Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

Ξεσπάσματα θυμού: κάθαρση ή αφορμή για περισσότερο θυμό;



«Ποτέ ο θυμός δεν είναι αναίτιος, σπάνια όμως η αιτία του είναι άξια λόγου» Βενιαμίν Φραγκλίνος

Ο θυμός είναι ένα από τα πιο έντονα και διεγερτικά συναισθήματα, που ξεσπά και δύσκολα μπορούμε να συγκρατήσουμε τον εαυτό μας. Ένα σύνολο από θυμωμένες σκέψεις προηγούνται πριν από το θυμό και καθορίζουν την έντασή του. Ο θυμός συνοδεύεται από ένα σύνολο συναισθημάτων, όπως οργή, πικρία, αγανάκτηση, απόγνωση, εκνευρισμός, εχθρότητα, μίσος, βία και ενόχληση.

Όσο πιο πολύ σκεφτόμαστε αυτά που μας έκαναν να θυμώσουμε τόσο πιο πολύ ενισχύεται η φλόγα του θυμού. Ο θυμός μπορεί να μας περάσει αν προσπαθήσουμε να δούμε μέσα από ένα πιο θετικό πρίσμα την κατάσταση. Θα πρέπει να προσπαθήσουμε να αναγνωρίσουμε και να αμφισβητήσουμε τις σκέψεις που πυροδοτούν το θυμό μας. Πρώτα όμως θα πρέπει να προσπαθήσουμε να ηρεμήσουμε τον εαυτό μας, καθώς όταν είμαστε θυμωμένοι δεν μπορούμε να σκεφτούμε σωστά. Αν καταφέρουμε να ηρεμήσουμε το σώμα μας θα μπορέσουμε να μειώσουμε και τις σκέψεις θυμού. Επίσης, βοηθητικό είναι να απομακρύνουμε για λίγο από το μυαλό μας την πηγή ή την αιτία του θυμού ή και να απομακρυνθούμε από αυτό που μας προκαλεί θυμό. Έτσι, δίνουμε στον εαυτό μας την ευκαιρία να ηρεμήσει και στη συνέχεια μπορούμε πλέον να επανεξετάσουμε την κατάσταση με πιο καθαρό μυαλό. 


Στην περίπτωση του θυμού δεν μας βοηθά να ασχολούμαστε με εμμονική διάθεση με τις σκέψεις που μας προκάλεσαν το θυμό, καθώς οι σκέψεις αποτελούν το έναυσμα για περισσότερες εκρήξεις θυμού. Οι θυμωμένες σκέψεις που κατακλύζουν το μυαλό μας σαν ένας ορμητικός χείμαρρος, τον οποίο θα πρέπει να σταματήσουμε όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, ώστε να μην παρασύρει τα πάντα…


Το ξέσπασμα του θυμού: κάθαρση ή αιτία για περισσότερο θυμό;

Το ξέσπασμα του θυμού είναι ένας τρόπος εκτόνωσης της οργής που μας κάνει να νιώθουμε καλύτερα ή αποτελεί ένα τρόπο που αναζωπυρώνει ή αυξάνει τα επίπεδα του θυμού και μας οδηγεί σε μια διαρκή κατάσταση έντασης;

Οι περισσότερες έρευνες δείχνουν ότι τα ξεσπάσματα οργής αναζωπυρώνουν τα αρνητικά μας συναισθήματα και ενισχύουν τις αρνητικές σκέψεις, με αποτέλεσμα να συνεχίζουμε να έχουμε κακή διάθεση και σύντομα να φτάσουμε στο επόμενο ξέσπασμα θυμού. Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να διαχειριστούμε το θυμό μας είναι να προσπαθήσουμε πρώτα να ηρεμήσουμε –σωματικά και ψυχολογικά- κι έπειτα να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση επιλύοντας το πρόβλημα με εποικοδομητικό τρόπο. Αυτό δεν σημαίνει πως καταπνίγουμε το θυμό μας, απλά βρίσκουμε μια πιο κατάλληλη στιγμή –μια πιο ήρεμη στιγμή- για να το αντιμετωπίσουμε.

