτό, χωρίς να έχουμε καμία προειδοποίηση. Και μπορεί να σκεφτόμαστε ότι θέλουμε τόσο πολύ την κοντινότητα, την συντροφικότητα, το μοίρασμα. Μήπως, όμως, το θέλουμε τόσο πολύ, που ο άλλος πνίγεται πριν ακόμη μπορέσει να νιώσει ασφαλής μέσα σε αυτή τη σχέση; Μήπως ο άλλος πιστεύει ότι έχουμε πολλές προσδοκίες και δεν θα μπορέσει να είναι επαρκής σε αυτά που εμείς περιμένουμε; Μήπως, κατά βάθος, φοβόμαστε αυτή την κοντινότητα, οπότε ωθούμε τον άλλο σε αυτή τη συμπεριφορά; Μήπως το θεωρούμε δεδομένο ότι θα εγκαταλειφθούμε; 


Όταν ζούμε με το φόβο ότι ο άλλος θα μας εγκαταλείψει… μπορεί από την αρχή να ξεκινάμε με μια υπερπροσπάθεια, με έναν έντονο ενθουσιασμό, αλλά κατά βάθος νιώθουμε φοβισμένοι… Από την πρώτη στιγμή μπορεί να δενόμαστε με τον άλλο και να επενδύουμε πολύ, περιμένοντας αντίστοιχη συμπεριφορά και από την άλλη πλευρά… Κι όταν βλέπουμε ότι αυτό δεν συμβαίνει και ο άλλος δεν ανταποκρίνεται στην παρορμητικότητά μας, τότε πάμε στο άλλο άκρο και απογοητευόμαστε τελείως. 

Ο παρορμητισμός με τον οποίο συμπεριφερόμαστε μέσα στη σχέση, η απώλεια της αίσθησης της λογικής και το να νιώθουμε χαμένοι μέσα στα ίδια μας τα συναισθήματα οδηγούν τον άλλο στην απομάκρυνση. Τότε αρχίζει και επιβεβαιώνεται το μοτίβο που ήδη έχουμε ζήσει και στις προηγούμενες σχέσεις μας και σκεφτόμαστε ότι πάντα μόνοι μας θα καταλήγουμε… Η έντονη προσκόλληση έτσι ώστε να μην χάσουμε τον άλλο… έχει το ίδιο αποτέλεσμα: ο άλλος φεύγει γιατί δεν αντέχει αυτό το πνίξιμο ή ο άλλος φεύγει γιατί δεν αντέχει τη σιγουριά μας ότι θέλει να μας εγκαταλείψει… 

Το βασικό που φοβόμαστε σε αυτό είναι η συναισθηματική απομόνωση, που έχει μια απέραντη σιωπή, μια αβάσταχτη ησυχία, μια απόγνωση ότι ποτέ κανείς δεν πρόκειται να μας αγαπήσει. Κι έτσι χάνουμε κάθε αίσθηση ασφάλειας, κάθε εμπιστοσύνη ότι μπορούμε να δομήσουμε μια πιο σταθερή σχέση. Και πάμε στην επόμενη σχέση κουβαλώντας όλο και πιο πολλές πιθανότητες ότι ο άλλος θα φύγει. 

Όμως, θα πρέπει να δούμε τη δική μας συμπεριφορά και να σκεφθούμε πόσο εμείς συμβάλλουμε σε αυτό: είτε με τις επιλογές που κάνουμε, είτε με τη συμπεριφορά μας απέναντι στον άλλο. Πόσο έντονη είναι η πεποίθησή μας ότι ο άλλος θα φύγει και πόσο τελικά καταλήγουμε με τη συμπεριφορά μας και αυτό που ήδη πιστεύουμε να τον διώχνουμε από κοντά μας; Πώς καταφέρνουμε να κάνουμε αυτό που φοβόμαστε περισσότερο από όλα: το να μας εγκαταλείψει ο άλλος και να μείνουμε μόνοι μας; Πώς καταφέρνουμε τα έντονα συναισθήματα που νιώθουμε να καταστρέφουν τις ίδιες μας τις σχέσεις; 

