Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

Αν έρθω πιο κοντά σου, θα με κρίνεις...



Δεν θέλω να παραγνωριστούμε, γιατί ξέρω πως τότε είναι πιο εύκολο να με κρίνεις. Και δεν μου αρέσει να με κρίνουν, οπότε έχω επιλέξει να κρατάω αποστάσεις από τους άλλους και να μην έρχομαι πολύ κοντά τους. Έτσι, έχω επιλέξει να κρατάω αποστάσεις ακόμη και από σένα… γιατί δεν θέλω να σου δώσω την ευκαιρία να μου ασκήσεις κριτική, δεν θέλω να δεχθώ άλλη μια αρνητική κριτική… γιατί τότε νιώθω ότι δεν με αγαπούν, δεν με αποδέχονται, δεν αξίζω… 

Θέλω τόσο να απογυμνώσω την ψυχή μου απέναντί σου, όμως, υπάρχει ένα τεράστιο εμπόδιο που δεν με αφήνει να το κάνω. Γιατί αυτόματα σκέφτομαι: τι θα σκεφτείς για μένα; Μήπως το βάλεις στα πόδια όταν δεις τι άτομο πραγματικά είμαι; Μήπως απογοητευτείς για μένα ή μήπως αρχίσεις να βλέπεις και να μου επισημαίνεις όλα αυτά που πρέπει να αλλάξω για να σου αρέσω, για να με αποδεχθείς, για να γίνω κάτι σημαντικό για σένα;


Φοβάμαι πως αν έρθω πιο κοντά σου, θα με κρίνεις… Κι όταν με κρίνεις, θα θέλω να τρέξω μακριά σου, αλλά δεν θα μπορώ γιατί θα φοβάμαι να φύγω. Οπότε, επιλέγω να μένω κοντά σου κρατώντας μια απόσταση ασφαλείας, που θα μου επιτρέπει να είμαι όπως εγώ θέλω απέναντί σου και να υπενθυμίζω στον εαυτό μου ότι μπορεί να φύγει μακριά σου, όταν νιώσει την ανάγκη να το κάνει. 


Ξέρω πως αυτό δεν βοηθάει τη σχέση μας, γιατί πάντα είμαστε σε μια συναισθηματική απόσταση, που δεν μας αφήνει να γνωριστούμε καλύτερα. Όμως, αυτή η απόσταση με βοηθάει να συνεχίσω να υπάρχω μέσα σε αυτή τη σχέση, χωρίς να με κοιτάζεις όπως ακριβώς είμαι, χωρίς να μπορείς να με αγγίξεις τόσο που δεν θα μπορώ μετά να βγάλω τα αποτυπώματα από την ψυχή μου… 

Αυτή η απόσταση με βοηθάει να είμαι «κοντά» σου, να είμαι «μαζί» σου, να συνυπάρχω με αυτό που εσύ είσαι ή τουλάχιστον με αυτό που πιστεύω πως εσύ είσαι… γιατί ενδεχομένως κι εσύ δεν θέλεις να έρθεις πιο κοντά μου…


Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος- Κοινωνιολόγος, MSc.

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

Επιλεκτική αλαλία στους ενήλικες



Πρόκειται για μια σοβαρή αγχώδη διαταραχή, που μπορεί να εμφανιστεί σε παιδιά και πιο σπάνια σε ενήλικες. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η έναρξη είναι κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας και μπορεί να εμφανιστεί με συγκεκριμένα πρόσωπα ή σε συγκεκριμένες καταστάσεις. Τα άτομα με επιλεκτική αλαλία έχουν αναπτύξει κανονικά τον λόγο, όμως δεν μπορούν να μιλήσουν όταν βρίσκονται κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες εξαιτίας του φόβου που νιώθουν για την έναρξη της ομιλίας. Το άτομο με επιλεκτική αλαλία νιώθει μια έντονη φοβία για επικοινωνία, με αποτέλεσμα να παραμένει σιωπηλό. Βασικό χαρακτηριστικό της επιλεκτικής αλαλίας είναι η διαρκής αποτυχία του ατόμου να μιλήσει σε συγκεκριμένες κοινωνικές περιστάσεις, όπου αναμένεται από το περιβάλλον η χρήση λόγου. Η επιλεκτική αλαλία μπορεί να αφορά εκπαιδευτικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες, όπου το άτομο δεν χρησιμοποιεί το λόγο, ενώ υπάρχει η ανάγκη για ανάπτυξη της κοινωνικής επικοινωνίας. 

