Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

Είμαστε περαστικοί… σ' αυτή τη ζωή...

ένα ταξίδι η ζωή μας, ας το ζήσουμε κι ας το ταξιδέψουμε…

Χρειάζεται δουλειά για να μπορέσεις να αφήσεις πίσω αυτό που δεν έχεις πια.
 
Να αποδεσμευτείς και να αρχίσεις να σκέφτεσαι αυτό που ακολουθεί.

Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για τη χειρότερη πρόκληση με την οποία βρίσκεσαι αντιμέτωπος όταν είσαι ένας υγιής ενήλικος. Να ξέρεις ότι μπορείς πραγματικά να αντιμετωπίσεις την απώλεια οποιουδήποτε πράγματος.

Αυτό είναι το κουράγιο, η δύναμη της ωριμότητας: να έχεις την πεποίθηση ότι μπορείς να αντιμετωπίσεις ό,τι και να σου συμβεί, ακόμη και την ιδέα ότι κάποια στιγμή κι εσύ ο ίδιος δεν θα υπάρχεις.

Ίσως έτσι, μέσω της συνειδητοποίησης πως όλοι μου οι δεσμοί είναι προσωρινοί, μπορέσω να δεχτώ και ορισμένα άλλα πράγματα που είναι από τα δυσκολότερα να δεχτεί κανείς: Ότι δεν είμαι αιώνιος, ότι είναι ορισμένος ο χρόνος για το πέρασμα μου από αυτόν τον κόσμο, από τον τόπο αυτό, το συγκεκριμένο διάστημα.

Λένε πως ήταν κάποιος μια φορά που πήγε να επισκεφθεί έναν διάσημο ραβίνο, να τον συμβουλευθεί για κάποιο θρησκευτικό ζήτημα.

Μπαίνει στο σπίτι του ραβίνου και το βλέπει τελείως άδειο. Υπήρχαν μόνο δύο σκαμνάκια, ένα στρώμα ριγμένο στο πάτωμα κι ένα απλό τραπεζάκι.

Ο επισκέπτης αφού πήρε τις απαντήσεις που ήθελε στο ζήτημα που τον απασχολούσε, ρωτάει τον ραβίνο:

«Με συγχωρείτε, ραβίνε… Πού είναι τα έπιπλα σας;»
Ο ραβίνος του λέει:
«Τα δικά σου πού είναι;»
Ο επισκέπτης του απαντάει:
«Μα εγώ δεν είμαι από δω, είμαι περαστικός από αυτήν την πόλη.»
«Κι εγώ περαστικός είμαι…» του λέει ο ραβίνος.
 
 Φαίνεται ότι ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου αγοράζουμε, αποκτούμε ένα σωρό πράγματα και μένουμε δεμένοι σ’ αυτά. Ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου, από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, η βιομηχανική κοινωνία μας υποσχόταν κάτι που στην πραγματικότητα δεν θα μπορούσε ποτέ να πραγματοποιήσει — αλλά αυτό δεν μας το είπε κανείς. Μας υποσχέθηκε ότι αν μπορέσουμε να αγοράσουμε όλα όσα θέλουμε, τότε θα είμαστε καλά, δεν θα υποφέρουμε, και τα λοιπά… και τα λοιπά… Μας ξεγέλασαν! Μας είπαν ψέματα! Καταλαβαίνεις; Ψέματα! Η ιστορία έδειξε ότι όλα ήταν ένα ψέμα!

Χ. Μπουκάι- Ο δρόμος των δακρύων

Διαζύγιο: πώς αισθάνεται το παιδί;