Ο καθένας μπορεί να θυμώσει- αυτό είναι εύκολο. Αλλά το να θυμώσει κανείς με το σωστό άτομο, στο σωστό βαθμό και στη σωστή στιγμή, για τη σωστή αιτία και με το σωστό τρόπο –αυτό δεν είναι εύκολο.
Αριστοτέλης



Goleman, Daniel. (2011). Η συναισθηματική νοημοσύνη. Αθήνα: Πεδίο.

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Απωθημένα: τα θάβουμε, αλλά πάντα είναι εδώ…



Λόγια που ποτέ δεν είπαμε, λόγια που διστάσαμε ή δεν τολμήσαμε να εκφράσουμε, χαμένες ευκαιρίες, όνειρα που δεν καταφέραμε να πραγματοποιήσουμε ή έστω να προσπαθήσουμε, ατέλειωτες σκέψεις με εικασίες και πιθανά σενάρια.

Τι θα γινόταν αν τολμούσαμε τη στιγμή που έπρεπε… προχωρώντας ή αφήνοντας πίσω μας όσα έγιναν ή τελικά δεν έγιναν; Και γιατί δεν τολμήσαμε;

Δειλία; Φόβος; Ακατάλληλες συνθήκες; Αμφιβολίες;  


Πάντα σε ανύποπτο χρόνο έρχονται στην επιφάνεια και κάνουν αισθητή την παρουσία τους. Μας υπενθυμίζουν τα αν, που προσπαθήσαμε επιμελώς να θάψουμε, αναζωπυρώνουν σενάρια και υποθέσεις, που όταν ξυπνάνε δίνουν τροφή στη μνήμη μας και δεν την αφήνουν ήσυχη… 

Γιατί τα απωθημένα ζουν μέσα στη μνήμη και τρέφονται από αυτή, ενώ την τροφοδοτούν με ελπίδες και την γεμίζουν με σχέδια και στόχους, που κατά βάθος ξέρουν ότι δεν πρόκειται ποτέ να πραγματοποιηθούν, γιατί δεν είχαν γίνει τη στιγμή που έπρεπε, γιατί τώρα πλέον είναι απλά μια ανάμνηση η οποία παράγεται και αναπαράγεται, αναδιαμορφώνεται και μεταλλάσσεται…


Και το βασικό χαρακτηριστικό των απωθημένων είναι ότι θέλουμε να ζούμε μαζί τους, δεν θέλουμε να ξεκολλήσουμε από αυτά, δεν θέλουμε να τα αποχωριστούμε, γιατί έχουμε πείσει τον εαυτό μας ότι ζώντας με τα απωθημένα είναι σαν να ζούμε με αυτό που δεν πραγματοποιήθηκε, μπορούμε όμως να συνεχίσουμε να ελπίζουμε, να κάνουμε σχέδια και όνειρα και να σκεφτόμαστε αν γινόταν αλλιώς τότε… όλα θα ήταν διαφορετικά. Και ξέρουμε ότι δεν πρόκειται να γίνουν διαφορετικά, ότι είναι πλέον αργά για να αλλάξει κάτι και ότι καλώς ή κακώς έτσι έγιναν τελικά τα πράγματα, όμως, δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε. 

Όλα έχουν χαθεί και η λογική μπορεί συχνά να μας το υπενθυμίζει, όμως, εμείς ακόμη ελπίζουμε… Αυτά είναι τα απωθημένα… τα διαγράφουμε για λίγο από τη μνήμη μας, αλλά τα αφήνουμε για πάντα σε ένα βαθύτερο σημείο της μνήμης, γιατί δεν θέλουμε να τα αποχωριστούμε, ακόμη και όταν όλα έχουν σβήσει. Τα απωθημένα συνεχίζουν να υπάρχουν και κατά καιρούς μας υπενθυμίζουν την παρουσία τους, μας λένε ‘εδώ είμαστε… συνέχισε να ελπίζεις… στο ανέλπιστο, στο ανέφικτο, στο τίποτα…’ Και όταν έχει περάσει αρκετός καιρός και τα απωθημένα ζουν στη μνήμη μας, είναι πλέον σε ένα τόσο μη πραγματικό επίπεδο, που το πιο πιθανό είναι να μην θέλουμε καν να πραγματοποιηθούν… Φοβόμαστε ότι θα απογοητευτούμε… γιατί μια χαρά τα έχουμε φτιάξει μέσα στο κεφάλι μας, όμως, αυτά απέχουν πολύ από τις πραγματικές καταστάσεις. 

