Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Αυτοαντίληψη και αυτοεκτίμηση



Οι γνωστικές αλλαγές που παρατηρούνται κατά την προεφηβική και εφηβική ηλικία καθιστούν δυνατή μια περισσότερο πολύπλοκη αντίληψη για την έννοια του εαυτού.  Συγχρόνως η εξέλιξη της έννοιας του εαυτού (self-concept) επηρεάζεται από την αυξανόμενη συναισθηματική ανεξαρτησία από τους γονείς, τη σεξουαλική συμπεριφορά, τις επαγγελματικές επιλογές και τις κοινωνικές σχέσεις.   Ο τρόπος με τον οποίο οι νέοι κατανοούν και αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ασκεί σημαντική επίδραση στον τρόπο με τον οποίο αντιδρούν στα διάφορα γεγονότα ζωής (Coleman & Hendry, 1999). 
 
Σύμφωνα με τον ορισμό του Burns (1982), ο εαυτός είναι ένα σύνολο υποκειμενικά αξιολογούμενων χαρακτηριστικών και συναισθημάτων. Διαδραματίζει δε ένα τριπλό ρόλο:  διατηρεί την εσωτερική συνοχή του ατόμου, καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύονται οι διάφορες εμπειρίες, και παρέχει ένα σύνολο προσδοκιών. Ο εαυτός είναι μια σύνθετη εννοιολογική κατασκευή η οποία περιλαμβάνει διαφορετικές γνωστικές, συναισθηματικές και συμπεριφορικές πτυχές. Βασικές συνιστώσες της έννοιας του εαυτού είναι η αυτοαντίληψη (self-perception) ή αυτοεικόνα (self-image), η οποία αντιστοιχεί στην γνωστική πλευρά του εαυτού, και η αυτοεκτίμηση (self-esteem), η οποία αντιστοιχεί στη συναισθηματική πλευρά (Burns, 1982. Μακρή-Μπότσαρη, 2001).  

Ο Rosenberg (1986), ορίζει την έννοια του εαυτού ως το σύνολο των σκέψεων και συναισθημάτων του ατόμου που αναφέρονται στον εαυτό του ως αντικείμενο, ενώ ο Rogers  υποστηρίζει ότι η έννοια του εαυτού αντιπροσωπεύει έναν οργανωμένο και σταθερό τύπο αντιλήψεων (Pervin & John, 2001).      


Με τον όρο αυτοεκτίμηση αναφερόμαστε στη συναισθηματική στάση ενός ατόμου απέναντι στον εαυτό του, η οποία μπορεί να είναι είτε θετική είτε αρνητική. Η αυτοεκτίμηση, δηλαδή, αποτελεί τη συναισθηματική πλευρά της έννοιας του εαυτού και αφορά τη σφαιρική άποψη που έχει το άτομο περί της ατομικής του αξίας. Τα άτομα, αναλόγως της θετικής ή αρνητικής στάσης που έχουν για τον εαυτό τους, θεωρείται ότι έχουν υψηλή αυτοεκτίμηση, ή στην αντίθετη περίπτωση, χαμηλή αυτοεκτίμηση (Γεωργογιάννης, 2007).
Έχουν καθοριστεί τρία επίπεδα της αυτοεκτίμησης: η σφαιρική (global) (γενική αυτοεκτίμηση), η ενδιάμεση (intermediate), που αναφέρεται σε συγκεκριμένους τομείς της ζωής του ατόμου, όπως η ικανότητα, και η περιστασιακή (situational), που περιλαμβάνει τις καθημερινές εκδηλώσεις της αυτοεκτίμησης. Η σφαιρική και η ενδιάμεση αυτοεκτίμηση επηρεάζουν την περιστασιακή (Epstein, 1985). Ένα άτομο, επομένως, μπορεί να κάνει διαφορετικές αυτό-αξιολογήσεις, για διαφορετικούς τομείς της ζωής του. Έτσι, κάποιος ενδέχεται να έχει υψηλή αυτοαντίληψη σε έναν τομέα (π.χ. επαγγελματική αυτοαντίληψη), αλλά χαμηλή αυτοαντίληψη σε άλλον τομέα (π.χ. κοινωνική αυτοαντίληψη), ενώ, παράλληλα, η σφαιρική του αυτοεκτίμηση να επηρεάζεται από την επαγγελματική, αλλά όχι και από την κοινωνική αυτοαντίληψη, εάν ο, επί παραδείγματι, επαγγελματικός τομέας είναι για το άτομο σημαντικότερος του κοινωνικού.