Όλα τα παιδιά βιώνουν δυσκολίες και αρνητικά συναισθήματα όταν οι γονείς τους παίρνουν διαζύγιο. Οι επιπτώσεις του διαζυγίου στα παιδιά και οι αντιδράσεις των παιδιών εξαρτώνται τόσο από την προσωπικότητα του κάθε παιδιού όσο και από την ηλικία τους. Συνήθως τα παιδιά βιώνουν μετά το διαζύγιο αρνητικά συναισθήματα και αναπτύσσουν κάποιες ιδιαίτερες συμπεριφορές που είναι παροδικές. Τέτοιου είδους συμπεριφορές είναι η εμφάνιση προβλημάτων στον ύπνο, τα αισθήματα ενοχής, παλινδρομήσεις, προσκόλληση σε συγκεκριμένα άτομα, τάση για απομόνωση, αισθήματα λύπης και θυμού, αλλαγές στη συμπεριφορά απέναντι στο φαγητό και εμφάνιση ψυχοσωματικών πόνων. Υπάρχουν και κάποια παιδιά που νιώθουν ανακούφιση και χαρά με το διαζύγιο. Πρόκειται για παιδιά που έχουν βιώσει πολλές καταστάσεις καβγάδων, τσακωμών, εντάσεων ή κακοποίησης μέσα στην οικογένειά τους (Γεωργιάδου, 2008). 


Στα συναισθήματα που βιώνει το παιδί σημαντικό ρόλο παίζει το άγχος αποχωρισμού το οποίο αποτελεί μέρος της φυσιολογικής ανάπτυξης του παιδιού. Κατά την ανάπτυξή του το παιδί βιώνει ένα σύνολο φόβων, ενώ έχει διάφορες κρίσεις και άγχη προσαρμογής. Τα παιδιά αρχικά αντιδρούν απέναντι στο χωρισμό με δάκρυα και θυμό. Στη συνέχεια ηρεμούν εμφανίζοντας όμως ακόμη έντονη ανησυχία, και σημάδια απόγνωσης. Αυτά είναι και τα στάδια του άγχους αποχωρισμού που βιώνουν τα παιδιά όταν η μητέρα τους φύγει για λίγο από κοντά τους (Herbert, 2009).


Τα παιδιά που βρίσκονται στην προσχολική ηλικία μετά το διαζύγιο των γονιών αισθάνονται έντονα άγχος αποχωρισμού, ενώ μπορεί να εμφανίσουν παλινδρόμηση, όπως νυχτερινή ενούρηση, πιπίλισμα δακτύλου, κ.α., ή να νιώσουν ανασφάλεια και να βλέπουν συχνά εφιάλτες. Το παιδί σε αυτή την ηλικία θα πρέπει να νιώσει ότι οι γονείς του είναι εκεί και μπορούν να το στηρίξουν. Επιπλέον, τα παιδιά κάνουν συχνά σενάρια στο μυαλό τους για επανασύνδεση των γονιών τους. Είναι σημαντικό οι γονείς να είναι ξεκάθαροι απέναντι στα παιδιά τους και στην κατάσταση που επικρατεί καθώς και σταθεροί ως προς τις αποφάσεις που παίρνουν σχετικά με το διαζύγιο (Χατζηχρήστου, 2009). 


Κατά τη σχολική ηλικία τα παιδιά κατανοούν πιο εύκολα το διαζύγιο, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι είναι λιγότερες οι επιπτώσεις του διαζυγίου. Τα παιδιά και σε αυτή την ηλικία εμφανίζουν έντονα συναισθήματα θυμού απέναντι στους γονείς τους, ενώ πιστεύουν ότι οι γονείς δεν θα τα αγαπούν πλέον όπως πριν. Κάποια παιδιά εμφανίζουν έντονα ξεσπάσματα θυμού, τα οποία ο γονιός θα πρέπει να αντιμετωπίσει με υπομονή και σταθερότητα. Ένα βασικό συναίσθημα που εμφανίζεται στα παιδιά είναι ο φόβος της εγκατάλειψης. Τα παιδιά νιώθουν ότι οι γονείς θα τα εγκαταλείψουν και δεν θα έχουν κανένα να τα φροντίζει και να τα αγαπά. Το διαζύγιο σημαίνει διακοπή της ρουτίνας και αλλαγής της καθημερινότητας, η οποία είναι αναγκαία στα παιδιά ώστε να νιώθουν ασφάλεια και σιγουριά (Γεωργιάδου, 2008).

Κάποια παιδιά μετά το διαζύγιο των γονέων μπορεί να εμφανίσουν συμπτώματα κατάθλιψης, όπως έλλειψη ενδιαφέροντος για πράγματα που πριν τους άρεσαν, διαταραχές στον ύπνο, διαταραχές στο φαγητό, αισθήματα απαισιοδοξίας ή ματαιότητας, χαμηλές επιδόσεις, συχνά κλάματα και γενικά αδιαφορία. Τα παιδιά που παρουσιάζουν τα προαναφερθέντα συμπτώματα χρειάζονται στήριξη, εκδήλωση και επιβεβαίωση της αγάπης των γονέων και σεβασμό. Επίσης, οι γονείς θα πρέπει να μην υποτιμούν τα συναισθήματα των παιδιών τους και να τα αντιμετωπίζουν με υπομονή, επιμονή και σταθερότητα. Είναι σημαντικό η σχέση ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά να είναι καλή έτσι ώστε να μπορούν τα παιδιά να μιλήσουν για όσα νιώθουν, σκέφτονται ή φοβούνται (Γεωργιάδου, 2008. Μπερζέ & Γκραβιγιόν, 2004).

Το διαζύγιο επιφέρει μεγάλες αλλαγές στη ζωή των περισσότερων παιδιών, καθώς τα ίδια τα παιδιά σε πολλές περιπτώσεις εμπλέκονται στην ένταση και τις συγκρούσεις των γονιών τους, βιώνουν οικονομικές δυσκολίες, αλλάζουν τόπο διαμονής ή σχολείο, χαλάει η σχέση με κάποιον από τους γονείς. Το παιδί βιώνει έντονα την απώλεια, καθώς το διαζύγιο αποτελεί μια ισχυρή μορφή απώλειας. Το κέντρο του κόσμου για τα παιδιά είναι η οικογένεια. Το κέντρο αυτό στο διαζύγιο καταρρέει, με αποτέλεσμα τα παιδιά να βιώνουν θλίψη, έλλειψη αγάπης και στοργής και ανασφάλεια. Τα παιδιά μετά το διαζύγιο θα πρέπει να αναζητήσουν ένα νέο στήριγμα, ενώ μπορεί να βιώνουν μια μόνιμη ανησυχία (Emery, 2005).


Τα παιδιά των χωρισμένων γονιών φαίνεται πως έχουν διπλάσιες πιθανότητες να επισκεφθούν κάποιο ειδικό στο χώρο της ψυχικής υγείας ή να εμφανίσουν προβλήματα συμπεριφοράς, ενώ είναι 1.5 φορές πιο πιθανό να εμφανίσουν καταθλιπτικά συμπτώματα ή να πάρουν και τα ίδια διαζύγιο στο μέλλον. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η πλειοψηφία των παιδιών με διαζευγμένους γονείς παρουσιάζει ψυχολογικά προβλήματα, ενώ ακόμη και στην περίπτωση της εμφάνισης ψυχολογικών προβλημάτων δεν είναι βέβαιο ότι το διαζύγιο αποτελεί τον βασικό εκλυτικό παράγοντα (Μπερζέ & Γκραβιγιόν, 2004).

Το διαζύγιο αποτελεί για τα παιδιά την πρώτη μεγάλη απώλεια στη ζωή τους. Τα παιδιά βιώνουν θλίψη για τη ζωή που κάποτε είχαν. Οι γονείς θα πρέπει να βοηθήσουν τα παιδιά τους να πενθήσουν, να μειώσουν το αίσθημα της απώλειας που βιώνουν τα παιδιά τους αλλά και να επιτρέψουν στα παιδιά τους να βιώσουν το συναίσθημα της θλίψης, να έχουν τα δικά τους συναισθήματα και να τα ενθαρρύνουν ώστε να τα μοιραστούν μαζί τους. Οι γονείς είναι αυτοί που πρέπει να βοηθήσουν τα παιδιά να καταλάβουν τα συναισθήματά τους αλλά και να βρουν τα κατάλληλα λόγια ώστε να τα εκφράσουν. Για να μπορέσει το παιδί να εκμυστηρευτεί τα συναισθήματά του στο γονιό θα πρέπει και ο γονιός να μοιραστεί τα συναισθήματά του με το παιδί, με τον τρόπο που πρέπει και στο βαθμό που πρέπει (Emery, 2005).