Το αρχικό άγχος που μας πυροδοτεί η πιθανή εγκατάλειψη, μετατρέπεται σε απόγνωση, όπου δεν ξέρουμε τι να κάνουμε και πώς να αντιδράσουμε και τελικά καταλήγουμε να επιλέξουμε την αποστασιοποίηση, ως τον πιο ασφαλή τρόπο για να προστατεύσουμε τον εαυτό μας, με τη σκέψη «καλύτερα να πονέσουμε τώρα παρά αργότερα». Και τελικά, βλέπουμε όλες οι στενές διαπροσωπικές μας σχέσεις να έχουν την ίδια κατάληξη: όλοι φεύγουν και εμείς μένουμε με την απορία «γιατί πάλι;». Και κάθε φορά βιώνουμε την ίδια εναλλαγή συναισθημάτων: άγχος, λύπη και θυμός… απελπισία και ένα απέραντο αίσθημα απομόνωσης. 


Όσον αφορά την επιλογή συντρόφων, τείνουμε να επιλέγουμε ανθρώπους που μας κάνουν να ελπίζουμε μέχρι ένα σημείο, όχι όμως απόλυτα, πάντα δηλαδή υπάρχει ένα όριο που το καθορίζουν αυτοί, με αποτέλεσμα αυτό να μας δημιουργεί ένα ανάμεικτο συναίσθημα ελπίδας και αμφιβολίας, αλλά και μια έντονη να κερδίσουμε τον άλλο ή να τον κάνουμε να είναι σταθερός απέναντί μας. Συνήθως, επιλέγουμε συντρόφους που δεν είναι διαθέσιμοι για μακροχρόνιες σχέσεις (παντρεμένοι ή σε άλλες σχέσεις), δεν μπορούν να μας δοθούν απόλυτα και να είναι παρόντες στη ζωή μας, είναι συναισθηματικά ασταθείς, είναι συναισθηματικά ανώριμοι, θέλουν την ελευθερία τους ή δε θέλουν να δεσμευτούν ή είναι αλλοπρόσαλλοι στη συμπεριφορά τους (θέλουν, αλλά δεν θέλουν να δώσουν ή να επενδύσουν συναισθηματικά, ή κινούνται ανάμεσα στον έντονο ερωτισμό και στην έντονη αδιαφορία όσον αφορά τη συμπεριφορά τους απέναντί μας).


Όσο συνεχίζουμε να κάνουμε τέτοιου είδους επιλογές συντρόφων τόσο θα ξαναβιώνουμε το ίδιο μοτίβο σχέσεων, όπου θα έχουμε το φόβο ότι ο άλλος θα φύγει και τελικά θα καταλήγουμε με τη συμπεριφορά μας να τον διώχνουμε από κοντά μας. Για να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε αυτό το φόβο και να κάνουμε μια  πιο σταθερή σχέση θα πρέπει να αποφεύγουμε συντρόφους που είναι επιπόλαιοι, ασταθείς ή αμφίθυμοι, ακόμη κι αν μας προσελκύουν έντονα, να βρούμε κάποιο σύντροφο που είναι συναισθηματικά διαθέσιμος, πιστός και αφοσιωμένος και να μπορέσουμε να ελέγξουμε τα συναισθήματα που μας προκαλεί η πιθανότητα της εγκατάλειψης, προσπαθώντας να πείσουμε τον εαυτό μας πως θα είμαστε μαζί για πάντα, αφήνοντας πιο ελεύθερο τον εαυτό μας να επενδύσει σε αυτή τη σχέση.


Young, J.E., & Klosko, J.S. (2010). Ανακαλύπτοντας ξανά τη ζωή σας. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη.                    


Παπαδοπούλου Ελένη- Ψυχολόγος- Κοινωνιολόγος, MSc.