Μία έννοια που, αρκετές φορές, συγχέεται με εκείνη της αυτοεκτίμησης, είναι αυτή της αυτοαντίληψης, η οποία και αφορά τη γνωστική πλευρά της έννοιας του εαυτού και αναφέρεται σε μία δήλωση, περιγραφή ή πεποίθηση του ατόμου ως προς τον εαυτό του. Ο James (1963) όρισε την αυτοαντίληψη ως το σύνολο των αντιλήψεων που έχει το άτομο για τον εαυτό του και τις ικανότητες του, τονίζοντας, παράλληλα, ότι η εικόνα του εαυτού καθορίζεται από την εικόνα των άλλων (αντίληψη - αξιολόγηση) για αυτόν.

Η αυτοαντίληψη (self-concept), λοιπόν, ως η εικόνα που έχει το άτομο για τον εαυτό του, αναφορικά με την ικανότητά του ως προς ένα τομέα της ζωής του (γνωστικό περιεχόμενο, πληροφορίες), μπορεί και να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα (πραγματικές ικανότητες του ατόμου), άρα και να είναι ρεαλιστική, ενώ μπορεί και να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, οπότε και να είναι μη-ρεαλιστική. Ακόμη, με τον όρο αυτοαντίληψη νοείται και το σύνολο των χαρακτηριστικών που το άτομο νομίζει ότι κατέχει. Υπό αυτή την έννοια, η αυτοαντίληψη, σαν λειτουργία, θυμίζει αυτή τη λειτουργία της ταυτότητας (της συνειδητοποιημένης εικόνας που έχει το άτομο για τον εαυτό του ως μία πλήρης οντότητα). Η αντίληψη του ατόμου σχετικά με τις ικανότητες και τα χαρακτηριστικά του συνδέεται, λοιπόν, με το πρωταρχικό και καθολικό ζήτημα της αναζήτησης της ατομικής ταυτότητας, ένα γεγονός το οποίο αντικατοπτρίζει την προσπάθεια του ατόμου να αποκτήσει πλήρη γνώση του εαυτού του, προϋπόθεση απαραίτητη για να καταλάβει ποιος είναι, αλλά και για να ορίσει τον σκοπό του στη ζωή (Πουρκός, 1997).

Στην αντίπερα όχθη, η αυτοεκτίμηση (self-esteem) είναι το συναισθηματικό περιεχόμενο της σχέσης του ατόμου με τον εαυτό του και εξαρτάται από το περιεχόμενο της αυτοαντίληψης σε ένα συγκεκριμένο τομέα της ζωής αυτού, καθώς και την αξιολόγηση επί αυτής, την σπουδαιότητα, δηλαδή, που αποδίδεται από το άτομο ως προς τον τομέα αυτό (Πουρκός, 1997). Επομένως, ο όρος «αυτοαντίληψη» χρησιμοποιείται για να δηλώσει τα γνωστικά σχήματα που διαμορφώνει το άτομο για τον εαυτό του (γνωστική πτυχή εαυτού), ενώ ο όρος «αυτοεκτίμηση» αναφέρεται στην αυτοαξιολόγηση που κάνει το άτομο (συναισθηματική πτυχή εαυτού) (Λεοντάρη, 1998).

Οι έννοιες της αυτοεκτίμησης και της αυτοαντίληψης εμπεριέχουν την έννοια της αυτοαξιολόγησης και αποτελούν δύο βασικούς όρους όσον αφορά την έννοια του εαυτού, καθώς ο τρόπος με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και, εν συνεχεία, τον αξιολογεί, σχετίζεται με τη συμπεριφορά, τα συναισθήματα, τις αξίες, τους στόχους και τις φιλοδοξίες του (Μακρή- Μπότσαρη, 2001).