Τα απωθημένα αγγίζουν την τελειότητα, είναι οι ιδανικές καταστάσεις που θα θέλαμε, αλλά που δεν πρόκειται να ζήσουμε και έχουμε πείσει τον εαυτό μας για αυτό. Πάντα θα υπάρχει μια πιο ιδανική κατάσταση από αυτό που ζούμε και πάντα μπορεί να αποκτούμε και νέα απωθημένα, που θα μας συντροφεύουν τα μοναχικά βράδια, υπενθυμίζοντάς μας όλα όσα φοβηθήκαμε, όλα όσα δεν κάναμε, όλα όσα διστάσαμε να πούμε και να προσπαθήσουμε. 

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Διαβάζοντας το βιβλίο ενός αυτιστικού παιδιού: «Γιατί χοροπηδάω;»



Ένα βιβλίο που αναφέρει ότι έχει γραφτεί από ένα παιδί με αυτισμό. Έχει πολλά στοιχεία που συναντάς στα παιδιά με αυτισμό, στον τρόπο που αντιλαμβάνονται τον κόσμο, στον τρόπο που επεξεργάζονται τις πληροφορίες και στον τρόπο που αντιδρούν σε καταστάσεις και πρόσωπα. 

Στο βιβλίο αυτό δίνονται απαντήσεις και γίνεται κατανοητό το γιατί αυτά τα παιδιά συμπεριφέρονται και λειτουργούν με το συγκεκριμένο τρόπο. Μπορεί το κάθε παιδί με αυτισμό να είναι διαφορετικό από τα υπόλοιπα, ωστόσο, ο αυτισμός έχει ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, τα οποία θα πρέπει να τα γνωρίζουμε και να τα λαμβάνουμε υπόψη.

Αναφέρω ορισμένα σημεία του βιβλίου, τα οποία θεωρώ σημαντικά:

«Μέσα στο κεφάλι μου δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε αυτό που μόλις άκουσα και σε κάτι που άκουσα πριν από πολύ, πολύ καιρό».
«Η μνήμη μου μοιάζει περισσότερο με ένα σωρό κουκκίδες. Μαζεύω διαρκώς αυτές τις κουκκίδες σαν χαλικάκια, ώστε να επιστρέψω στην ανάμνηση που αντιπροσωπεύουν».

«Η επανάληψη της ερώτησης είναι ένας τρόπος να διατρέξουμε τις αναμνήσεις μας για να βρούμε στοιχεία σχετικά με αυτό που μας ρωτάει αυτός που έχουμε απέναντί μας. Καταλαβαίνουμε την ερώτηση, αλλά δεν μπορούμε να την απαντήσουμε μέχρι να καταφέρουμε να βρούμε τη σωστή «εικόνα ανάμνησης» στο μυαλό μας».

«Τα συναισθήματά μας είναι ίδια με όλων των άλλων, αλλά δεν μπορούμε να βρούμε έναν τρόπο να τα εκφράσουμε».


«Δεν έχουμε καν πλήρη έλεγχο του σώματός μας. Δυσκολευόμαστε ακόμα και να μείνουμε ακίνητοι ή να κινηθούμε ακόμη και να μείνουμε ακίνητοι ή να κινηθούμε όταν μας το ζητούν –είναι σαν να κινούμε με τηλεχειριστήριο ένα ελαττωματικό ρομπότ. Επιπλέον, διαρκώς μας μαλώνουν, και δεν μπορούμε ούτε καν να δικαιολογηθούμε. Κάποτε ένιωθα πως όλος ο κόσμος με έχει εγκαταλείψει».

«Μπορείτε να φανταστείτε πώς θα ήταν η ζωή σας αν δεν μπορούσατε να μιλήσετε;»

«Αν δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τι είναι αυτό που βλέπεις, είναι σαν να μη βλέπεις καθόλου».