Τα χαρακτηριστικά που συνοδεύουν το άτομο με επιλεκτική αλαλία είναι η υπερβολική ντροπή και συστολή, ο φόβος της κοινωνικής αμηχανίας, η κοινωνική απομόνωση και απόσυρση, η προσκόλληση, ορισμένα ψυχαναγκαστικά χαρακτηριστικά, ο αρνητισμός, οι εκρήξεις θυμού, ο έλεγχος και η αντιδραστική συμπεριφορά. Το άτομο ενδεχομένως εμφανίζει σοβαρή δυσλειτουργία στην κοινωνική και σχολική λειτουργικότητα, ενώ έρχεται συχνά αντιμέτωπο με πειράγματα και σχόλια από τον κοινωνικό του περίγυρο. Μπορεί να αντιμετωπιστεί δηλαδή ως αποδιοπομπαίος τράγος. Πρόκειται για μια διαταραχή που δημιουργεί προβλήματα στις σχέσεις του ατόμου, καθώς δεν επιτρέπει τη δόμηση ισχυρών κοινωνικών σχέσεων με φίλους και άλλα σημαντικά πρόσωπα στη ζωή του ατόμου. Το άτομο νιώθει ότι μειονεκτεί σε σχέση με τα άλλα άτομα γύρω του και μπορεί να αποφεύγει καταστάσεις στις οποίες εμφανίζεται το πρόβλημα. Το συγκεκριμένο πρόβλημα θα πρέπει να έχει διάρκεια τουλάχιστον για ένα μήνα και δεν θα πρέπει να συνδέεται με φάση προσαρμογής του ατόμου σε ένα νέο περιβάλλον.

Τα πρώτα συμπτώματα εμφανίζονται στην ηλικία των 1-3 ετών και περιλαμβάνουν έντονη συστολή, άρνηση ομιλίας σε κάποια περιβάλλοντα και ένα φόβο προς τους ανθρώπους. Βασικό στοιχείο για τη διάγνωση είναι ότι το άτομο αναπτύσσει την ικανότητα της ομιλίας και της κατανόησης της γλώσσας, αλλά αποτυγχάνει να χρησιμοποιήσει την ομιλία σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα. Το άτομο χρησιμοποιεί το λόγο κυρίως όταν βρίσκεται με άτομα με τα οποία νιώθει άνετα. Το άτομο με επιλεκτική αλαλία συνδέεται με ορισμένες συμπεριφορές, όπως απουσία βλεμματικής επαφής, έλλειψη εκφραστικότητας προσώπου, ακινησία ή έντονη νευρικότητα όταν έρχεται αντιμέτωπο με κοινωνικές καταστάσεις. 

Ορισμένες φορές, το άτομο αποσύρεται από κοινωνικές καταστάσεις ή χρησιμοποιεί τη γλώσσα του σώματος, που μπορεί να ερμηνευθεί και ως επιθετική συμπεριφορά.
Για την αντιμετώπιση της επιλεκτικής αλαλίας χρησιμοποιούνται παρεμβάσεις, που εφαρμόζονται και στην αντιμετώπιση της φοβίας. Οι τεχνικές μπορεί να περιλαμβάνουν απευαισθητοποίηση του ατόμου, με την παροχή βραχυπρόθεσμων στόχων, θετική ενίσχυση και αμοιβές για την κινητοποίηση να μιλήσει. Η πίεση, οι τιμωρίες και οι επιπλήξεις έχουν αρνητική επίδραση στην αντιμετώπιση της επιλεκτικής αλαλίας. 


Στους ενήλικες η αντιμετώπιση θα επικεντρώνεται στη διαχείριση του άγχους, της κατάθλιψης και των κρίσεων πανικού, που ενδεχομένως εμφανίζει το άτομο. Είναι σημαντικό να ξεκινήσει άμεσα η θεραπευτική παρέμβαση, ώστε να μειωθούν τα συμπτώματα της επιλεκτικής αλαλίας. Το περιβάλλον μπορεί να βοηθήσει το άτομο με την παροχή ευκαιριών για κοινωνικοποίηση και χρήση της ομιλίας.  