Η διαμόρφωση της αυτοαντίληψης εξαρτάται από ένα σύνολο παραγόντων, όπως είναι και η επίδραση των σημαντικών άλλων. Το άτομο διαμορφώνει την αυτοαντίληψη μέσα από την ανατροφοδότηση που λαμβάνει μέσα από τους σημαντικούς άλλους, φτάνοντας στη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης εικόνας του εαυτού, είτε πρόκειται για μια θετική είτε για μια αρνητική εικόνα. Το παιδί όταν εισέρχεται στη σχολική ηλικία, δέχεται σημαντικές επιδράσεις και από πρόσωπα στο σχολείο, όπως είναι οι συμμαθητές και οι δάσκαλοι που παίρνουν τη θέση των γονέων (Burns, 1982). 

Επιπλέον, η αυτοαντίληψη επηρεάζεται από τα προβλήματα συμπεριφοράς που παρουσιάζουν ορισμένοι μαθητές (Henricsson, & Rydell, 2004), ενώ η αυτοαντίληψη των παιδιών επηρεάζεται και από την εικόνα των εκπαιδευτικών για τους μαθητές. Η αρνητική εικόνα που έχουν οι εκπαιδευτικοί για μαθητές με προβλήματα συμπεριφοράς ασκεί επιδράσεις στην αυτοαντίληψη που διαμορφώνουν οι μαθητές (Montague & Rinaldi, 2001). 

Η αυτοαντίληψη σχετίζεται με την αυτοεικόνα και περιλαμβάνει στοιχεία, όπως είναι η κοινωνική ταυτότητα, οι προδιαθέσεις και τα σωματικά χαρακτηριστικά. Η αυτοαντίληψη σχετίζεται με τα γνωστικά σχήματα που διαμορφώνει το άτομο για τον εαυτό του. Η αυτοαντίληψη των μαθητών περιλαμβάνει ένα σύνολο χαρακτηριστικών, όπως είναι η σχολική ικανότητα, οι σχέσεις με τους συνομηλίκους, οι σχέσεις με τους γονείς, η αθλητική ικανότητα, η φυσική εμφάνιση και η διαγωγή- συμπεριφορά.


Βιβλιογραφία
Burns, R. (1982). Self-concept development and education. Holt, Rinehart & Winston, London.
Γεωργογιάννης, Π. (2007). Βηματισμοί για μια αλλαγή στην εκπαίδευση, Διαπολιτισμική Κοινωνική Ψυχολογία και Έρευνα (Τόμος 5ος). Πάτρα.
Coleman, J., & Hendry. L., (1999). The Nature of Adolescence. Routledge: New York.
Epstein, R. (1985). The positive side effects of reinforcement. Journal of Applied Behavior Analysis, 18, 73- 78.
Henricsson, L., & Rydell., A. (2004). Elementary School Children with Behaviour Problems: Teacher-Child Relations and Self-Perception. A Prospective Study. Merrill Palmer Quarterly Journal of Developmental Psychology, 50 (2), 111- 138.
James, W. (1890/ 1963). The principles of psychology. New York: Holt, Rinehart, & Winston.
Λεονταρή, Α. (1998). Αυτοαντίληψη. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Μακρή-Μπότσαρη, Ε. (2001). Αυτοαντίληψη και αυτοεκτίμηση. Μοντέλα, ανάπτυξη, λειτουργικός ρόλος και αξιολόγηση.  Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Montague, Μ., & Rinaldi, C. (2001). Classroom Dynamics and Children at Risk: Α Follow-up. Learning Disability Quarterly. 24(2), 75-83.
Pervin, L.A., & John, O.P. (2001). Θεωρίες προσωπικότητας. Έρευνα και Εφαρμογές. (Μτφρ: Α. Αλεξανδροπούλου & Ε. Δασκαλοπούλου. Αθήνα: Εκδόσεις Τυπωθήτω.
Πουρκός, Μ. (1997). Ατομικές Διαφορές Μαθητών και Εναλλακτικές Ψυχοπαιδαγωγικές Προσεγγίσεις. Αθήνα: Gutenberg,
Rosenberg, M. (1986). Conceiving the self.  Malabar, Florida, Krieger Publishing Co.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου