Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

Η ζήλια στην παιδική ηλικία



Η ζήλια είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό της παιδικής ηλικίας, όπου το παιδί έχει ανάγκη την φροντίδα του γονιού και απαιτεί την αποκλειστική προσοχή και ενασχόληση. Η ζήλια είναι ένα συναίσθημα με θετικές και αρνητικές όψεις. Η αρνητική πλευρά της ζήλιας εκδηλώνεται με θυμό, αίσθημα απόρριψης και ανάγκη για επιστροφή σε προγενέστερη κατάσταση. Ωστόσο, ας μην ξεχνάμε ότι η ζήλια είναι ένα φυσιολογικό συναίσθημα, το οποίο θα πρέπει να το απενοχοποιήσουμε και να ενθαρρύνουμε το παιδί να μιλήσει για το πώς νιώθει. Δεν βοηθάει και πολύ να λέμε στο παιδί «έλα τώρα δεν υπάρχει λόγος να ζηλεύεις, εσύ είσαι μεγάλο παιδί» και να συνεχίζουμε τη σύγκριση που το ίδιο έχει ξεκινήσει. Είναι πιο βοηθητικό να ακούσουμε το παιδί και να το κατανοήσουμε. Πολλά παιδιά δεν παραδέχονται ότι ζηλεύουν, ενώ ορισμένες φορές εκφράζεται με συγκαλυμμένους τρόπους. Για αυτό ενθαρρύνουμε το παιδί να μας μιλήσει για όσα νιώθει. Δεν είναι κακό να ζηλεύει, απλά καλό είναι να το συζητήσουμε μαζί του ώστε να δούμε πώς νιώθει και γιατί νιώθει έτσι.

Το βασικό ερώτημα που μας έρχεται στο μυαλό είναι: γιατί το παιδί ζηλεύει;
Το παιδί ζηλεύει όταν νιώθει ότι δεν έχει αρκετή προσοχή και ενδιαφέρον από τους γονείς. Μπορεί να βιώνει συναισθηματική στέρηση, η οποία είναι σε υποκειμενικό επίπεδο και δεν εξαρτάται από την πραγματική φροντίδα που δέχεται το παιδί. Βλέποντάς το από την οπτική γωνία του παιδιού, το ίδιο νιώθει ότι στερείται τη γονεϊκή αγάπη ή ότι μειώνεται η αγάπη που παίρνει, με αποτέλεσμα να αισθάνεται  ανησυχία και ανασφάλεια. Επίσης, το παιδί ζηλεύει όταν νιώθει ότι χάνει την αποκλειστικότητα των γονιών. Το παιδί θέλει να έχει την απόλυτη προσοχή, το ενδιαφέρον των γονιών και την αγάπη.

Η ζήλια μπορεί να εμφανιστεί με την είσοδο νέου μωρού στην οικογένεια, με την γνωριμία με το νέο σύντροφο του γονέα σε περίπτωση μονογονεϊκής οικογένειας, με τη σχέση που έχει με τον αδερφό ή την αδερφή του καθώς και η σύγκριση με τις ικανότητες και τις επιδόσεις των άλλων παιδιών. Η ζήλια μπορεί να εκδηλωθεί με τάση σύγκρισης με τους άλλους και αίσθημα ότι υστερεί ή ότι χάνει την ασφάλεια που είχε, επιθετικότητα προς τους γονείς, φόβο απόρριψης ή εγκατάλειψης.