American Psychiatric Association. (1994). Diagnostic and statistical manual of mental disorders, fourth edition. Washington, DC: American Psychiatric Association.
http://www.selectivemutismfoundation.org/info-on-selective-mutism/about-sm-brochure.


Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

Τα συναισθήματα των ασθενών με Αλτσχάιμερ



Οι ασθενείς με Αλτσχάιμερ βιώνουν έντονα συναισθήματα, ανεξάρτητα από το στάδιο στο οποίο βρίσκονται. Αντιλαμβάνονται και επηρεάζονται από τα συναισθήματα των ατόμων που τους φροντίζουν, ενώ για αρκετό χρονικό διάστημα διατηρούν τα συναισθήματα που τους έχουν προκαλέσει κάποιες αναμνήσεις, αν και τις ίδιες δεν μπορούν πλέον να τις ανακαλέσουν. Επομένως, η συναισθηματική ζωή των ασθενών με Αλτσχάιμερ συνεχίζει να υφίσταται, εμφανίζοντας όμως πολλά προβλήματα στη διαχείριση αυτών.

Το Αλτσχάιμερ είναι μια διαταραχή που επηρεάζει τη μνήμη, λόγω βλαβών στον εγκέφαλο. Οι ασθενείς με Αλτσχάιμερ βιώνουν συναισθήματα, τα οποία όμως κάποιες φορές δυσκολεύονται να διαχειριστούν και να αντιμετωπίσουν, λόγω μειωμένης πλέον ικανότητας. Συχνά, εμφανίζουν ακατάλληλες ή εριστικές συμπεριφορές, που εκδηλώνονται με παρορμητικό τρόπο. Κάποιες φορές μπορεί να είναι θλιμμένοι ή χαρούμενοι χωρίς να υπάρχει προφανής λόγος. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε έντονα συναισθήματα που τους έχουν προκληθεί από καταστάσεις που δεν μπορούν να ανακαλέσουν. 


Τα συναισθήματα, όμως, φαίνεται πως είναι πιο ισχυρά και συνεχίζουν να υπάρχουν. Αυτός είναι ένας βασικός λόγος που θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί ως προς τη συμπεριφορά μας απέναντι σε έναν ασθενή με Αλτσχάιμερ. Μπορεί να φαίνεται πως δεν έχουν επαφή με το περιβάλλον γύρω τους και δεν αντιλαμβάνονται ή δεν συνειδητοποιούν όσα συμβαίνουν, όμως, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι συνεχίζουν να αντιλαμβάνονται τα συναισθήματα και επηρεάζονται από αυτά. Επομένως, είναι εύκολο να ξεχαστούν  γεγονότα και συμβάντα από τη μνήμη αλλά είναι δύσκολο να διαγραφούν τα συναισθήματα που κρύβονται πίσω από αυτές τις καταστάσεις. Έτσι, βιώνουν κάποια συναισθήματα για τα οποία μπορεί να μην θυμούνται καν τους λόγους που τα προκάλεσαν. 


Τα συναισθήματα, λοιπόν, στους ασθενείς με Αλτσχάιμερ παίζουν σημαντικό ρόλο και συνεχίζουν να υπάρχουν. Τα άτομα που φροντίζουν ασθενείς με Αλτσχάιμερ θα πρέπει να δίνουν έμφαση στα συναισθήματα και στην εξασφάλιση ενός ήρεμου και εξισορροπημένου περιβάλλοντος, που θα μειώνει τη σύγχυση. Οι ασθενείς με Αλτσχάιμερ έχουν ανάγκη από κατανόηση και αποδοχή, από αγάπη και τρυφερότητα, από ηρεμία και ζεστασιά…



Guzman- Velez, E., Feinstein, J.S., & Tranel, D. (2014). Feelings Without Memory in Alzheimer Disease. Cognitive and Behavioral Neurology, 27 (3), 117-129.



Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος- Κοινωνιολόγος, MSc.

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2015

Αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό



“Μόνο εγώ κάνω αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό μου; Μόνο εγώ σκέφτομαι πόσο λίγος είμαι και νιώθω αυτολύπηση και στεναχώρια και αισθάνομαι τα πάντα να καλύπτονται από ένα μαύρο πέπλο, που δεν μ’ αφήνει να δω ούτε λίγο αισιόδοξα το μέλλον, ή έστω το παρόν;” 

Στο διάλογο με τον εαυτό μας συχνά είμαστε αυστηροί κριτές και κάνουμε διάφορες αρνητικές σκέψεις που δημιουργούν μια αρνητική εικόνα για τον εαυτό μας και κατ’ επέκταση για την ταυτότητά μας. Ακόμη και εμείς οι ίδιοι αν χρησιμοποιήσουμε τη λογική ξέρουμε ότι είναι υπερβολικές ή λανθασμένες οι σκέψεις που κάνουμε για τον εαυτό μας, όμως, μέσα από την επανάληψη και τη διαρκή υπενθύμιση αυτών στον εαυτό μας, καταλήγουμε να τις πιστεύουμε και να τις υιοθετούμε σαν πραγματικές, θεωρώντας ότι είναι αναπόσπαστο κομμάτι της προσωπικότητας και της ταυτότητάς μας. 


Η πιο βασική αιτία που μας ωθεί να παράγουμε και να αναπαράγουμε αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό μας είναι η πεποίθηση ότι με αυτό τον τρόπο θα καταφέρουμε να βελτιώσουμε τον εαυτό μας. Στόχος μας θα πρέπει να είναι να εξαλείψουμε αυτές τις αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό. Αρχικά, θα πρέπει όμως να εντοπίσουμε και να αναγνωρίσουμε αυτές τις σκέψεις. Αφού τις αναγνωρίσουμε αρχίζουμε να τις επεξεργαζόμαστε με βάση τη λογική, ώστε να μπορέσουμε να δούμε κατά πόσο ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και αν τελικά μπορούμε να τις αμφισβητήσουμε. Πρόκειται για μια διαδικασία που μπορεί να πάρει χρόνο και χρειάζεται εξάσκηση, όμως, το αποτέλεσμα θα είναι αρκετά βοηθητικό για τον εαυτό μας. 

Ξεκινώντας αυτή τη διαδικασία, παρατηρούμε ότι ένα μεγάλο μέρος των αρνητικών σκέψεων είναι ανακριβείς, υπερβολικές ή επικεντρώνονται στα αρνητικά στοιχεία της εκάστοτε κατάστασης. Αυτό μας δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι όσα πιστεύουμε για τον εαυτό μας τα έχουμε επιβεβαιώσει και διαρκώς τα επιβεβαιώνουμε και σε πρακτικό επίπεδο, επομένως, ισχύουν. Θα πρέπει, όμως, να σιγουρευτούμε ότι λαμβάνουμε υπόψη τα θετικά στοιχεία, με τον ίδιο τρόπο και την ίδια βαρύτητα που αξιολογούμε τα αρνητικά στοιχεία μιας κατάστασης.

Οι αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό μας έχουν άμεσο αντίκτυπο στα συναισθήματά μας, αλλά και στη συμπεριφορά μας. Επομένως, είναι σημαντικό να πειστούμε για την εξάλειψη των αρνητικών σκέψεων για τον εαυτό μας. Ας δούμε κάποιες ερωτήσεις που θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν ώστε να μειώσουμε τις αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό μας:


Έχω αποδείξεις για αυτό που σκέφτομαι;
Πώς προχωράω σε αρνητικά συμπεράσματα για τον εαυτό μου;
Πώς μπορώ να διαπιστώσω αν οι σκέψεις μου είναι πραγματικές;
Υπάρχουν άλλες οπτικές μέσα από τις οποίες μπορώ να δω τον εαυτό μου;
Τι μπορεί να σημαίνουν αυτές οι σκέψεις για μένα;
Αν έβλεπα θετικά τα πράγματα, πώς θα αντιλαμβανόμουν τον εαυτό μου;
Τι καλό μπορώ να πάρω από κάθε κατάσταση;
Ο τρόπος που σκέφτομαι για τον εαυτό μου με βοηθάει να επιτύχω τους στόχους μου;
Τι μπορώ να κάνω για να με βοηθήσω ώστε να επιλύσω τυχόν προβλήματα που υπάρχουν;