Ένα βασικό ερώτημα είναι πότε οι γονείς θα πρέπει να απευθυνθούν και να ζητήσουν βοήθεια από κάποιον ειδικό για το παιδί τους μετά από ένα διαζύγιο.


Ο γονιός γνωρίζει αρκετά καλά το παιδί του και μπορεί να αποφασίσει αν θα πρέπει να ζητήσει τη βοήθεια ενός ψυχολόγου σε περίπτωση που κρίνει ότι το παιδί του εμφανίζει κάποιες μη συνηθισμένες συμπεριφορές. Τον πρώτο καιρό μετά το διαζύγιο τα παιδιά είναι φυσιολογικό να εμφανίζουν κάποιες διαφορετικές συμπεριφορές. Ωστόσο, όταν πλέον οι γονείς δουν ότι το παιδί εμφανίζει κάποιες ανησυχητικές συμπεριφορές θα πρέπει να ζητήσουν βοήθεια. Τέτοιου είδους συμπεριφορές είναι η διατήρηση ή η επανεμφάνιση κάποιων ιδιαίτερων συμπεριφορών για περισσότερο από ένα χρόνο μετά το διαζύγιο, η παράξενη συμπεριφορά απέναντι στους φίλους, η μείωση της σχολικής του απόδοσης, η εμφάνιση παραβατικών συμπεριφορών, η έντονη προσκόλληση ή απομόνωση ή η αρνητική συμπεριφορά η οποία διατηρείται ακόμη και με την πάροδο του χρόνου (Γεωργιάδου, 2008).


Τα περισσότερα παιδιά προσαρμόζονται στη νέα κατάσταση που προκαλείται από το διαζύγιο των γονιών τους και οι έντονες συναισθηματικές τους αντιδράσεις σταδιακά μειώνονται σε διάστημα δύο περίπου ετών μετά το διαζύγιο. Ωστόσο, κάποια παιδιά παρουσιάζουν δυσκολίες για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα παιδιά εκτός από την προσαρμογή τους στις αλλαγές που απαιτεί το διαζύγιο των γονιών, θα πρέπει να προσαρμοστούν σε αλλαγές στις ερωτικές σχέσεις των γονιών τους, σε σχέσεις συμβίωσης των γονιών τους με άλλους συντρόφους ή στην πιθανότητα ενός δεύτερου γάμου (Χατζηχρήστου, 2009).


Το διαζύγιο είναι μια δύσκολη κατάσταση όχι μόνο για τα παιδιά αλλά και για τους ενήλικες, οι οποίοι βιώνουν αρκετά σκληρά πράγματα και ταυτόχρονα έχουν να αντιμετωπίσουν και να διαχειριστούν ένα σύνολο καταστάσεων. Η διαχείριση της κατάστασης από τους γονείς θα βοηθήσει και τον τρόπο που θα το διαχειριστούν τα παιδιά τους. Είναι σημαντικό ο γονιός να αποκαταστήσει τις σχέσεις του με τον άλλο γονιό και να προσπαθήσει να προχωρήσει στη ζωή του (Gonzales, 2000).



Βιβλιογραφία
Γεωργιάδου, Ν. (2008). Παιδιά- Γονείς και Διαζύγιο. Πώς να αντιμετωπίσετε τα προβλήματα του διαζυγίου. Αθήνα: Εκδόσεις Οξυγόνο.
Μπερζέ, Μ., & Γκραβιγιόν, Ι. (2004). Οι γονείς μου χωρίζουν: Αισθάνομαι χαμένο. Αθήνα: Εκδόσεις Μπουκουμάνη.
Χατζηχρήστου, Χ.Γ. (2009). Ο χωρισμός των γονέων, το διαζύγιο και τα παιδιά: Η προσαρμογή των παιδιών στη διπυρηνική οικογένεια και στο σχολείο. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Herbert, M. (2009). Χωρισμός και Διαζύγιο. Αντιμετώπιση προβλημάτων παιδιού και εφήβου. (Επιμ. Β. Παπαδιώτη- Αθανασίου). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Gonzales, S. (2000). Ένας πατέρας χωρίζει και ανακαλύπτει τον εαυτό του. Τα συναισθήματά του, τα δικαιώματα, τη σχέση του με τα παιδιά του. (Μετάφρ. Λ. Κοντογεωργοπούλου). Αθήνα: Εκδόσεις Θυμάρι.
Shumaker, D.M., Miller, C., Ortiz, C., (2011). The forgotten bonds: The assessment and contemplation of sibling attachment in divorce and parental separation. Family Court Review, 49 (1), 46- 58.
Shear, K.M. (2009). Grief and depression: Treatment decisions for bereaved children and adults. American Journal of Psychiatry, 166 (7), 746- 748.