Το παιδί έχει έντονη τάση για σύγκριση με τους συνομηλίκους και τα αδέρφια του. Χρειάζεται αποκλειστικό χρόνο και αφοσίωση από τους γονείς, οι οποίοι θα πρέπει να προσαρμόζονται στις ανάγκες και το χαρακτήρα του κάθε παιδιού. Όταν οι γονείς εκφράζουν προτίμηση και συμπάθεια προς ένα από τα παιδιά ή κάνουν συγκρίσεις μεταξύ των παιδιών δημιουργούν ζήλια και ανταγωνισμό ανάμεσα στα παιδιά. Η στάση αυτή μπορεί να είναι ασυνείδητη, ή μπορεί να εξαρτάται από το παιδί που ανταποκρίνεται περισσότερο στα γνωρίσματα και τις συμπεριφορές που είναι επιθυμητές για το γονιό ή έχουν ιδιαίτερη σημασία. Είναι σημαντικό οι γονείς να αντιμετωπίζουν το κάθε παιδί ως ξεχωριστή προσωπικότητα. Δεν λέμε ποιο παιδί αγαπάμε περισσότερο, ποιος είναι πιο καλός μαθητής, ποιος είναι πιο καλό παιδί. Δεν ενοχοποιούμε τα συναισθήματα, ενώ φροντίζουμε να ενισχύσουμε τη συνεργατική συμπεριφορά του παιδιού. Είναι σημαντικό να βρίσκουμε και να αφιερώνουμε ξεχωριστό χρόνο στο κάθε παιδί.

Οι γονείς με την πάροδο των ετών εξελίσσονται με αποτέλεσμα να μην είναι εντελώς ίδιοι και να παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις στη συμπεριφορά και στις στάσεις απέναντι στα παιδιά. Τα παιδιά της ίδιας οικογένειας δεν ανατρέφονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ούτε μεγαλώνουν μέσα στο ίδιο ακριβώς ψυχολογικό πλαίσιο. Στο πρωτότοκο παιδί εκδηλώνεται μεγαλύτερη αυστηρότητα και υπερπροστασία και οι γονείς εναποθέτουν όλες τις προσδοκίες τους, ενώ στα επόμενα παιδιά εμφανίζεται μεγαλύτερη επιείκεια και ευελιξία και οι γονείς γίνονται πιο χαλαροί.  

Η ζήλια μπορεί να είναι αποτέλεσμα των συγκρίσεων που κάνουν οι γονείς ανάμεσα στα παιδιά τους. Οι γονείς αγνοώντας τις αρνητικές επιπτώσεις προβαίνουν σε συγκρίσεις μεταξύ των αδελφών. Οι συγκρίσεις μπορεί να αφορούν τις σχολικές επιδόσεις ή συμπεριφορές των παιδιών, ενώ οι συγκρίσεις για τα παιδιά ισοδυναμούν με ένδειξη προτίμησης για κάποιο από τα παιδιά.

Ένα παιδί που ζηλεύει μπορεί να εμφανίσει παλινδρομικές μορφές συμπεριφοράς, επιθετικότητα (λεκτική, εχθρική ή σωματική), μεγάλο θαυμασμό ή πλήρης αδιαφορία για τα αδέρφια του, διαταραχές στη συμπεριφορά, παραίτηση ή υπερπροσπάθεια.

Τα παιδιά θα πρέπει να νιώθουν την αποδοχή από τους γονείς τους. Η απόρριψη αποτελεί μία από τις βασικές φοβίες του ατόμου. Το παιδί από πολύ μικρή ηλικία θα πρέπει να νιώσει την ασφάλεια και την αποδοχή από τους γονείς του έτσι ώστε να μπορέσει, μεγαλώνοντας, να κάνει υγιείς σχέσεις. Το άτομο από την αρχή της ζωής του μπορεί να αναπτύσσει ασφαλείς ή ανασφαλείς τύπου δεσμούς, οι οποίοι είναι σημαντικοί για την μετέπειτα ανάπτυξη της κοινωνικής συμπεριφοράς και των σχέσεων που δημιουργεί το άτομο.

