Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

Η Αγάπη… με λίγα λόγια… περιγράφεται;



Ποιος μπορεί να μιλήσει για την αγάπη; Χρειάζεται να μιλήσουμε ή απλά να την εκφράζουμε, να τη βιώνουμε, να τη ζούμε; Μπορούμε να την προσεγγίσουμε «επιστημονικά»; Ας προσπαθήσουμε…
Πολλοί ασχολήθηκαν με την αγάπη, σε μια προσπάθεια να την περιγράψουν, να την προσεγγίσουν ή να την αναλύσουν. Ας δούμε κάποια από τα λεγόμενά τους.
«Η αγάπη δεν είναι να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλο, αλλά να βλέπουμε μαζί προς την ίδια κατεύθυνση».
Antoin de Saint-Exupéry

Ο Καζαντζάκης αναρωτιέται: τι είναι η αγάπη;
«Δεν είναι συμπόνια μήτε καλοσύνη. Στη συμπόνια είναι δύο. Αυτός που δίνει και αυτός που δέχεται. Μα στην αγάπη είναι ένας. Σμίγουν δύο και γίνονται ένα. Δεν ξεχωρίζουν. Το εγώ και το εσύ αφανίζονται. Αγαπώ θα πει χάνομαι».

Με την αγάπη ασχολήθηκε αρκετά και ο Μπουκάι, αναφέροντας: «Μιλάω για την αγάπη που σημαίνει απλώς, να θέλεις κάποιον πολύ. Και λέω να θέλεις οχι με την ετυμολογική έννοια της κτήσης, αλλά με την έννοια που καθημερινά δίνουμε σ' αυτό το ρήμα στις ισπανόφωνες χώρες, όπου το θέλω σημαίνει σ' αγαπώ».
Ο Μπουκόφσκι μίλησε για την αγάπη με ένα πιο ρεαλιστικό και κυνικό τρόπο: «Αγάπη είναι μια κατάσταση σαν τη πρωινή ομίχλη που αντικρίζεις την αυγή, λίγο πριν βγει ο ήλιος. Μένει για λίγο και μετά εξατμίζεται. Η αγάπη είναι μια ομίχλη που εξατμίζεται με την πρώτη αχτίδα της πραγματικότητας, αυτό είναι».
Και δεν πρέπει να παραλείψουμε τον Μπουσκάλια, που αφιέρωσε ολόκληρο βιβλίο στην ανάλυση της αγάπης, αν και στα περισσότερα βιβλία του αναλύει το συγκεκριμένο θέμα. 

Μεταξύ άλλων ο Μπουσκάλια αναφέρει:
«Κάποια στιγμή θα φτάσει η ώρα που όσοι αγαπάς θα φύγουν, θα προχωρήσουν χωρίς εσένα οι παρέες σου, οι φίλοι σου, οι εραστές σου.
Άφησε τους να φύγουν.
Μην ψάχνεις το λόγο.
Πρέπει να καταλάβεις πως η αγάπη έχει αρχή, μέση και τέλος.
Επειδή έπαψε να υπάρχει, δεν σημαίνει πως η αγάπη που σου έδωσαν κάποτε ήταν ψεύτικη».