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

Κοντά ή μακριά από τους ανθρώπους;



Τι είναι καλύτερο τελικά; Να παραιτηθείς από τους ανθρώπους και τις σχέσεις και να πείσεις τον εαυτό σου ότι δεν τους έχεις ανάγκη ή να τρέχεις όλο αγωνία κοντά τους και να κάνεις τα πάντα για να μην τους χάσεις; 

Παραίτηση… είναι ένας βολικός τρόπος, γιατί δεν χρειάζεται να εμπλέκεσαι συναισθηματικά, δεν χρειάζεται να εκφράζεις τα συναισθήματά σου, δεν χρειάζεται να δίνεις, και δεν περιμένεις και να πάρεις κάτι… Ζεις μακριά από όλους κι από όλα, με ηρεμία; Με ανακούφιση; Ή με πόνο ψυχής;

Μα που πήγαν όλοι; Γιατί κανείς δεν μένει στη ζωή μου; Γιατί όλοι φεύγουν χωρίς να μπορώ να καταλάβω το γιατί και το πώς; Και τότε αναπτύσσεται μια επιτακτική ανάγκη αναζήτησης ανθρώπων… γεννάται μια έντονη αγωνία και λαχτάρα για επαφή και επικοινωνία… Θέλω να δώσω και θέλω να μου δώσουν… συναισθήματα… Είναι τόσο ωραία τα συναισθήματα… κι αυτή η ανάγκη για ανταλλαγή συναισθημάτων, με οδηγεί σε μια παρόρμηση και τελικά τι δίνω; Και εσείς τι καταλαβαίνετε;


Σας έχω ανάγκη, σας θέλω δίπλα μου, αλλά εσείς δεν μπορείτε να το καταλάβετε, δεν μπορείτε να ακούσετε την ανάγκη μου, δεν με υπολογίζετε… δεν, δεν, δεν… 

Φταίτε; Σας κατηγορώ για αυτό αλλά δεν ξέρω ποιος μου φταίει και γιατί;

Μου φταίνε οι άλλοι ή φταίω εγώ; Μου φταίει ο λάθος τρόπος που βλέπω τα πράγματα ή μου φταίνε όσα έζησα και τι έμαθα μέχρι σήμερα να περιμένω από τους ανθρώπους;
Και άντε και βρω μια απάντηση στο ποιος φταίει, μετά τι μπορώ να κάνω;

Τι να κάνω με τις σκέψεις και τα συναισθήματά μου; Τι να κάνω με όλα αυτά που γυρίζουν διαρκώς μέσα στο κεφάλι μου;

Φταίω… φταις… φταίτε… Και ίσως όλα αυτά με προκαλούν πολύ θυμό, αλλά δεν ξέρω να θυμώνω ή τουλάχιστον δεν ξέρω πώς να εκφράσω αυτό τον θυμό… Πάντα άγαρμπα το έκανα… και μετά;

Ας τον κρύψω καλύτερα τον θυμό μου για να μην το δει κανείς… γιατί δεν θέλω να σας χάσω…


Ας μη δείξω τον θυμό μου, γιατί τι θα σκεφθούν οι άλλοι για μένα; Τι θα γίνει μετά; Και αν όλοι φύγουν θα μείνω πάλι μέσα στη μοναξιά;

Όχι, δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι αυτό… να ξαναβρεθώ στη μοναξιά.. Δεν θα αντέξω τη μοναξιά… οπότε η λύση είναι μία: να δίνω… να δίνω… να δίνω… και κάποια στιγμή ίσως με λυπηθούν και μου δώσουν, ίσως, καταφέρω να πάρω… και εγώ λίγο συναίσθημα… όμως, θέλω;

Δεν είναι λίγο ζητιανιά να ζητάς συναίσθημα; Όχι, καλύτερα να μη δείξω ποτέ σε κανέναν ότι έχω ανάγκη από συναισθήματα. Σιγά μην ζητήσω να με αγαπούν, σιγά να μην δείξω ότι έχω ανάγκη την αγάπη των άλλων. Αν θέλουν ας το κάνουν… από μόνοι τους. Εξάλλου, τους δείχνω την αγωνία μου ότι δεν θέλω να τους χάσω από κοντά μου. 

Φοβάμαι να μην σας χάσω μ’ ακούτε; Και θα κάνω τα πάντα να μείνετε εδώ αλλά εσείς φεύγετε… ναι, όλοι φεύγετε… και ο φόβος μου επιβεβαιώνεται… και μένω μέσα στο φόβο και στη μοναξιά. Ένας διάχυτος φόβος που απλώνεται μέσα μου και γύρω μου, που φαίνεται σε κάθε έκφραση του προσώπου μου και σε κάθε κίνηση του σώματός μου.