Οι γονείς, ίσως ασυνείδητα κάποιες φορές, μπορεί να εκδηλώνουν συμπεριφορές που εκφράζουν την αποδοχή ή την απόρριψη του παιδιού τους. Η αποδοχή του παιδιού από το γονιό σημαίνει ότι πρόκειται για φιλικούς και στοργικούς γονείς, ήρεμους, ήπιους και μαλακούς, που δείχνουν αγάπη και εκφράζουν τα συναισθήματά τους προς το παιδί, ενώ το ενισχύουν, το επιδοκιμάζουν και το στηρίζουν ψυχολογικά, κάνουν μαζί του δραστηριότητες, παίρνουν ευχαρίστηση από τη συντροφιά του, δείχνουν κατανόηση στα σφάλματα και τις δυσκολίες του παιδιού. Οι γονείς θα πρέπει να είναι συναισθηματικά διαθέσιμοι και δίπλα στο παιδί κάθε στιγμή της ανάπτυξής του.

Οι απορριπτικοί γονείς δίνουν λιγότερη ενίσχυση και λιγότερες αμοιβές στο παιδί τους, ενώ συχνά ασκούν έντονη κριτική, μεγαλοποιούν τα λάθη του παιδιού και έχουν επιλεκτική προσοχή απέναντι σε σφάλματα και ατέλειες του παιδιού (εστιάζουν κυρίως σε αρνητικά χαρακτηριστικά και μειονεκτήματα του παιδιού και τα τονίζουν). Επίσης, οι γονείς αυτοί είναι οξύθυμοι, βίαιοι, τραχείς και άκαμπτοι.  Η απόρριψη προκαλεί στα παιδιά ανασφάλεια, έλλειψη αυτοπεποίθησης, ενώ το παιδί βιώνει ματαίωση, θυμό και φόβο.

Για μια ισορροπημένη ανάπτυξη του παιδιού χωρίς έντονη ζήλια θα πρέπει οι γονείς να εξασφαλίσουν ένα περιβάλλον ασφάλειας και μοναδικότητας για το κάθε παιδί προωθώντας ότι όλοι είμαστε διαφορετικοί και ξεχωριστοί και ο καθένας έχει τις δικές του ικανότητες και τα δικά του χαρίσματα.

Πάππους και γιαγιά: Μια σχέση που χαλάει ή ωφελεί τα παιδιά;



Οι γονείς συχνά παραπονιούνται ότι ο παππούς και η γιαγιά πολλές φορές ξεπερνούν τα όρια, δίνουν συμβουλές και επικρίνουν τους γονείς, εκφράζουν υπερβολική αγάπη προς τα παιδιά, τα κακομαθαίνουν, κάνουν όλα τους τα χατίρια και τα κάνουν ανεξέλεγκτα.
Ας σκεφτούμε ότι μέσα από αυτή τη σχέση ο παππούς και η γιαγιά έχουν την ευκαιρία να κάνουν όσα δεν είχαν κάνει ή δεν είχαν προλάβει να κάνουν με τα παιδιά τους. Όταν ήταν γονείς και μεγάλωναν τα παιδιά τους δεν είχαν το χρόνο, τη διάθεση ή το κουράγιο για σκανταλιές και παιχνίδι. Τώρα πλέον σε αυτή τη σχέση δεν έχουν την κύρια ευθύνη της ανατροφής και δεν έχουν να σκεφτούν συνέπειες και επιπτώσεις των ορίων που δεν βάζουν. 

Η σχέση του παππού και της γιαγιάς με τα εγγόνια είναι μια σχέση μοναδική που δίνει πολλά και στις δύο πλευρές. Είναι περισσότερα τα οφέλη παρά τα μειονεκτήματα που συγκεντρώνει αυτή η σχέση. Εξάλλου, τα όρια τα βάζει ο γονιός τόσο στα παιδιά όσο και στη σχέση με τους δικούς του γονείς. Οι γονείς θα πρέπει να μην είναι επικριτικοί με τους δικούς τους γονείς. Ακούγεται αρκετά σκληρό να λένε: «Δεν θέλω να μεγαλώσω τα παιδιά μου, όπως εσείς. Δεν θέλω να κάνω τα δικά σας λάθη». 














