Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Τα τραύματα στην άμμο και οι χαρές στην πέτρα του Χόρχε Μπουκάι


"Είναι η ιστορία δυο φίλων που περπατούν στην έρημο. Κάποια στιγμή τσακώθηκαν και ο ένας από τους δύο έδωσε ένα χαστούκι στον άλλο.
         

Αυτός ο τελευταίος, πονεμένος, αλλά χωρίς να πει τίποτα, έγραψε στην άμμο:
ΣΗΜΕΡΑ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΣ ΜΕ ΧΑΣΤΟΥΚΙΣΕ.


Συνέχισαν να περπατούν μέχρι που βρήκαν μια όαση όπου αποφάσισαν να κάνουν μπάνιο.   Αλλά αυτός που είχε φάει το χαστούκι παραλίγο να πνιγεί
και ο φίλος του τον έσωσε. Όταν συνήλθε, έγραψε πάνω σε μια πέτρα:
ΣΗΜΕΡΑ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ ΕΣΩΣΕ ΤΗ ΖΩΗ.


Αυτός που τον είχε χαστουκίσει και στη συνέχεια του έσωσε τη ζωή, τον ρώτησε : όταν σε χτύπησα, έγραψες πάνω στην άμμο, και τώρα έγραψες
πάνω στην πέτρα. Γιατί;
Ο άλλος φίλος απάντησε : «όταν κάποιος μας πληγώνει, πρέπει να το γράφουμε στην άμμο όπου οι άνεμοι της συγνώμης μπορούν να το σβήσουν.
Αλλά όταν κάποιος κάνει κάτι καλό για μας, πρέπει να το χαράζουμε στην πέτρα, όπου κανένας άνεμος δεν μπορεί να το σβήσει».

ΜΑΘΕ ΝΑ ΓΡΑΦΕΙΣ ΤΑ ΤΡΑΥΜΑΤΑ ΣΟΥ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ ΚΑΙ ΝΑ ΧΑΡΑΖΕΙΣ ΤΙΣ ΧΑΡΕΣ ΣΟΥ ΣΤΗΝ ΠΕΤΡΑ. ..."

Χόρχε Μπουκάι (''Ιστορίες να σκεφτείς")

Μια τρύπα στο πεζοδρόμιο του Χόρχε Μπουκάι



Σηκώνομαι το πρωί. Βγαίνω από το σπίτι μου. Υπάρχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο. Δεν τη βλέπω και πέφτω μέσα.

Την επόμενη μέρα βγαίνω από το σπίτι μου, ξεχνάω ότι υπάρχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο και ξαναπέφτω μέσα.

Την τρίτη μέρα βγαίνω απ’ το σπίτι μου προσπαθώντας να θυμηθώ ότι υπάρχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο. Ωστόσο, δεν το θυμάμαι και πέφτω μέσα.

Την τέταρτη μέρα βγαίνω απ’ το σπίτι μου προσπαθώντας να θυμηθώ την τρύπα στο πεζοδρόμιο. Τη θυμάμαι και, παρόλα αυτά, δεν τη βλέπω και πέφτω μέσα.

Την πέμπτη μέρα βγαίνω απ’ το σπίτι μου. Θυμάμαι ότι πρέπει να έχω στο νου μου την τρύπα στο πεζοδρόμιο και περπατάω κοιτάζοντας κάτω. Την βλέπω και, παρόλο που τη βλέπω, πέφτω μέσα.

Την έκτη μέρα βγαίνω απ’ το σπίτι μου. Θυμάμαι την τρύπα στο πεζοδρόμιο. Πηγαίνω ψάχνοντάς την με τα μάτια μου. Την βλέπω, προσπαθώ να πηδήξω από πάνω αλλά πέφτω μέσα.

Την έβδομη μέρα βγαίνω απ’ το σπίτι μου. Βλέπω την τρύπα. Παίρνω φόρα, πηδάω, φτάνω με την άκρη των ποδιών μου ως την άλλη μεριά, αλλά όχι αρκετά μακριά και πέφτω μέσα.

Την όγδοη μέρα, βγαίνω απ’ το σπίτι μου, βλέπω την τρύπα, παίρνω φόρα, πηδάω, φτάνω στην άλλη άκρη! Αισθάνομαι τόσο υπερήφανος που τα κατάφερα που χοροπηδάω από τη χαρά μου… Και, έτσι όπως χοροπηδάω, ξαναπέφτω μέσα.

Την ένατη μέρα, βγαίνω απ’ το σπίτι μου, βλέπω την τρύπα, παίρνω φόρα, πηδάω και συνεχίζω το δρόμο μου.

Τη δέκατη μέρα, σήμερα μόλις, συνειδητοποιώ ότι είναι πιο βολικό να περπατάω… στο απέναντι πεζοδρόμιο.


«Αυτή η ιστορία είναι εμπνευσμένη από ένα ποίημα ενός μοναχού από το Θιβέτ, του Ριμποτσέ, που εγώ το ξαναέγραψα σύμφωνα με το δικό μου τρόπο αφήγησης, για να τονίσω κάποια παραπανίσια χαρακτηριστικά που έχουμε εμείς οι άνθρωποι».


Χόρχε Μπουκάι

Σχέση μητέρας- κόρης: μια διά βίου σχέση



Οι σχέσεις ανάμεσα στη μητέρα και την κόρη είναι περίπλοκες και ποικίλουν. Μερικές μητέρες και κόρες έχουν καταφέρει να αναπτύξουν μια ικανοποιητική σχέση αλληλοστήριξης και μιλάνε σαν καλές φίλες, μοιράζοντας ανησυχίες και προβληματισμούς τους, αλλά και τα συναισθηματικά τους ζητήματα, ενώ άλλες μητέρες και κόρες έχουν πιο τυπικές σχέσεις, χωρίς να χάνει η κάθε πλευρά το ρόλο της. Μια σχέση στοργής και αλληλοκατανόησης ή μια σχέση οργής και σύγκρουσης; Μια σχέση ισότιμη ή μια σχέση εξουσίας; Όπως και κάθε άλλη σχέση δεν ακολουθεί μια γραμμική πορεία, ούτε υπάρχει μια ιδανική σχέση. Στόχος είναι να δομήσουμε μια σταθερή σχέση, στην οποία θα υπάρχει αποδοχή και θα εξασφαλίσουμε επικοινωνία. 

Η σχέση ανάμεσα στη μητέρα και την κόρη μπορεί να περάσει από διάφορες φάσεις, που μπορεί απλά να είναι εξελικτικά στάδια με στόχο την ανάπτυξη αυτής της σχέσης. Πρόκειται για ένα ισχυρό δεσμό που ξεκινά από τη στιγμή της σύλληψης και αρχικά χαρακτηρίζεται από φροντίδα, αγάπη, ικανοποίηση και στοργή. Πρόκειται για μια σημαντική σχέση που μεγαλώνοντας αλλάζει μορφή και μπορεί από τρυφερή και υποστηρικτική να γίνει γεμάτη εντάσεις και ανταγωνισμό αλλά στη συνέχεια να μετατραπεί σε κατανόηση και αποδοχή. 

Κατά τη διάρκεια της εξέλιξης αυτής της σχέσης η μητέρα ξαναζεί τα δικά της αναπτυξιακά στάδια, έχοντας την ευκαιρία να επιλύσει δικές της συγκρούσεις ή να ζήσει καταστάσεις που δεν είχε την ευκαιρία η ίδια να ζήσει όταν βρισκόταν στην αντίστοιχη ηλικία με την τωρινή ηλικία της κόρης της. Το αναμενόμενο είναι να υπάρχουν περισσότερες συγκρούσεις και εντάσεις ή και στοιχεία ανταγωνισμού κατά τη διάρκεια της εφηβείας της κόρης. Σ’ αυτή την ηλικιακή φάση της κόρης η μητέρα μπορεί να εμφανίζει ανταγωνισμό, άμεση ή έμμεση επιθετικότητα εξαιτίας των δικών της ανεκπλήρωτων ονείρων. Οι παρατηρήσεις ή η αρνητική κριτική για την εμφάνιση της κόρης από τη μητέρα μπορεί να κρύβουν τη δική της επιθυμία για όσα δεν έκανε ή την προσπάθειά της να αποδείξει στους άλλους  ότι έχει ένα σωστό παιδί. Η ενθάρρυνση της μητέρας για αλλαγές στην εμφάνιση της κόρης μπορεί να ακολουθείται από παρατηρήσεις, δίνοντας αντιφατικά μηνύματα, καθώς κάθε αλλαγή μπορεί να εμπεριέχει στοιχεία ζήλειας. Η παρακίνηση της μητέρας να παντρευτεί η κόρη της μπορεί να ακολουθείται από την μη έγκριση κανενός συντρόφου, με αποτέλεσμα να δίνει ένα αντιφατικό μήνυμα, από τη μία θέλει να παντρευτεί η κόρη της, αλλά από την άλλη ενδεχομένως φοβάται να μην επαναλάβει τις δικές της λάθος επιλογές. 

Η μητέρα βιώνοντας την παιδική και εφηβική ηλικία μέσα από το μεγάλωμα της κόρης της έρχεται αντιμέτωπη με ανεκπλήρωτα όνειρα, ενώ ασυνείδητα ωθείται σε μια σύγκριση ανάμεσα στη δική της ζωή και τη ζωή της κόρης της, που βρίσκεται στην αρχή της πορείας της και μπορεί να επιλέξει ότι θέλει… Η μητέρα ενδεχομένως περνάει στην κόρη της αυτά που και η ίδια έμαθε από τη δική της μητέρας, γιατί αυτό είναι και το πιο ασφαλές μονοπάτι. Όσα η ίδια δεν έκανε ίσως θα ήθελε να τα δει στην κόρη της, αλλά ταυτόχρονα φοβάται το ρίσκο αυτής της αλλαγής, γιατί θα παρέκκλινε από τον τρόπο που η ίδια μεγάλωσε, από τις αξίες της οικογένειάς της, από το παραδοσιακό πρότυπο της γυναίκας- μητέρας, που θα πρέπει να φροντίζει τους άλλους και να βάζει σε δεύτερη μοίρα τον εαυτό της. 

Για την κόρη κατά την παιδική της ηλικία, η μητέρα είναι το βασικό της πρότυπο, για να αναπτύξει την ταυτότητα του φύλου της, για να μιμηθεί και να υιοθετήσει συμπεριφορές που συνδέονται με τη γυναικεία φύση. Κατά την εφηβεία η σχέση μητέρας- κόρης περνά μια κρίση, μια φάση αμφισβήτησης, καθώς η κόρη βλέπει πλέον τα λάθη της μητέρας, της ασκεί κριτική και έρχεται σε σύγκρουση μαζί της. Πρόκειται για μια απαραίτητη φάση ώστε το κορίτσι να εξελιχθεί σε γυναίκα και να καταφέρει να αυτονομηθεί. Μεγαλώνοντας οι δύο αυτές γυναίκες και κουβαλώντας διαφορετικές εμπειρίες και νοοτροπίες μπορούν να καταφέρουν να βρουν μια κοινή γραμμή στην πορεία τους. Η κόρη μέσω της μητρότητας μπορεί να ταυτιστεί με τη μητέρα και να την κατανοήσει περισσότερο δίνοντας μια διαφορετική μορφή εξέλιξης και εμβάθυνσης σε αυτή τη σχέση. Με το πέρασμα των χρόνων, οι ρόλοι μητέρας και κόρης αντιστρέφονται λίγο, καθώς η μητέρα γερνώντας παίρνει το ρόλο του παιδιού, που έχει ανάγκη από φροντίδα και περιποίηση και η κόρη παίρνει το ρόλο της μητέρας, που γίνεται παρεμβατική, επικριτική ή υποστηρικτική.

Διανύοντας όλη αυτή την κοινή πορεία, μητέρα και κόρη μπορούν να επουλώσουν τραύματα του παρελθόντος, να γεφυρώσουν χάσματα και συγκρούσεις και να καταφέρουν να έρθουν κοντά. Ωστόσο, θα πρέπει και από τις δύο πλευρές να υπάρχουν όρια: δεν είναι μια σχέση εξάρτησης, δεν λειτουργεί η μητέρα για την κόρη, δεν είναι η μητέρα το πρόσωπο που αποφασίζει για τη ζωή της κόρης. Είναι σημαντικό και από τις δύο πλευρές να υπάρχει σεβασμός, κατανόηση και άνευ όρων αποδοχή. Η κόρη δεν προσπαθεί να αλλάξει τη μητέρα της, ούτε η μητέρα προσπαθεί να αλλάξει την κόρη της, εκτός από τα πρώτα χρόνια της ζωής της. Η μητέρα πρέπει να σεβαστεί τα θέλω και τις ανάγκες της κόρης της, κατανοώντας ότι δεν είναι υποχρεωμένη να κάνει όσα η ίδια δεν έκανε. Η μητέρα μπορεί να προτρέπει την κόρη της να είναι ανεξάρτητη και να πετύχει επαγγελματικά, στην προσπάθειά της να ξεφύγει η κόρη της από το δικό της δρόμο ή στην προσπάθειά της να κατευνάσει τις δικές της ενοχές.  
Σε ένα βαθύτερο επίπεδο, η μητέρα επιθυμεί η κόρη της να της μοιάσει, να ακολουθήσει τη δική της συμπεριφορά, το δικό της χαρακτήρα και αξίες. Ωστόσο, θέλει η κόρη της να μοιάσει τον ιδανικό της εαυτό, τα πλεονεκτήματά της, να εκπληρώσει τις επιθυμίες και τα όνειρα που η ίδια δεν κατάφερε. Έχει πολλές προσδοκίες με τις οποίες επιφορτίζει την κόρη της και αναμένει τα θετικά αποτελέσματα, ενώ σε αντίθετη περίπτωση ενδέχεται να γίνει επικριτική και καταπιεστική. Η κόρη δεν θέλει να πάρει τα αρνητικά στοιχεία της μητέρας της ούτε να ακολουθήσει τις λάθος επιλογές της. Ωστόσο, πολλές φορές διαπιστώνει ότι συμπεριφέρεται ή μιλάει όπως η μητέρα της. Ακόμη και στα παιδιά της βλέπει συμπεριφορές που η ίδια ήθελε να διαφοροποιήσει. Ο ανταγωνισμός μπορεί να υπάρχει και από τις δύο πλευρές, καθώς η μάνα βλέπει να μεγαλώνει και να χάνει όλα όσα η κόρη τώρα απολαμβάνει και από την άλλη η κόρη απαιτεί να ζήσει έχοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή της και να μην επισκιάζεται από τη μητέρα της.
Η σχέση μητέρας και κόρης είναι μια σχέση όπου η μία λειτουργεί ως καθρέφτης της άλλης αντανακλώντας τα θετικά και τα αρνητικά χαρακτηριστικά τους, δείχνοντας τις αποτυχίες και τα ανεκπλήρωτα όνειρα της μητέρας και την επανάληψη λανθασμένων επιλογών της κόρης. 

Η σχέση μητέρας- κόρης είναι μια διά βίου σχέση, δεν τελειώνει ποτέ, δεν μπορεί να τη διακόψει τίποτα, ούτε ο θάνατος της μιας εκ των δύο, καθώς η επίδραση στην κάθε μία διαρκεί για πάντα…

Παπαδοπούλου Ελένη- Ψυχολόγος, MSc.