Δεν θέλω να σε χάσω… θα κάνω τα πάντα… θα σου δώσω ότι θέλεις, αρκεί να μείνεις. Δεν πειράζει. Μη μου δίνεις… θα σου δώσω εγώ… θα δώσω εγώ και για τους δυο μας.
Και ίσως έτσι καταφέρω να μην φύγεις… γιατί δεν μπορώ να καταλάβω γιατί όλοι φεύγουν; Αφού δεν ζητάω, δεν διεκδικώ, δεν απαιτώ… αφού υποχωρώ, συμβιβάζομαι, κρύβομαι… είμαι απέναντί σου όπως θέλεις εσύ, όπως προσδοκάς και όπως επιθυμείς…



Κοντά ή μακριά από τους ανθρώπους τελικά καταλήγεις στο ίδιο συναίσθημα: στο φόβο. Αφήνεις το φόβο να σε κατακλύζει και σταματάς να ζεις, γιατί φοβάσαι ακόμη και να νιώσεις, ακόμη και να δείξεις τα συναισθήματά σου… για να μην χάσεις τους άλλους, που τελικά τους χάνεις, γιατί δεν τους δείχνεις τίποτα για σένα… Μόνο ο φόβος απομένει… μόνο ο φόβος μπορεί να σου κρατήσει παρέα… και μόνο όταν θα απαλλαγείς από αυτό το φόβο θα καταφέρεις να δείξεις το αληθινό σου πρόσωπο στους άλλους, κι ας μείνουν για αυτό που είσαι… 


Καταπιεσμένος θυμός...



Νιώθεις τόσο πολύ θυμό, αλλά δεν μπορείς ή δεν τολμάς να το ομολογήσεις ούτε στον εαυτό σου… θυμός… έντονος θυμός, αλλά χαμένος κάπου μέσα σου, χωρίς να μπορείς να τον εντοπίσεις, χωρίς να του επιτρέπεις να βγει στην επιφάνεια… Θυμός, ανομολόγητος, καταπιεσμένος, θαμμένος… Θυμός… χαμένος μέσα σου, γιατί φοβάσαι ή δεν ξέρεις πώς να βγει, δεν ξέρεις πώς να εκφράσεις αυτά που νιώθεις… και πιστεύεις πως καλύτερα να μείνει έτσι, καλύτερα να του απαγορεύεις να εκδηλωθεί ή ίσως ακόμη καλύτερα να πείσεις τον εαυτό σου ότι δεν υπάρχει καθόλου αυτός ο θυμός… Μήπως να τον ξεχάσεις ή μήπως να τον διαγράψεις; Και να συνεχίσεις χωρίς αυτόν;


Θυμός, υπάρχει όμως… και είναι τόσο έντονος κι ας είναι καταπιεσμένος και βαθιά θαμμένος μέσα σου… Αυτό σου έμαθαν κι αυτό υιοθέτησες κι εσύ, επιβάλλοντας αυστηρά στον εαυτό σου να μείνει μακριά από το θυμό… Όχι, δεν υπάρχει θυμός… Όχι, απαγορεύεται να θυμώνουμε… Δεν πρέπει, δεν είναι σωστό… και τι θα πουν οι άλλοι; Και τι θα γίνει αν μας απορρίψουν λόγω του θυμού που νιώθουμε… Και γιατί να νιώθουμε θυμό; Είναι μια πιο ασφαλής κατάσταση να κρύβουμε το θυμό που νιώθουμε, γιατί ο θυμός είναι επικίνδυνο να εκδηλώνεται… είναι σαν ένα ηφαίστειο που ανοίξεις τον κρατήρα δεν ξέρεις προς τα πού θα κατευθυνθεί η λάβα…