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Επιθετικότητα στην εφηβεία: Μια κραυγή...



Η επιθετικότητα μπορεί να είναι λεκτική ή σωματική, μπορεί να προϋπάρχει, να εμφανιστεί ή να γίνει πιο έντονη κατά τη διάρκεια της εφηβείας. Η επιθετικότητα μπορεί να αποτελεί ένα αίτημα για βοήθεια, μια κραυγή απόγνωσης ή αγανάκτησης. 

Η επιθετική συμπεριφορά μπορεί να ποικίλλει ξεκινώντας από προβλήματα συναισθηματικής διαχείρισης και φτάνοντας μέχρι σοβαρές χειριστικές συμπεριφορές. Η επιθετικότητα μπορεί να εκδηλωθεί με διάφορες συμπεριφορές, όπως κοροϊδία, πειραχτικά σχόλια, αποκλεισμό των άλλων, συγκρούσεις, εκφοβισμό και απειλές, σωματική βία, όπως σπρώξιμο και ψυχολογική, συναισθηματική ή λεκτική βία, που στοχεύει στην πρόκληση υποτίμησης και υποβιβασμού. Η επιθετικότητα δεν φτάνει πάντα στα όρια της σωματικής βίας, για αυτό πολλές φορές είναι δύσκολο να γίνει άμεσα παρατηρήσιμη ή να συνειδητοποιήσουμε την ύπαρξή της. 


Κατά τη διάρκεια της εφηβείας αναμένονται υψηλότερα επίπεδα επιθετικότητας, ενώ υπάρχει ένα σύνολο παραγόντων που επιβαρύνουν την κατάσταση. Συγκεκριμένα, οικογενειακοί και προσωπικοί παράγοντες, όπως στοιχεία αντικοινωνικής προσωπικότητας, προβλήματα συμπεριφοράς, μη ικανοποιητικές γονεϊκές πρακτικές και μη ικανοποιητικός γονεϊκός έλεγχος και επίβλεψη, κοινωνικές αλληλεπιδράσεις με έντονα συγκρουσιακά στοιχεία και προβληματικούς τρόπους επεξεργασίας των κοινωνικών συμπεριφορών και επίλυσης των προβλημάτων. 

Η επιθετικότητα αποτελεί για τους εφήβους έναν τρόπο εκδήλωσης των συναισθημάτων τους, των πρωτόγνωρων συναισθημάτων και των όσων νιώθουν και προσπαθούν να βρουν τρόπους ανάλυσης και επεξεργασίας. Οι έφηβοι έχουν ανάγκη από πιο αποτελεσματικούς τρόπους επικοινωνίας, από τρόπους διαχείρισης των συναισθημάτων τους και από άτομα που τους στηρίζουν και τους καταλαβαίνουν.
Σε μια εποχή όπου ο καθένας είναι μόνος του μπροστά σε μια οθόνη υπολογιστή, όπου οι ενήλικες είναι απορροφημένοι με τα δικά τους προβλήματα, τα δικά τους άγχη και τις δικές τους αγωνίες, οι έφηβοι ζητούν λίγη προσοχή, λίγο ενδιαφέρον. 