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Η συμβολή του Αριστοτέλη στην Ψυχολογία



Ο Αριστοτέλης προβληματίστηκε και ανέπτυξε ιδέες και απόψεις για πολλά θέματα που άπτονται της ψυχολογίας. Δεν είναι τυχαίο που ακόμη και σήμερα θεωρείται ο Πατέρας της Ψυχολογίας, καθώς προσέγγισε και προσδιόρισε βασικές έννοιες, όπως ψυχή, σώμα, αισθήσεις, σκέψη και νους.


Τι είναι η ψυχή;
« ψυχή δέ τοτο ζμεν καί
ασθανόμεθα καί διανοούμεθα πρώτως»
Ένα θέμα το οποίο μελέτησε και ανέπτυξε διεξοδικά ο Αριστοτέλης, ενώ σήμερα αποτελεί το βασικό αντικείμενο της ψυχολογίας χωρίς όμως να γίνεται άμεση αναφορά, είναι η ψυχή. Ο ορισμός του Αριστοτέλη για την ψυχή υποδεικνύει ότι όλα όσα γνωρίζουμε είναι μια ενοποίηση του υποκειμένου και του αντικειμένου και είναι η εμψύχωση του σώματος (Russon, 1996).

Ο Αριστοτέλης αναρωτιέται αν η ψυχή αποτελείται από κάτι υλικό, και πιο συγκεκριμένα από κάποιο από τα τέσσερα στοιχεία (αέρας, γη, νερό, φωτιά). Ωστόσο, αναφέροντας ότι η ψυχή δεν πρέπει να αποτελείται από κάποιο στοιχείο για να κατανοήσει ένα αντίστοιχο εξωτερικό στοιχείο (Ο Αριστοτέλης ρωτά: η ψυχή για να αντιληφθεί ένα λίθο θα πρέπει να έχει μέσα της λιθάρια;), καταλήγει ότι έχει άυλη υπόσταση. Θεωρεί ότι η ψυχή λειτουργεί με βάση αυτό που ζούμε, αισθανόμαστε και σκεφτόμαστε, ενώ κύρια χαρακτηριστικά της είναι ο λόγος (αιτιολογική αρχή) και η μορφή (είδος), αλλά όχι η ύλη. Επιπλέον, κάνει λόγο για την επικυριαρχία της ψυχής πάνω στα υλικά στοιχεία, ένα από τα οποία είναι ο νους, τον οποίο επίσης θεωρεί άυλο. Επομένως, η ψυχή καθώς και ο νους είναι άυλα και τίποτα δεν μπορεί να είναι ανώτερο από αυτά και να άρχει πάνω σε αυτά (Ιεροδιακόνου, 2004).

Σύμφωνα με τον Ιεροδιακόνου (2004), οι ορισμοί του Αριστοτέλη για την ψυχή διαιρούνται σε τρεις βασικές κατηγορίες. Με βάση την πρώτη κατηγορία, η ψυχή θεωρείται αιτία και αρχή του ζωντανού σώματος. Ως αιτία η ψυχή είναι πηγή από όπου προέρχεται η κίνηση (οι διεργασίες ενός ζωντανού οργανισμού), σκοπός χάριν του οποίου λαμβάνουν χώρα τα διάφορα φαινόμενα και ουσία των έμψυχων σωμάτων (ύλη που αποτελείται από αδιαμόρφωτα στοιχεία και είδος που αναφέρεται στη μορφή που παίρνει η ύλη). Στο ερώτημα αν κάθε λειτουργία, όπως η σκέψη. η αίσθηση και η κίνηση, εκδηλώνεται μέσα από ολόκληρη την ψυχή, δίνει την απάντηση ότι η ψυχή χαρακτηρίζεται από ενότητα και είναι αδιαίρετη.

Η δεύτερη κατηγοριοποίηση γίνεται με βάση τις λειτουργίες της ψυχής. Η ψυχή ορίζεται μέσα από τη θρεπτική λειτουργία, την αισθητική, τη διανοητική, την κινητική και την κρίση, ενώ αποτελεί την αρχή αυτών των λειτουργιών και ορίζεται μέσα από αυτές. Τις λειτουργίες που υπάρχουν μέσα στην ψυχή τις διαχωρίζει σε ανώτερες και κατώτερες
Τέλος, η τρίτη κατηγοριοποίηση αντιμετωπίζει την ψυχή ως είδος, δύναμη και ενέργεια. Η ψυχή είναι ουσία ως μορφή του φυσικού σώματος (είδος) και η πρώτη εντελέχεια ενός φυσικού σώματος, το οποίο διαθέτει εν δυνάμει ζωή. Η εντελέχεια είναι η ολοκλήρωση του σκοπού και η ψυχή συμβάλλει στην ολοκλήρωση του προορισμού του υλικού σώματος, ενώ χαρακτηρίζεται ως ενεργοποιός και ζωοποιός προς το σώμα.  Επίσης, ο εν λόγω φιλόσοφος συνδέει την ψυχή ως αιτία και αρχή με την έννοια της ζωής. Η ψυχή παρουσιάζεται από το Σταγειρίτη φιλόσοφο ως «η κινητοποιός βάση και ενεργοποιός δύναμη όλων των φαινομένων ενός τέτοιου οργανισμού» (Ιεροδιακόνου, 2004, σελ. 203).

Η ψυχή καθορίζει λειτουργίες όπως τον ύπνο και την εγρήγορση, όπου ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι κατά τον ύπνο έχει κανείς γνώσεις αλλά δεν ενεργεί, ενώ κατά την εγρήγορση εκδηλώνει τη θεωρητική του γνώση, ενώ ένα ακόμη παράδειγμα που αναφέρει ο φιλόσοφος αφορά την όραση, στο οποίο ο οφθαλμός αποτελεί το υλικό υπόβαθρο της όρασης, ενώ όταν απουσιάσει η όραση, ο οφθαλμός παραμένει οφθαλμός μόνο στο όνομα.
« ψυχή τά ντα πώς στι πάντα» (Η ψυχή είναι όλα τα όντα μαζί), καθώς τα όντα είναι αισθητά ή νοητά, όπου η βαθιά γνώση (επιστήμη) είναι όλα τα νοητά (επιστητά) και η αισθητηριακή αντίληψη όλα τα αισθητά. Σύμφωνα με τον Ιεροδιακόνου (2004) η άποψη αυτή του Αριστοτέλη για την ψυχή συνδέεται με τη σύγχρονη άποψη για τον τρόπο διαμόρφωσης του ψυχολογικού κόσμου του ανθρώπου, μέσα από τις εμπειρίες που βιώνει, μέσω της αισθητηριακής αντίληψης και από τις γνώσεις που αποκτά. Ωστόσο, ο προαναφερόμενος συγγραφέας παρατηρεί ότι από στις αναλύσεις του Αριστοτέλη απουσιάζει ο συναισθηματικός παράγοντας, ο οποίος σήμερα θεωρείται ότι παίζει σημαντικό ρόλο στην αισθητηριακή ή νοητική πρόσληψη και επεξεργασία εξωτερικών ερεθισμάτων.


Σχέση ψυχής- σώματος
«οικε δέ καί τά τς ψυχς πάθη
πάντα εναι μετά σώματος»
Όσον αφορά τη σχέση του σώματος με την ψυχή, ο Αριστοτέλης διατυπώνει την άποψη ότι η ψυχή δεν είναι κάτι υλικό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχει καμία σχέση με το σώμα. Η συσχέτιση είναι άμεση, καθώς χωρίς το σώμα δεν μπορεί να υπάρξει η ψυχή και χωρίς την ψυχή δεν μπορεί να υπάρξει το σώμα και πιο συγκεκριμένα κάποιοι τύποι σώματος (Χριστοδούλου, 2000). Ακόμη, θεωρεί ότι όταν πάσχει το ένα επηρεάζεται και το άλλο. Έτσι, με τα συναισθήματα πάσχει ταυτόχρονα και το σώμα, για παράδειγμα η οργή είναι μια ψυχική διεργασία που εκδηλώνεται στο σώμα ή αποτελεί μέρος του σώματος ή λειτουργία που οφείλεται σε ένα συγκεκριμένο αίτιο για ένα συγκεκριμένο σκοπό.