Διαφορετική γενιά, διαφορετικά βιώματα και εμπειρίες, διαφορετικές προσλαμβάνουσες και ερεθίσματα, μια τελείως διαφορετική νοοτροπία. Ένα άτομο που βρίσκεται πλέον στην τρίτη ηλικία είναι δύσκολο να αλλάξει τη δική του νοοτροπία και είναι δύσκολο να συμμορφωθεί με τους κανόνες που θέτουν οι γονείς. Ίσως το πιο πρόσφορο πεδίο στο οποίο μπορούμε να παρέμβουμε είναι το ίδιο το παιδί, ξεκαθαρίζοντας τους διαφορετικούς κανόνες που υπάρχουν στο σπίτι με τον παππού και τη γιαγιά και στο δικό μας σπίτι. Ένα παιδί που έχει μάθει να ζει με όρια και κανόνες δεν θα γίνεται τελείως ανεξέλεγκτο από τη χαλαρότητα του παππού και της γιαγιάς. Το παιδί έχει ανάγκη από αυτή τη διαφορετική σχέση, έχει ανάγκη από ένα άτομο που νιώθει ότι είναι σύμμαχός του. Ωστόσο, αυτά θα πρέπει να γίνονται μέσα σε λογικά πλαίσια και να μην ξεφεύγει η κατάσταση.

Ένα σημείο στο οποίο θα πρέπει να σταθούμε είναι στη σχέση που έχουμε με τους γονείς μας. Ο τρόπος που βλέπουμε τη σχέση που έχει ο παππούς και η γιαγιά με τα εγγόνια εξαρτάται από τη δική μας σχέση με τους γονείς μας. Μήπως νιώθουμε ότι προσφέρουν στο εγγόνι τους πολύ περισσότερα από ότι πρόσφεραν σε εμάς, ότι είναι πιο συναισθηματικοί και εκδηλωτικοί μαζί του, ότι παίζουν περισσότερο μαζί του και του κάνουν όλα τα χατίρια; Μπορεί να μην το συνειδητοποιούμε, ωστόσο, είναι μια σύγκριση που γίνεται αυτόματα και αναπόφευκτα. Ας αφήσουμε όμως τα παιδιά να αναπτύξουν τη δική τους σχέση με τον παππού και τη γιαγιά βάζοντας κάποια όρια και ας δώσουμε την ευκαιρία στους γονείς μας να ζήσουν όσα δεν πρόλαβαν να χαρούν από τα παιδιά τους, αλλά ας επιλύσουμε κι εμείς τις διαφορές που έχουμε με τους γονείς μας. 


Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

Ξέρω ν’ ακούω;



Όταν ξέρει κανείς ν’ ακούει, μιλάει πάντα καλά…
Μολιέρος

«Κάθε φορά που μου μιλάς σκέφτομαι τα δικά μου. Πιστεύω ότι σ’ ακούω, προσπαθώ να σου βρω λύσεις και να σου δώσω συμβουλές, όμως, όταν φεύγεις δεν είμαι και πολύ σίγουρος τι ακριβώς μου είπες και καμιά στιγμή δεν σκέφτηκα πώς νιώθεις, πώς βλέπεις τα πράγματα και γιατί…»

Και τελικά αναρωτιέμαι: Ξέρω να ακούω τους άλλους; 

Πολλές φορές κατηγορούμε τους άλλους ότι δεν ακούν, ότι δεν είναι εδώ όταν τους μιλάμε και ότι μόνο τον εαυτό τους σκέφτονται. Ας στραφούμε όμως στον εαυτό μας.