Σε μια εποχή όπου δεν έχουμε μάθει να ακούμε, να αφουγκραζόμαστε ανάγκες και προβληματισμούς των άλλων αλλά και να μπαίνουμε στη θέση των άλλων, σε μια εποχή όπου αυτό που μετράει είναι η εικόνα και όχι τα συναισθήματα, οι φωνές και όχι ο διάλογος, οι σιωπές και όχι οι πραγματικές ανάγκες, οι έφηβοι αναζητούν ένα τρόπο να εκφράσουν όσα τους ενοχλούν, όσα τους προβληματίζουν, όσα τους οδηγούν σε σύγχυση ή πόνο, όσα τους πνίγουν και τους οδηγούν σε εσωτερικές συγκρούσεις που μανιωδώς αναζητούν μια διέξοδο, μια λύση, μια ανακούφιση: την επιθετικότητα. 


Μπορεί να μην είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος, όμως, παροδικά προσφέρει ανακούφιση και ηρεμία, που κρατάει τόσο λίγο… και η ένταση και πάλι εμφανίζεται και ψάχνει νέους τρόπους εκτόνωσης, βρίσκοντας ως εύκολη λύση την επιθετικότητα. 

Ο έφηβος έχει ανάγκη από προσοχή, από ενθάρρυνση, έχει ανάγκη να ξέρει ότι όσο κι αν φωνάξει, όσο και αν συγκρουστεί με τους γονείς του, οι τελευταίοι είναι εκεί δίπλα του… πάντα θα νοιάζονται και θα τον σέβονται, δεν θα τον απορρίψουν για αυτές τις συμπεριφορές του, δεν θα τον αγνοήσουν και θα παραμείνουν ήρεμοι, λειτουργώντας ως θετικό πρότυπο.


Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

Η κακοποιημένη γυναίκα και ο κύκλος της βίας



Ο όρος κακοποιημένη γυναίκα (battered woman) επίσης χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τις βίαιες επιπτώσεις που βιώνουν οι γυναίκες όταν έρχονται αντιμέτωπες με ποικίλες καταστάσεις ενδοοικογενειακής βίας. Συνήθως, ο όρος αυτός χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις γυναίκες που δέχονται όλα τα είδη σωματικής δύναμης από τους συντρόφους τους, οι οποίοι έχουν ως σκοπό τη διάπραξη βλάβης –σωματικής ή συναισθηματικής/ ψυχολογικής, αν και πολλές φορές συνυπάρχουν αυτά τα δύο είδη βλαβών. 

Ένα χαρακτηριστικό του συνδρόμου των κακοποιημένων γυναικών είναι ένας κύκλος βίας που συμβαίνει και για πρώτη φορά περιγράφτηκε από την Walker (1989). Τα επεισόδια κακοποίησης δεν συμβαίνουν συνέχεια, ούτε σε τυχαία χρονικά διαστήματα. Η κακοποίηση λαμβάνει χώρα σε τρεις διακριτές φάσεις, που καθορίζουν κάποια συγκεκριμένα συμβάντα, τα οποία εμφανίζουν ποικιλία ως προς το χρόνο και την ένταση, ακόμη και μέσα στο ίδιο το ζευγάρι. Σύμφωνα με την Walker (1989), η πρώτη φάση αφορά τη δημιουργία της έντασης, μέσα στην οποία παρουσιάζονται κάποια επεισόδια κακοποίησης ελάσσονος σημασίας. 

Η γυναίκα προσπαθεί να ελέγξει την κατάσταση και να ηρεμήσει τον άνδρα της, για αυτό το λόγο γίνεται περιποιητική, υποχωρητική ή και λίγο απόμακρη. Σε αυτή τη φάση, οι κακοποιημένες γυναίκες προσπαθούν να αναζητήσουν τα αίτια αυτής της έντασης και συνήθως επικεντρώνονται σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, την οποία θεωρούν υπεύθυνη για το ξέσπασμα του συζύγου τους. Είναι πιο εύκολο να δικαιολογήσουν τη βίαιη συμπεριφορά του συζύγου τους, όταν μπορούν να βρουν κάποιους εξωτερικούς παράγοντες, που θεωρούν ότι δικαιολογούν τη νευρικότητα του άνδρα τους.