«Όποτε ακούω τυχαία κάποιον να σχολιάζει πόσο πολύ προτιμώ να είμαι μόνος μου, νιώθω απέραντη μοναξιά. Είναι σαν να με αγνοούν επίτηδες».

«Καμιά φορά οι άνθρωποι με αυτισμό αρχίζουν να γελούν σαν τρελοί ή μοιάζουν να διασκεδάζουν τρομερά μόνοι τους, χωρίς κανέναν εμφανή λόγο… Βλέπουμε στο μυαλό μας εικόνες ή σκηνές που ξεπετάγονται από το πουθενά, η ανάμνηση κάποιου πράγματος».

«Θυμόμαστε τι κάναμε, πότε, πού, με ποιον το κάναμε και όλα αυτά τα πράγματα, αλλά οι αναμνήσεις αυτές είναι όλες σκόρπιες και δεν συνδέονται ποτέ με τη σωστή σειρά. Το πρόβλημα με τις σκόρπιες αναμνήσεις είναι ότι μερικές φορές ξαναπαίζουν στο μυαλό μου σαν να έχουν μόλις συμβεί».


«Όταν βλέπω ότι έχω κάνει ένα λάθος, το μυαλό μου κατεβάζει ρολά. Κλαίω, ουρλιάζω, κάνω τρομερή φασαρία και δεν μπορώ πια να σκεφτώ τίποτα καθαρά».

«Υπάρχουν στιγμές όπου δεν μπορώ να κάνω αυτό που θέλω ή αυτό που πρέπει να κάνω. Δεν σημαίνει ότι δεν θέλω να το κάνω. Για να ξεκινήσω: σκέφτομαι αυτό που πρόκειται να κάνω, οραματίζομαι πώς θα το κάνω και ενθαρρύνω τον εαυτό μου για να ξεκινήσω».

«Θα θέλαμε να μας προσέχετε- που σημαίνει –σας παρακαλώ, μη μας εγκαταλείπετε ποτέ».

«Το μεγαλύτερο μαρτύριο για εμάς είναι η σκέψη ότι προκαλούμε στενοχώρια στους άλλους».

«Όταν χοροπηδώ νιώθω πολύ καλά όλα τα μέρη του σώματός μου κι αυτό με κάνει να νιώθω τόσο, μα τόσο ωραία».


«Βάζοντας τα χέρια στα αυτιά μας, προσπαθούμε να προστατευτούμε και να καταλάβουμε πάλι που βρισκόμαστε».

«Όταν τινάζουμε τα δάχτυλα και τα χέρια μας μπροστά στο πρόσωπό μας, επιτρέπουμε στο φως να μπει στα μάτια μας με έναν ευχάριστο, φιλτραρισμένο τρόπο».


Κάποια από τα χαρακτηριστικά του αυτισμού, τα οποία φαίνονται μέσα από το συγκεκριμένο βιβλίο:

  • Μιλούν με ιδιαίτερο τρόπο και παράξενο ρυθμό. Χρησιμοποιούν τη γλώσσα με διαφορετικό τρόπο.
  • Κάνουν πράγματα που δεν πρέπει ακόμα και όταν τους έχουν πει πολλές φορές να μην τα κάνουν.
  • Επαναλαμβάνουν τις ερωτήσεις που τους κάνουν.
  • Κάνουν τις ίδιες ερωτήσεις ξανά και ξανά.
  •  Χρειάζονται αρκετό χρόνο για να απαντήσουν σε ερωτήσεις («Η απάντηση που θέλουμε  να δώσουμε έχει πολλές φορές εξαφανιστεί από το μυαλό μας»… «Είναι σαν να πνίγομαι από μια πλημμύρα λέξεων»).
  • Έχουν περιορισμένες εκφράσεις προσώπου.
  • Κάποια άτομα με αυτισμό δεν αντέχουν να τους αγγίζουν ή να τους αγκαλιάζουν.
  • Δεν κάνουν αμέσως αυτό που τους λένε.
  • Χοροπηδούν, κουνώντας τα χέρια.
  • Βάζουν συχνά τα χέρια τους στα αυτιά.
  • Είναι υπερβολικά ευαίσθητοι ή εντελώς αναίσθητοι στον πόνο.
  • Είναι ιδιότροποι στο φαγητό.
  • Τους αρέσει να στριφογυρίζουν.
  • Τινάζουν τα δάχτυλα και τα χέρια τους μπροστά στο πρόσωπό τους.
  • Στοιχίζουν τα παιχνίδια.
  • Τους αρέσει να βρίσκονται στο νερό.
  • Τους αρέσει να βρίσκονται κοντά στη φύση.