Μέσα από τις παραπάνω ερωτήσεις μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε τον τρόπο που μας επηρεάζουν οι αρνητικές σκέψεις. Πρόκειται για σκέψεις που μπορεί να λειτουργήσουν αυτοκαταστροφικά, τουλάχιστον για την αυτοεικόνα μας. Ωστόσο, μπορεί να τις διατηρούμε γιατί κάποιες φορές ενδεχομένως αποδείχτηκαν βοηθητικές ή παρακινητικές για να κάνουμε πράγματα. Σε ένα μακροπρόθεσμο επίπεδο, περισσότερα είναι τα αρνητικά παρά τα θετικά στοιχεία που μας δίνουν οι αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό μας, για αυτό είναι σημαντικό να θέσουμε ως στόχο να αλλάξουμε τον τρόπο που σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας και τον αντιμετωπίζουμε. 


Όλα όσα σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας είναι καθοριστικά για αυτό που είμαστε και τον τρόπο που λειτουργούμε μέσα στις σχέσεις μας. Επομένως, για να βελτιώσουμε την οποιαδήποτε σχέση μας θα πρέπει πρώτα να αλλάξουμε τον τρόπο που εμείς σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας και κατ’ επέκταση και για τους άλλους ανθρώπους γύρω μας.
Όσον αφορά τις αρνητικές σκέψεις ένα βασικό ερώτημα είναι κατά πόσο μπορούμε να μετατρέψουμε τις αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό σε θετικές.
Ας δούμε μερικά παραδείγματα:

Ποτέ πριν δεν θα το έκανα αυτό (-)
Είναι μια ευκαιρία να μάθω κάτι καινούργιο και να πάρω κάποια πράγματα (+)

Είναι τόσο περίπλοκη η κατάσταση (-)
Έχω τη δυνατότητα να δοκιμάσω να αντιμετωπίσω την κατάσταση από μια διαφορετική οπτική γωνία (+)

Δεν έχω τη δυνατότητα και τους πόρους να το κάνω (-)
Η ανάγκη να τα καταφέρω μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο για ανάπτυξη της εφευρετικότητας (+)

Νιώθω αρκετά τεμπέλης για να τα καταφέρω (-)
Δεν μπορώ να βρω το κατάλληλο πρόγραμμα για να τα καταφέρω, αλλά μπορώ να επανεξετάσω ορισμένες προτεραιότητες (+)

Δεν υπάρχει καμία πιθανότητα και τρόπος για να τα πάω καλά (-)
Μπορώ να προσπαθήσω και να τα καταφέρω (+)

Κανείς δεν θέλει να επικοινωνήσει μαζί μου, μάλλον είμαι πολύ βαρετός (-)
Θα πρέπει να γίνω πιο ανοιχτός στην επικοινωνία με τους άλλους (+)*


Αν, λοιπόν, καταφέρουμε να εξαλείψουμε αυτό τον αυστηρό κριτή μέσα μας που διαρκώς βρίσκει λόγους για να κάνει αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό, θα μπορέσουμε να δούμε τον εαυτό μας από μια πιο θετική οπτική γωνία. Η έντονη κριτική προς τον εαυτό μας προσανατολίζει κυρίως προς τις αποτυχίες μας και προς τα αδύναμα στοιχεία του χαρακτήρα μας. Οι αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό μας ξεκινούν από την παιδική ηλικία και συνδέονται με το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνουμε. Είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε ποιες είναι αυτές οι σκέψεις και πόσο βλαπτικές είναι για την αυτοεκτίμηση και την αυτοεικόνα μας, αλλά και με πόσο αυτόματο τρόπο γίνονται. Ωστόσο, αξίζει να δοκιμάσουμε να τις εξαλείψουμε…



*http://www.mayoclinic.org/healthy-lifestyle/stress-management/in-depth/positive-thinking/art-20043950?pg=2


Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος- Κοινωνιολόγος, MSc.