Οι περισσότεροι άνδρες που κακοποιούν τις συζύγους τους είναι βίαιοι μόνο μέσα στο σπίτι, παρουσιάζοντας ένα διαφορετικό πρόσωπο προς τα έξω, γιατί ξέρουν ότι μια βίαιη συμπεριφορά προς τη σύζυγό τους θα ήταν κοινωνικά απορριπτέα. Στις σεξιστικές κοινωνίες τέτοιου είδους επεισόδια είναι πιθανό να εμφανίζονται σε μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών. Τα ζευγάρια που βρίσκονται σε μια τέτοια φάση κακοποίησης μπορεί να παραμείνουν σε αυτό το στάδιο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Από τη μια μεριά, προσπαθούν να αποφύγουν τα επεισόδια κακοποίησης και από την άλλη, οι εξωτερικοί παράγοντες είναι αυτοί που έρχονται και ταράζουν την ισορροπία. Οι κακοποιημένες γυναίκες έχουν μάθει ότι δεν έχουν τη δύναμη να διακόψουν τον κύκλο της βίας, είναι πιο επιρρεπείς στο σύνδρομο της επίκτητης αδυναμίας (Walker, 1989). 

Κάποια στιγμή σε αυτή τη φάση, η ένταση αυξάνεται, με αποτέλεσμα να είναι όλο και πιο δύσκολος ο έλεγχος της κατάστασης. Ο άνδρας αυξάνει την καταπίεση και τη βιαιότητα, ενώ η γυναίκα αδυνατεί να κρατήσει μια ισορροπία και γίνεται πιο ευάλωτη στα χτυπήματα και στον πόνο.


Η δεύτερη φάση στον κύκλο της κακοποίησης των γυναικών είναι η έκρηξη, όπου από τα επεισόδια της κακοποίησης έχει χαθεί κάθε έλεγχος και είναι ανεξέλεγκτη η έκρηξη των εντάσεων, που υπήρχαν κατά την πρώτη φάση. Τα επεισόδια κακοποίησης είναι πιο σοβαρά και κυριαρχεί ο θυμός του δράστη και το άγχος, η κατάθλιψη και τα παράπονα της κακοποιημένης γυναίκας. 

Η διάρκεια αυτής της φάσης είναι μικρότερη από την προηγούμενη, ενώ κύρια χαρακτηριστικά της είναι η αδυναμία πρόβλεψης και η έλλειψη ελέγχου. Ο άνδρας που κακοποιεί τη σύζυγό του φαίνεται πως γνωρίζει ότι η βίαιη συμπεριφορά προς τη σύζυγο είναι μια λανθασμένη συμπεριφορά και κοινωνικά αποδοκιμαστέα, για αυτό το λόγο και προσπαθούν με κάθε τρόπο να παραμείνει μυστική, φυλαγμένη μέσα στην οικογένεια, καθώς αποτελεί μια ιδιωτική υπόθεση. 

Μετά το τέλος αυτής της φάσης του κύκλου βίας, οι γυναίκες συνήθως νιώθουν μια αίσθηση αποστασιοποίησης από το βίαιο επεισόδιο, δυσπιστούν ότι ο άνθρωπος που αγαπούν τους συμπεριφέρθηκε με αυτό τον τρόπο και ότι το επεισόδιο που βίωσαν ήταν όντως πραγματικό. Αμέσως μετά το επεισόδιο, οι κακοποιημένες γυναίκες νιώθουν ένα σοκ και αρνούνται το επεισόδιο. Τόσο οι άνδρες που κακοποιούν, όσο και οι κακοποιημένες γυναίκες προσπαθούν να βρουν τρόπους να εξηγήσουν τη σοβαρότητα του επεισοδίου. Οι γυναίκες μειώνουν τη σημαντικότητα και σοβαρότητα των τραυμάτων που έχουν υποστεί από τον άνδρα τους και δεν ζητούν βοήθεια (ιατρική, ψυχολογική) για να τα ξεπεράσουν.