Naoki Higashida (2013). Γιατί χοροπηδάω. Ένα αγόρι με αυτισμό σπάει τη σιωπή του αυτισμού. Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο.


Αυτό που φαίνεται μέσα από το βιβλίο αυτό είναι ότι τα παιδιά με αυτισμό νιώθουν, καταλαβαίνουν, αντιλαμβάνονται, σκέφτονται, προβληματίζονται και συμμετέχουν στη ζωή με ένα διαφορετικό τρόπο, με το δικό τους τρόπο, που θα πρέπει να τον κατανοήσουμε, να τα προσεγγίσουμε με υπομονή και επιμονή, δίνοντάς τους την ευκαιρία να εμπιστευτούν και να ανοιχτούν, να νιώθουν ότι τα κατανοούμε και είμαστε κοντά τους, μειώνοντας τη μοναξιά τους.

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

Performance art ή ζωντανή τέχνη



Η performance art ή ζωντανή τέχνη ή σωματική τέχνη στηρίζεται στην αλληλεπίδραση, ενώ στοιχεία της είναι η τέχνη του σώματος, τα συμβάντα, η δράση και η εκτέλεση. Χαρακτηριστικά της τέχνης αυτής είναι ο χώρος, ο χρόνος, το σώμα του καλλιτέχνη και η αλληλεπίδρασή του με το κοινό. Καλλιτέχνες, όπως η Marina Abramovic, που θεωρείται μια από τις πιο σημαντικές εκπροσώπους του συγκεκριμένου είδους τέχνης, διαπραγματεύονται στα έργα τους χαρακτηριστικά όπως ο πόνος, το σώμα, η ευθραυστότητα του σώματος, ο θάνατος, οι αντοχές και τα όρια του ανθρώπινου σώματος. Πρόκειται για ένα είδος τέχνης που έχει σημαντικές ψυχολογικές και συμβολικές διαστάσεις. Είναι μια παράσταση που διεξάγεται σε κοινό ή χωρίς την παρουσία κοινού, στηρίζεται στην αλληλεπίδραση και ενσωματώνει στοιχεία από την καθημερινότητα.

Το σώμα ως καμβάς, ως μέσο διεξαγωγής της performance
Από τα πρώτα χρόνια ενασχόλησής της με την performance art η Abramovic κατάλαβε ότι μπορεί να χρησιμοποιεί οποιοδήποτε υλικό επιθυμεί, όπως φωτιά, νερό, αλλά και το σώμα της. Γρήγορα το σώμα της αποτέλεσε το βασικό της υλικό στα έργα της, καθώς με τη χρήση του σώματος άρχισε να βιώνει ικανοποίηση, ενώ μέσω αυτού μπορούσε να επικοινωνεί άμεσα με το κοινό της. Η δυνατότητα που της έδινε η performance art για εκτέλεση και παράσταση ήταν ένας τρόπος έκφρασης που την κάλυπτε. Το σώμα αποτελεί το προαπαιτούμενο, την ευκαιρία αλλά και το εμπόδιο, για αυτό και συνιστά τη βάση για ένα υπαρξιακό σημείο εκκίνησης με σκοπό την πνευματική ανάπτυξη.