Ο Σταγειρίτης φιλόσοφος επισημαίνει ότι η καρδιά, ως όργανο του σώματος, συμμετέχει στις ψυχικές εκδηλώσεις, ενώ πιστεύει ότι οι διεργασίες αυτές δεν είναι μεμονωμένα φαινόμενα της ψυχής. Όσον αφορά τα παθήματα της ψυχής τα χαρακτηρίζει ως λόγους (έννοιες, σκέψεις, στόχοι), οι οποίοι εκδηλώνονται μέσα από την ύλη. Στη φράση «Δλον τι τά πάθη λόγοι νυλοί εσιν», ο φιλόσοφος με τον όρο «νυλοι» αναφέρεται στο αδιαχώριστο και αδιάσπαστο της σχέσης ψυχής και σώματος.

Επίσης, υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος μέσω της ψυχής ελεεί, μαθαίνει ή διανοείται, ενώ θεωρεί ότι είναι το όλον και το σημαντικό και σε αυτόν ανήκουν η ψυχή και το σώμα. Αναφορικά με τις σχέσεις ψυχής και σώματος, θεωρεί ότι δεν συμβαίνουν τυχαία, αλλά «τό μέν ποιεί τό δε πάσχει». Η ψυχή δηλαδή κινητοποιεί και το σώμα υφίσταται την κινητοποίηση, η ψυχή ενεργεί και το σώμα υπόκειται στην ενέργεια (Ιεροδιακόνου, 2004).
Η συσχέτιση σώματος και ψυχής που έκανε ο Αριστοτέλης μέσα από τις βιολογικές του έρευνες είναι πολύ κοντά στις σύγχρονες αντιλήψεις (Ιεροδιακόνου, 2004, Χριστοδούλου, 2000). Σήμερα ωστόσο, η ψυχολογία και η ψυχιατρική ασχολούνται κυρίως με τις εκδηλώσεις της ψυχής. Η ψυχοσωματική καταλαμβάνει σημαντικό μέρος της σημερινής ψυχολογίας και ψυχοπαθολογίας. Ο Αριστοτέλης διαπραγματεύεται τη σχέση ψυχής και σώματος στα κείμενα του «Περί ψυχής» και καταλήγει ότι η ψυχή είναι η αιτία για την ύπαρξη και την ενεργοποίηση των οργάνων του σώματος, αλλά και αυτά λειτουργούν για χάρη της.

«διά γάρ τήν κοινωνίαν τό μέν ποιε
τό δέ πάσχει καί τό μέν κινεται τό δέ κινε»

Αισθήσεις
«ασθανόμεθα τι ρμεν καί κούομεν»
Ο Αριστοτέλης ασχολείται με το ζήτημα των αισθήσεων και των αισθητηρίων στο «Περί ψυχής» καθώς και στο «Περί αισθήσεως και αισθητών». Την αίσθηση τη θεωρεί αποτέλεσμα μιας κινητοποίησης και μιας διεργασίας. Τα αισθητήρια όργανα δεν λειτουργούν από μόνα τους, χωρίς τον ερεθισμό από εξωτερικά ερεθίσματα δεν ενεργοποιούνται ώστε να υπάρξει αίσθηση. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι οι αισθήσεις είναι πέντε –όραση, ακοή, όσφρηση, γεύση και αφή- όπως και σήμερα, ενώ τα αισθητά αντικείμενα μπορεί να είναι ιδιαίτερα για κάθε αισθητήριο, μπορεί να είναι κοινά ή μπορεί να είναι «κατά συμβεβηκός», όταν το άτομο τα αντιλαμβάνεται περιστασιακά και κατά σύμπτωση.

Τον αρχαίο φιλόσοφο εκτός από την αίσθηση της αντίληψης απασχόλησε και η συνείδηση του εαυτού. Εκτός από αυτό που βλέπουμε, αναρωτήθηκε για τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε αυτό που βλέπουμε. Ως σημαντικότερη και πιο βασική αίσθηση θεωρεί την αφή, την οποία ορίζει ως «το σχατον ασθητήριον» (την ανώτατη αίσθηση).

Σκέψη, νους, νόηση
«λέγω δέ νον διανοεται
καί πολαμβάνει ψυχή»
Η σκέψη αποτελεί μια από τις τρεις σημαντικότερες λειτουργίες μαζί με το συναίσθημα και τη βούληση που εξετάζονται σήμερα στα πλαίσια της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής (Ιεροδιακόνου, 2004). Σήμερα, όσον αφορά τη σκέψη, τα δύο βασικά ζητήματα ενασχόλησης είναι ο ειρμός και το περιεχόμενο της. Ο αρχαίος φιλόσοφος ασχολείται περισσότερο με το νου, όρο που βρίσκεται πιο κοντά στη σύγχρονη έννοια της σκέψης, τον οποίο ορίζει ως εκείνο με το οποίο διανοείται και αντιλαμβάνεται η ψυχή, ενώ τον διαχωρίζει σε επιστήμη (βαθιά γνώση), δόξα (γνώμη) και φρόνηση (ορθή άποψη μέσω της διεργασίας της σκέψης).
Η νόηση αποτελεί ξεχωριστό φαινόμενο από την ψυχή και το σώμα. Ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι τα συναισθήματα επηρεάζουν τη λειτουργία του σώματος όχι όμως και τη νοητική λειτουργία, η οποία αντιλαμβάνεται τα διάφορα είδη μέσα από τις παραστάσεις της φαντασίας, ενώ η σκέψη (το νοητικόν) συλλογίζεται και αποφασίζει μέσα από τα είδωλα τη φαντασίας ή τα νοήματα που έχει το άτομο στην ψυχή του. Η σκέψη συνδέεται με όλες τις ψυχικές λειτουργίες του ατόμου, καθώς η ίδια ή η φαντασία είναι αυτές που τις ενεργοποιούν και τις κινητοποιούν.

Ο Σταγειρίτης φιλόσοφος συγκρίνοντας τον νου με την αισθητηριακή λειτουργία συμπεραίνει ότι ο νους είναι απαθής, δεν πάσχει και δεν αλλοιώνεται, καθώς και κατανοεί τα πάντα, σε αντίθεση με τις αισθήσεις, οι οποίες κατανοούν τα «ιδιαιτέρως αισθητά». Ακόμη, αναφέρει ότι ο νους λειτουργεί χωριστά από το σώμα, ενώ η αισθητηριακή αντίληψη δεν λειτουργεί χωρίς το σώμα. Επίσης, διαχωρίζει το νου σε «ποιητικόν», ο οποίος αποτελεί την ενεργητική λειτουργία της σκέψης και σε «παθητικόν», ο οποίος αφορά τη βιολογική βάση της σκέψης.

«ε γάρ γλυκύ, δί κινε τήν ασθησιν
τήν νόησιν.»


Βιβλιογραφία
Ιεροδιακόνου, Χ.Σ. (2004). Ψυχολογικά θέματα στον Αριστοτέλη: από τη σκοπιά ενός ψυχιάτρου. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Μαστορίδη.
Russon, J.E. (1996). Self- consciousness and the Tradition in Aristotle’s Psychology. Laval théologique et philosophique, 52 (3), 777- 803.  
Χριστοδούλου, Ι.Σ. (2000). Αριστοτέλης. Περί Ψυχής: Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια από Ι.Σ.Χριστοδούλου. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Ζήτρος.