Καταπιεσμένος θυμός που απεγνωσμένα αναζητά μια διέξοδο, που δεν βρίσκει, όμως, ποτέ την έξοδο κινδύνου, γιατί εσύ ο ίδιος την κλείνεις γιατί σκέφτεσαι ότι δεν πρέπει… Καλύτερα να μένει εκεί μέσα και να περιπλανιέται άσκοπα μέχρι να βαρεθεί να υπάρχει… Θα βαρεθεί όμως ποτέ; Θα σταματήσει να υπάρχει; Σκέψου λίγο τα χρόνια που τον κρατάς εκεί κλεισμένο; Τι ακριβώς έχεις καταφέρει και πόσο μπόρεσες να τον κάνεις να καταλαγιάσει ή να εξαφανιστεί; Γιατί, ας μην κοροϊδευόμαστε, άλλο είναι να τον καταπιέζεις και να παριστάνεις ότι δεν υπάρχει και άλλο να μην υπάρχει πραγματικά… Κι εσύ τόσα χρόνια κάνεις το πρώτο… σε τόσο έντονο βαθμό που έχεις πείσει ακόμη και τον εαυτό σου, ότι ίσως και να μην υπάρχει αυτός ο θυμός, ίσως εξαϋλωθεί κάποια στιγμή… ίσως μειωθεί, ίσως εξαφανιστεί… ή μήπως έχει εξαφανιστεί ήδη… γιατί θα πρέπει να μιλάμε για θυμό μετά από τόσα χρόνια; 

Αν όντως υπάρχει ο θυμός θα πρέπει να τον αναγνωρίσουμε, να δούμε τι νιώθουμε, γιατί νιώθουμε έτσι, τι σκεφτόμαστε σχετικά με αυτό τον θυμό και πώς μπορούμε να διαχειριστούμε την κατάσταση. Θα πρέπει να δούμε και πώς όλα αυτά τα χρόνια προσπαθούσαμε να εκφράσουμε –με πιο αποδεκτούς τρόπους- αυτό τον θυμό. Πόσες φορές εκφράζαμε απογοήτευση, άγχος, επιθετικότητα, απομάκρυνση, παραίτηση, κακή διάθεση, προβληματισμούς και ανησυχίες, σε μια προσπάθεια να δείξουμε στους άλλους με μεταμφιεσμένο τρόπο αυτό το θυμό που δεν έπρεπε να εκφράσουμε;

Κι όλος αυτός ο καταπιεσμένος θυμός σου προκαλεί μια κόπωση, είναι τόσο ψυχοφθόρα διαδικασία να προσπαθείς να κρύψεις αυτό που νιώθεις και προσπαθεί να εκδηλωθεί… που νιώθεις μια ψυχική εξάντληση, μια βαθιά θλίψη, μια απογοήτευση… και διαρκώς προσπαθείς να απασχολείς τον εαυτό σου για να μην έχει χρόνο για συναισθήματα, να μην έχει χρόνο να νιώσει αλλά ούτε και να σκεφθεί τι νιώθει… 

Για να μπορέσουμε να διαχειριστούμε αυτό τον καταπιεσμένο θυμό θα πρέπει αρχικά να αποδεχθούμε ότι ο θυμός είναι ένα συναίσθημα που όλοι νιώθουν… που είναι φυσιολογικό να έχουμε νιώσει για κάποιους ανθρώπους ή για κάποιες καταστάσεις, που μπορεί να μην βρήκαμε εκείνη τη στιγμή τρόπο να τον εκφράσουμε και μπορεί να μας ταλαιπωρεί ακόμη και τώρα… που μπορεί να έχει συσσωρευτεί μέσα μας και να περιμένει να κάνουμε κάτι, για να μπορέσουμε να απαλλαγούμε… 

Ας φέρουμε αυτό το θυμό στην επιφάνεια, ας δούμε από πού προέρχεται και πώς μπορούμε να τον αντιμετωπίσουμε τη δεδομένη στιγμή με τις δυνάμεις και την ωριμότητα που διαθέτουμε και ίσως δεν είχαμε τότε που τα ζούσαμε όλα αυτά… ας αξιολογήσουμε τα υπέρ και τα κατά του να κρατάμε μέσα μας όλο αυτό τον θυμό, ας σκεφτούμε πόσο κακό έχουμε ήδη προκαλέσει στον εαυτό μας και ας βρούμε τρόπους να απαλλαγούμε από αυτόν…