Στην performance art το κορμί είναι σώμα και αναπαράσταση ταυτόχρονα, με διαφορετικούς συμβολισμούς, αξίες και παραδηλώσεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η παραστατικότητα και η σωματικότητα συνδέονται πάντα με αυτονόητο και ευθύγραμμο τρόπο. Το σώμα, οι παραστάσεις του σώματος, καθώς και οι αξίες που συνδέονται με το σώμα διαμορφώνουν τα πλαίσια και χωρίζουν τον κόσμο. Στην τέχνη το σώμα έχει εμφανιστεί με διάφορους τρόπους, όπως γυμνό, ντυμένο, βασανισμένο, ακρωτηριασμένο ή επιθυμητό. Το έναυσμα για τους καλλιτέχνες στην performance art είναι να βάλουν τον καλλιτέχνη σε μια διαρκή πρόκληση να δοκιμάσει τα όρια του σώματος, μέσα από την πρόκληση πόνου και τραυμάτων.

Στην performance art το σώμα του καλλιτέχνη που εκτίθεται μπορεί να εμφανίζεται ως άρρωστο, να έχει πληγές ή να είναι παραμορφωμένο. Το τραυματισμένο και παραμορφωμένο σώμα γίνεται πιο εύκολα αποδεκτό από τους άλλους, καθώς πρόκειται για ένα σώμα που ακόμη κι αν είναι γυμνό χάνει την ντροπή του, και έχει την τάση έκθεσης και επίδειξης. Όπως και ένα άρρωστο άτομο και ένας καλλιτέχνης που τραυματίζει το σώμα του δεν νιώθει ντροπή για το σώμα του. Ο οίκτος δεν επουλώνει τις πληγές του σώματος, για αυτό ένα πληγωμένο σώμα που γίνεται θέαμα χρειάζεται ένα βλέμμα που θα αντέξει τις πληγές του και θα τις δεχθεί.

Η αρρώστια επιτρέπει στο άτομο να μάθει επώδυνα το σώμα του, γιατί επιβάλλει στο άτομο να το ακούσει και να το γνωρίσει. Η εμπειρία του σώματος και η βίωση ενός δράματος από το άτομο κατά την διάρκεια μιας αρρώστιας μπορεί μετά την σωματική ίαση να επανεμφανιστεί ως ψυχικό πρόβλημα. Το άρρωστο σώμα χρειάζεται καθαριότητα και τάξη, ενώ καθημερινά θα πρέπει να τακτοποιεί το σύμπαν γύρω του αναπληρώνοντας έτσι την προσωπική αταξία. Η πληγή αποκαλύπτει το εσωτερικό του σώματος, εκφράζει την ‘καταδυνάστευσή του από το καταπιεστικό ή οδηγητικό και απαγορευτικό πατρικό αρχέτυπο που επιβάλλει τον εγκλωβισμό της επιθυμίας, την ακινητοποίηση στα δεσμά του ψυχαναγκασμού, την μετατροπή της σε υστερία, σε επιθετικότητα’. Το σώμα αποτελεί το έργο, αναπαριστώντας το τραύμα, την απειλή, την επίδειξη και το θρήνο . Το ανθρώπινο κορμί μπορεί να αναπαρασταθεί με τρόπους που δημιουργούν μια αινιγματική απεικόνιση ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο. Μέσα από την αναπαράσταση του τραυματισμένου σώματος εκφράζεται η ευαλωτότητα, η φθορά και η ευθραυστότητα του σώματος.

Συμβολικές και ψυχολογικές διαστάσεις της performance art
Η σύνδεση των έργων της performance art με την αποσύνθεση της κοινωνίας και των σχέσεων που δημιουργούνται μέσα σε αυτή, καθώς και η κάθαρση που δημιουργεί η βίωση και η κατανόηση του τελετουργικού πόνου βρίσκονται στο επίκεντρο της συγκεκριμένης τέχνης. Ο πόνος και η οδύνη που βιώνει το άτομο στην τέχνη το βοηθούν να φτάσει σε υψηλότερα πνευματικά επίπεδα και να κατακτήσει την εσωτερική αρμονία και τον αυτοέλεγχο. Στην performance art η βία που χρησιμοποιεί ο καλλιτέχνης στον εαυτό του δεν είναι μια αυτοκαταστροφική πράξη που στηρίζεται στη βία. 

Πρόκειται για μία δράση που έχει περισσότερο τελετουργικό χαρακτήρα και συμβάλλει στην κατάκτηση μιας εσωτερικής ισορροπίας. Ο πόνος και ο θάνατος αποτελούν φοβίες που έχουν όλοι οι άνθρωποι και ο καλλιτέχνης αποπειράται να ξεπεράσει. Ο φόβος του θανάτου είναι η πρώτιστη φοβία που έχουν οι άνθρωποι καθώς ο άνθρωπος είναι το μόνο έμβιο ον που ξέρει ότι θα πεθάνει. Μέσα από τον κίνδυνο και τον θάνατο προσπαθεί να απελευθερωθεί από τους φόβους αυτούς με επιμονή και αποφασιστικότητα. Θεωρεί ότι όταν το άτομο φτάνει κοντά στο θάνατο βλέπει τα πράγματα μετά με μια διαφορετική ματιά, ενώ αντιμετωπίζει και διαφορετικά τη ζωή του. Η Marina Abramovic πιστεύει ότι ο πόνος, οι δυσκολίες και τα εμπόδια μεταβάλλουν το άτομο, του διδάσκουν σχετικά με την ταυτότητά του, το δυναμώνουν και το κάνουν καλύτερο. Βλέπει δηλαδή την τέχνη ως ένα μέσο για ωρίμανση, κατάκτηση της ευτυχίας και εκτίμηση του εδώ και τώρα.

Μέσα από τη βίωση του πόνου προσπαθούν να ξεπεράσουν την υπεροχή της φύσης, την αδυναμία του σώματος και την ατέλεια των μέτρων που καθορίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Βιώνοντας έντονο σωματικό πόνο μπορούν να φτάσουν στην συνείδηση του σώματος, στην άμεση επαφή με το σώμα και την σύνδεση ή το διαχωρισμό με το πνεύμα καθώς και στην εύρεση της γνώσης του εαυτού.

Μέσα από την ανάληψη πόνου το άτομο μπορεί να φτάσει στην υπέρβαση του θανάτου. Τα ψυχικά τραύματα και οι τραυματικές εμπειρίες της παιδικής ηλικίας δεν καθορίζουν σε απόλυτο βαθμό την ελευθερία του ατόμου, αλλά μπορούν να θεραπευτούν μέσα από την αγάπη και την ελευθερία, ενώ σημαντικό ρόλο παίζει η θέληση για νόημα και η αναζήτηση ενός ιδιαίτερου νοήματος της ζωής. Ο πόνος είναι μια ευκαιρία για πραγματοποίηση της ύψιστης αξίας, με στόχο την εκπλήρωση του νοήματος του. Το βασικό μέλημα του ανθρώπου δεν θα πρέπει να είναι η επιδίωξη της απόλαυσης ή η αποφυγή του πόνου, αλλά η αναζήτηση του νοήματος και του σκοπού στη ζωή.

«Δεν αγαπώ τον πόνο καθόλου. Ο λόγος που μπήκα σε αυτή τη διαδικασία δεν ήταν για να ευχαριστηθώ, αλλά για να βρεθώ στο σημείο που η απελευθέρωση από τον πόνο σε μυεί στο νόημα και στον πλούτο του πνευματικού κόσμου».


Οι υπαρξιακές αναζητήσεις του ατόμου και κυρίως η αναζήτηση του νοήματος της ζωής (πνευματική αναζήτηση της ζωής και του εαυτού) αποτελούν ένα βασικό στοιχείο των ανθρώπων. Σύμφωνα με την υπαρξιακή θεωρία τα άτομα είναι όντα που βρίσκονται σε διαρκή αλλαγή και μεταμόρφωση και έχουν ανάγκη να καθορίσουν το πλαίσιο της ζωής τους και του εαυτού τους μέσα από την εξερεύνηση του νοήματος και της αξίας της ζωής, ενώ το άτομο μαθαίνει να ζει αυθεντικά, να είναι αληθινό και ειλικρινές με τον εαυτό του όσον αφορά τις δυνάμεις και τις αδυναμίες του. Επομένως, το άτομο θα πρέπει να γνωρίζει τα όρια του σώματος και κυρίως του πνεύματός του και να βρίσκεται διαρκώς σε μια διαδικασία διαμόρφωσης της προσωπικής ταυτότητας (Cooper, 2008).