Τι σημαίνει σ’ ακούω;
Δεν παρεμβαίνω όταν μου μιλάς, δεν σε διακόπτω, δεν σ’ εμποδίζω να εκφραστείς όπως θέλεις, να μου πεις αυτά που σκέφτεσαι και αισθάνεσαι, δεν αλλάζω θέμα και σου δίνω χρόνο για να σκεφτείς και να μου μιλήσεις.
Σιωπώ και αφοσιώνομαι σε όσα μου λες.
Προσπαθώ να μπω στη θέση σου και να δω το θέμα από τη δική σου οπτική γωνία.
Δεν σου ασκώ κριτική, προσπαθώ να κατανοήσω αυτά που λες.


Τι λάθη όμως κάνουμε στην προσπάθειά μας να ακούσουμε τους άλλους:

- Υποβαθμίζουμε το πρόβλημα ή τις δυσκολίες του άλλου για να τον κάνουμε να αισθανθεί καλύτερα (Έλα δεν έχεις τίποτα, πως κάνεις έτσι;). Το μήνυμα που μεταδίδουμε είναι «Για να παρηγορήσουμε κάποιον φτάνει να αρνηθούμε τον πόνο του». Πόσες φορές έχουμε αντιμετωπίσει άρνηση του πόνου μας, ελάχιστη διάθεση ή αδιαφορία να μας ακούσουν, μαθήματα ηθικής ή τα γέλια και την κοροϊδία των άλλων. Από παιδιά ακόμη παρατηρούμε και αντιγράφουμε τους τρόπους των μεγάλων, μαθαίνουμε τους ‘σωστούς’ κανόνες επικοινωνίας, την ίδια στιγμή που και αυτοί οι ίδιοι σιωπηλά υπέφεραν, καθώς δεν είχαν κάποιο να τους ακούσει, να μοιραστεί μαζί τους τις έγνοιές τους και να τους καταλάβει.
 
- Για να διατηρήσουμε την προσωπική μας ηρεμία, εμποδίζουμε τον άλλο να εκφράσει αυτό που μας ενοχλεί με κάθε μέσο, τον αποθαρρύνουμε να μιλήσει.

- Αρχίζουμε να δίνουμε συμβουλές ή να του υπαγορεύουμε λύσεις. Όταν έχουμε ανάγκη κάποιον να μας ακούσει, σίγουρα δεν έχουμε ανάγκη από συμβουλές και καθοδήγηση. Και πώς είμαστε σίγουροι ότι εμείς ξέρουμε, ότι είμαστε οι κατάλληλοι για να δώσουμε λύσεις; 

- Ακυρώνουμε αυτά που μας λέει ο άλλος ή τα δεχόμαστε χωρίς όμως να του δώσουμε περισσότερη σημασία.

- Τα εκμεταλλευόμαστε για να κάνουμε μονόλογο, να μιλήσουμε για εμάς και για τα επιτεύγματα ή τις δυσκολίες μας.

- Ερμηνεύουμε τα λόγια του άλλου με βάση αυτά που εμείς έχουμε στο μυαλό μας.

Ξεκινώντας, λοιπόν, από τον εαυτό μας και λειτουργώντας ως παράδειγμα για τους άλλους, ας ακούμε περισσότερο και ας είμαστε πιο ανοιχτοί στους άλλους. Αν ο άλλος πιστεύει κάτι που είναι εκ διαμέτρου αντίθετο από αυτό που εμείς πιστεύουμε δεν σημαίνει πως εμείς πιστεύουμε το σωστό και ο άλλος το λάθος… απλά έχουμε διαφορετικές απόψεις, αντιλήψεις και πεποιθήσεις. Θα πρέπει να σεβόμαστε τη διαφορετικότητα του καθενός και τον τρόπο που ο καθένας αντιλαμβάνεται τα πράγματα και συμπεριφέρεται, τον τρόπο που αισθάνεται και εκφράζει τα συναισθήματά του, τον τρόπο που λειτουργεί μέσα στις σχέσεις του…



Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος- Κοινωνιολόγος, MSc.

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

Συντροφικές Σχέσεις: Κατηγορώ-Απομακρύνομαι



Όταν οι σύντροφοι είναι αποσυνδεδεμένοι μεταξύ τους εμφανίζουν κυρίως αρνητικές αλληλεπιδράσεις και τέτοια χροιά έχουν και οι μεταξύ τους διάλογοι. Οι τρεις πιο βασικές μορφές διαλόγου ανάμεσα στους συντρόφους που δεν οδηγούν σε επίλυση των διαφορών και των συγκρούσεων είναι οι εξής: 

«Η Πόλκα της Διαμαρτυρίας»
«Το Βάζω στα Πόδια»
«Βρες τον Κακό»

Στη συνέχεια θα αναλύσουμε την πρώτη μορφή διαλόγου ανάμεσα στους συντρόφους.

«Η Πόλκα της Διαμαρτυρίας» 

Ο ένας σύντροφος γίνεται επικριτικός και επιθετικός και ο άλλος απολογητικός και απόμακρος. Τα ζευγάρια που ακολουθούν αυτό το μοτίβο επικοινωνίας όταν  μαλώνουν ο ένας φωνάζει και ασκεί κριτική στον άλλο για μια συμπεριφορά του και ο άλλος αντιδρά με τελείως παγωμένο τρόπο ή προσπαθεί να δικαιολογήσει τη συγκεκριμένη συμπεριφορά του. Έτσι, το ζευγάρι μπαίνει μέσα σε έναν ατέλειωτο καβγά όπου ο ένας από τους δύο φωνάζει και ο άλλος προσπαθεί να δικαιολογήσει τον εαυτό του ή αποσύρεται σε μια παγωμένη σιωπή. Ουσιαστικά, το ζευγάρι εγκλωβίζεται μέσα στον ίδιο τον καβγά και προσπαθούν να δώσουν απαντήσεις σε δύο αδιέξοδους πόλους: τι ακριβώς έγινε και ποιανού η ιστορία είναι σωστή. Ωστόσο, σε κάθε σύγκρουση που υπάρχει στο ζευγάρι θα πρέπει να εξεταστούν ποια είναι τα θέματα που υπάρχουν κάτω από αυτή τη σύγκρουση: πόσο συζητάει το ζευγάρι, πώς είναι η μεταξύ τους σχέση; Μέσα σε μια κατάσταση καβγά και έντασης κανείς όμως δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει τι προσκαλεί στον άλλο και πώς επιδρά στη σχέση. Και το αποτέλεσμα είναι κοινό και για τους δύο: θυμός, ματαίωση, αναζήτηση εξηγήσεων, απογοήτευση και μοναξιά.

Ένα ζευγάρι που έχει φτάσει σε αυτή την κατάσταση έχει ανάγκη για δεσμό, γιατί ο τρόπος που αντιδρούν και καβγαδίζουν δείχνει ότι και οι δύο νιώθουν μόνοι μέσα σε αυτή τη σχέση και απλά επαναλαμβάνουν ένα μοτίβο: ο ένας απαιτεί και ο άλλος αποσύρεται. Έτσι και οι δύο νιώθουν στερημένοι και συναισθηματικά απομονωμένοι. Δεν ακούνε με ενσυναίσθηση ο ένας τον άλλο ούτε κατανοούν πώς το παρελθόν τους συνέβαλε στην σημερινή προβληματική κατάσταση. Η πιο κρίσιμη στιγμή για να ξεπεράσουν αυτή την αποσύνδεση είναι να πλησιάσει ο ένας τον άλλο, μόλις περάσει η άμεση απειλή, ώστε να ξαναβρούν τη χαμένη στοργή και συναισθηματική ανταπόκριση. Συνήθως, και οι δύο αναρωτιούνται που πήγε η αγάπη και γιατί χάθηκε η επαφή, όμως θα πρέπει να προσπαθήσουν και οι δύο ώστε να έρθουν πιο κοντά και να προσεγγίσουν ο ένας τον άλλο με στοργή, αγάπη, κατανόηση και διάθεση για επικοινωνία. Και οι δύο την ίδια ανάγκη έχουν: ανάγκη για συναισθηματική ανταπόκριση. Θα μπορέσουν άραγε να «ακούσουν» συναισθηματικά ο ένας τον άλλο ξανά;