Μετά το τέλος της δεύτερης φάσης, ακολουθεί μια φάση που χαρακτηρίζεται από υπερβολική αγάπη, ευγένεια, και τη μεταμελημένη συμπεριφορά του δράστη (Walker, 1989). Κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης, κυρίαρχο στοιχείο είναι η ηρεμία, μετά την ένταση που δημιουργήθηκε στην πρώτη φάση και εκτονώθηκε στη δεύτερη φάση. Ο δράστης εμφανίζεται μετανιωμένος στη γυναίκα του, δείχνει μεταμέλεια, και συμπεριφερόμενος ευγενικά και τρυφερά, ζητά από εκείνη να τον συγχωρέσει, αφού πρώτα υπόσχεται ότι το επεισόδιο δε θα επαναληφθεί. Ο άνδρας που έχει κακοποιήσει τη σύζυγό του πιστεύει ότι δεν θα επαναλάβει μια τέτοια συμπεριφορά βίας, από τη μια μεριά γιατί αγαπά τη σύζυγό του και από την άλλη γιατί θεωρεί ότι της έχει δώσει ένα «καλό μάθημα», και εκείνη δεν θα συμπεριφερθεί ποτέ ξανά με τέτοιο τρόπο που θα τον εκνευρίσει και θα τον κάνει να είναι εκτός ελέγχου. Η γυναίκα πείθεται από τη συμπεριφορά του δράστη και τον συγχωρεί, κυρίως γιατί νιώθει ότι ο άνδρας της χρειάζεται βοήθεια και μόνο αυτή μπορεί να τον βοηθήσει. 
 
Στην τρίτη φάση του κύκλου βίας και μετά από την απόφαση της γυναίκας να παραμείνει στη βίαιη σχέση, η κακοποιημένη γυναίκα μετατρέπεται ολοκληρωτικά σε θύμα. Ωστόσο, η κακοποιημένη γυναίκα συνεχίζει να νιώθει και ένα φόβο επανάληψης του βίαιου επεισοδίου, αν και ελπίζει πως αν περιοριστούν οι δύο προηγούμενες φάσεις θα σταματήσει ο άνδρας της να εκδηλώνει βίαιες συμπεριφορές. Η ήρεμη συμπεριφορά μέσα σε ένα βίαιο γάμο δεν κρατά για πολύ, αλλά σύντομα εμφανίζονται μικρά επεισόδια κακοποίησης, αρχίζοντας ένας νέος κύκλος βίας. 

Στη βάση των κλινικών παρατηρήσεων, θεωρείται ότι μετά από κάποιες καλές στιγμές και την έκφραση ορισμένων τρυφερών συναισθημάτων, οι συγκρούσεις επανεμφανίζονται και γίνονται όλο και πιο συχνές και άλυτες, ενώ η έντασή τους αυξάνει (Kaufman, Kantor & Jasinski, 1998). Η συνεχόμενη βία διαβρώνει τη σχέση και εξαλείφει και τα λίγα θετικά και τρυφερά συναισθήματα που υπήρχαν. 

Η θεωρία αυτή επιβεβαιώνεται και από την έρευνα της Walker (1983), τα αποτελέσματα της οποίας απέδειξαν ότι στις κακοποιημένες σχέσεις υπάρχουν τρεις φάσεις που συμβαίνουν κυκλικά. Γενικότερα, η Walker (1983), συμπέρανε ότι οι κακοποιημένες γυναίκες αναπτύσσουν ψυχολογικά επακόλουθα που μπορεί να θεωρηθούν ότι αποτελούν το σύνδρομο της κακοποιημένης γυναίκας.



Βιβλιογραφία
Kaufman-Kantor, G., & Jasinski, J.L. (1998). Dynamics and Risk Factors in Partner Violence. In J.L. Jasinski & L.M. Williams (Eds.), Partner Violence : A comprehensive review of 20 years of research (pp.34-48). California: Sage Publications.
Walker, L.E. (1983). The Battered Women Syndrome Study. In D. Finkelhor, R.J. Gelles, G.T. Hotaling, & M.A. Staus (Eds.), The dark side of families: Current family violence research (pp.31-48). Beverly Hills, CA: Sage Publications.
Walker, L.E. (1989). Η κακοποιημένη γυναίκα. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.