Ο καλλιτέχνης μέσα από την βίωση και την εμπειρία του πόνου απελευθερώνεται από το φόβο του θανάτου. Το σώμα φτάνει στα όρια της αντοχής του και το άτομο νιώθει ότι έχει τον έλεγχο τόσο του σώματος όσο και του πνεύματος, καθώς μπορεί μέσα από το πνεύμα να ελέγξει το σώμα, πνευματικοποιώντας το σώμα και φτάνοντας στην ισορροπία. Ουσιαστικά, η κατάκτηση της εσωτερικής ισορροπίας αποτελεί το ζητούμενο, ενώ ο φόβος του θανάτου συνδέεται άμεσα με την δυνατότητα ελέγχου του ατόμου. Το άτομο έχει την ανάγκη να νιώθει ότι μπορεί να ασκεί έλεγχο στη ζωή του, στο σώμα του και το πνεύμα του, καθώς και στο περιβάλλον γύρω του.

Σύμφωνα με τον Επίκουρο, ο φόβος του θανάτου είναι μάταιος καθώς η ψυχή του ανθρώπου είναι θνητή, ενώ δεν πρέπει το άτομο να φοβάται το θάνατο γιατί δε πρόκειται ποτέ να τον αντιληφθεί. Ο φόβος του θανάτου βρίσκεται πίσω από τις περισσότερες φοβίες, ενώ ο έλεγχος αποτελεί το βασικό στοιχείο που μπορεί να βοηθήσει το άτομο ώστε να απαλλαγεί από το φόβο. Όσο πιο κοντά έρχεται το άτομο στο θάνατο τόσο πιο πολύ αναπτύσσει την αίσθηση ότι μπορεί να τον ελέγξει. Μέσα από αυτό τον έλεγχο ο καλλιτέχνης καταλήγει στον έλεγχο του σώματος και του θανάτου, που οδηγεί σε φθορά του σώματος (Yalom, 2007).

Οι ακραίες πράξεις της γίνονται μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, που είναι το πλαίσιο της performance art, όπου το έργο γίνεται για κάποιο λόγο και έχει έναν απώτερο σκοπό. Δεν μπαίνει στη διαδικασία βίωσης του πόνου με στόχο να αντλήσει ευχαρίστηση μέσα από αυτόν, αλλά να μπορέσει να απελευθερωθεί από τον πόνο οδηγώντας τον εαυτό της στην αναζήτηση ενός νέου νοήματος της ζωής και στην διεύρυνση του πνευματικού της κόσμου. Η υπεροχή της πνευματικής έναντι της σωματικής διάστασης οδηγεί την ίδια αλλά και το κοινό της στην κάθαρση, καθώς υπερισχύει η πνευματική αντοχή σε σύγκριση με τον σωματικό πόνο. Η καλλιτέχνιδα αυτό που αναζητά είναι ο έλεγχος του σώματος από το πνεύμα, η εσωτερική ισορροπία και η πνευματικοποίηση του σώματος, για αυτό και οι δράσεις της θα πρέπει να προσεγγίζονται μέσα από την διερεύνηση των συμβολικών και τελετουργικών διαστάσεων παρά μέσα από την μελέτη της αυτοκαταστροφικότητας και του μαζοχισμού.


Βιβλιογραφία
Abramovic, M. (1990). An interview of Marina Abramovic by B.Goy on June 1990. Journal of Contemporary Art. Ανακτήθηκε από http://www.jca-online.com/abramovic.html.
Abramovic, M. (1998). Artist body performance 1969- 1998. Charta.
Cooper, M. (2008). Ο υπαρξισμός στην ψυχοθεραπεία. Αθήνα: Άσπρη Λέξη.
Goldberg, R. (2006). Performance Art: From Futurism to the Present. Singapore: Thames & Hudson world of art.
Ρηγοπούλου, Π. (2008).Το σώμα. Ικεσία και απειλή. Αθήνα: Εκδόσεις Πλέθρον.
Yalom, I. (2007). Η μάνα και το νόημα της ζωής. (Μτφρ. Ε. Ανδριτσάνου & Γ. Ζέρβας). Αθήνα: Εκδόσεις ΑΓΡΑ.