«Η αγάπη είναι ο καλύτερος μηχανισμός επιβίωσης και είναι τρομαχτικό να νιώσεις ξαφνικά αποκομμένος συναισθηματικά από τον σύντροφό σου, αποσυνδεδεμένος. Πρέπει να επανασυνδεθούμε, να μιλήσουμε για τις ανάγκες μας με τέτοιον τρόπο ώστε να κινητοποιηθεί ο/η σύντροφός μας και να ανταποκριθεί. Αυτή η λαχτάρα για συναισθηματικό δεσμό με τους κοντινούς μας ανθρώπους είναι η κατεξοχήν συναισθηματική προτεραιότητα, επισκιάζει ακόμη και την ανάγκη για τροφή ή σεξ» (Johnson, 2014: 59-60).


Οι αρνητικές αλληλεπιδράσεις οφείλονται στην απουσία του ασφαλή δεσμού. Όταν νιώθουμε ότι ο ασφαλής δεσμός κινδυνεύει να χαθεί μπαίνουμε σε μια κατάσταση «μάχης» ή «φυγής». Και τότε θα πρέπει να δούμε πώς αντιδρούμε και πώς αντιδρά και ο άλλος: επιρρίπτουμε ευθύνες, γινόμαστε επιθετικοί ή κλεινόμαστε στον εαυτό μας και θέλουμε να δείχνουμε αδιάφοροι; Διαμαρτυρόμαστε και κατηγορούμε ή απομακρυνόμαστε; Και τα δύο είναι ενδείξεις για την ανάγκη μας να επανασυνδεθούμε.  

Επομένως, το πιο βασικό είναι η συναισθηματική ανταπόκριση και για να μπορέσουμε να ενθαρρύνουμε τη συναισθηματική ανταπόκριση θα πρέπει να υπάρχουν τα εξής στοιχεία:

Διαθεσιμότητα –πού μπορώ να σε βρω;-

Πόσο ανοιχτός είναι ο καθένας στο σύντροφό του; Πόσο προσπαθεί να κατανοήσει τα συναισθήματά του; Πόσο μπορεί να υπερβεί την προσωπική τάση φυγής και να συντονιστεί με τις ανάγκες για σύνδεση του άλλου;

Ανταπόκριση –μπορώ να πιστέψω ότι θα ανταποκρίνεσαι στα συναισθήματά μου;
Πόσο συντονίζεται ο σύντροφος με τα συναισθήματά μας, με τις ανάγκες και τους φόβους του συναισθηματικού δεσμού; Πόσο δείχνει πώς τον αγγίζουν; Πόσο αποδέχεται τα συναισθηματικά ερεθίσματα που του στέλνουμε και πόσο ανταποδίδει μηνύματα έγνοιας και φροντίδας, όταν τα έχουμε ανάγκη;

«Η ευαίσθητη ανταπόκριση αγγίζει πάντα τα συναισθήματά μας και κατευνάζει σωματικά» (Johnson, 2014: 63).

Δέσμευση –πώς ξέρω ότι με εκτιμάς και θα είσαι κοντά μου;
Πόσο ιδιαίτερη προσοχή δίνουμε στο αγαπημένο μας πρόσωπο; Πόσο συναισθηματικά παρόντες είμαστε στο σύντροφό μας και πόσο συναισθηματικά παρών είναι ο σύντροφός μας σε εμάς;


Johnson, Sue. (2014). Κράτα με σφιχτά. Επτά συνομιλίες για μια ζωή γεμάτη αγάπη. Αθήνα: Gutenberg.