Επίσης, ο Μπουσκάλια συνδέει την αγάπη για τους άλλους με την αγάπη για τον εαυτό μας: «Όσο περισσότερο αγαπάμε τον εαυτό μας, τόσο περισσότερο μπορούμε να αγαπήσουμε και τους άλλους. Και μέσα από αυτή την αγάπη, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο την εκδηλώνουμε, φαίνεται τελικά το ποιοι πραγματικά είμαστε. Γιατί η αγάπη είναι σαν τον καθρέπτη. Όταν αγαπάς κάποιον γίνεσαι ο δικός του καθρέπτης κι αυτός γίνεται ο δικός σου… κι αντικαθρεφτίζοντας την αγάπη ο ένας του άλλου βλέπεις το άπειρο!»
Στο βιβλίο του για την Αγάπη αναφέρει: «Η αγάπη είναι αγάπη μόνον όταν προσφέρεται χωρίς προσμονή ανταλλαγμάτων. Λόγου χάρη, δε μπορείς να επιμένεις να σ' αγαπήσει κάποιος, να σου ανταποδώσει την αγάπη. Ακόμη και να το σκεφτεί κανένας αυτό, είναι αστείο. Ωστόσο υποσυνείδητα, αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν. Αν αγαπάς αληθινά τότε δεν έχεις άλλη επιλογή από το να πιστεύεις, να έχεις εμπιστοσύνη και να ελπίζεις ότι η αγάπη θα σου επιστραφεί. Αλλά δεν υπάρχει καμία σιγουριά γι' αυτό, καμιά εγγύηση. Αν περιμένει κανένας ν' αγαπήσει μόνον όταν θα 'ναι σίγουρος ότι θα δεχτεί ίση αγάπη σαν αντάλλαγμα, θα περιμένει για πάντα. Στην πραγματικότητα, αν αγαπά χωρίς την παραμικρή προσδοκία πάλι στα σίγουρα θ' απογοητευτεί τελικά, γιατί δεν είναι καθόλου πιθανό ότι οι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να ικανοποιήσουν όλες τις ανάγκες του, έστω κι αν η αγάπη τους γι' αυτόν είναι μεγάλη.

Αγαπά κανένας επειδή το θέλει, επειδή αυτό του δίνει χαρά, επειδή ξέρει ότι η ωρίμανση και η ανακάλυψη του εαυτού του εξαρτάται από αυτό. Ξέρει ότι η μοναδική σιγουριά που έχει βρίσκεται μέσα στον εαυτό του. Αν εμπιστεύεται τον εαυτό του και πιστεύει σ' αυτόν, θα εμπιστεύεται και θα πιστεύει και στους άλλους. Θα είναι πρόθυμος ν' αποδεχτεί το καθετί που είναι ικανοί να του δώσουν, αλλά θα μπορεί και να είναι σίγουρος και να μην εξαρτιέται από τίποτα άλλο έξω από τον ίδιο τον εαυτό του». (Λεό Μπουσκάλια -Η Αγάπη-)

Ο Coelho αναφέρει: «Είναι ανώφελο να μιλάς γι’ αγάπη, γιατί η αγάπη έχει τη δική της γλώσσα και μιλάει από μόνη της.
Η αγάπη δε θέτει πολλά ερωτήματα, γιατί αν αρχίσουμε να σκεφτόμαστε, αρχίζουμε και να φοβόμαστε.
Ίσως είναι ο φόβος να σε περιφρονήσουν, να μη γίνεις αποδεκτός, ο φόβος μήπως σπάσει η μαγεία.
Μπορεί να φαίνεται γελοίο, αλλά έτσι είναι. Γι αυτό δεν κάνουμε ερωτήσεις αλλά ενεργούμε».

Αξίζει λοιπόν να μιλήσουμε για την αγάπη, να την αναλύσουμε και να προσπαθήσουμε να την εξηγήσουμε, ή είναι κάτι που μόνο βιώνεται; Η αγάπη είναι ένα συναίσθημα, περικλείει πολλά συναισθήματα, έχει πολλές εκδηλώσεις και εκφράζεται με διάφορους τρόπους. Δεν υπάρχει ένας ορισμός για την αγάπη. Ο καθένας δίνει το δικό του ορισμό, την καθορίζει, την οριοθετεί, την αναζητά, την προσφέρει, του λείπει ή νιώθει ότι την έχει…
Αγάπη… τι είναι τελικά; Ο καθένας έχει μια δική του ιστορία στο μυαλό… ένα δικό του ορισμό και τις δικές του εμπειρίες πάνω σ’ αυτή…

Παπαδοπούλου Ελένη- Ψυχολόγος, MSc.




Η αγάπη είναι σαν την υγεία. Την παραμελούμε όταν την έχουμε και την λατρεύουμε όταν την χάνουμε.
Ναγκίμπ Μαχφούζ

''Σ' αγαπώ σημαίνει να αναζητώ να γεμίσω
τις δικές σου ανάγκες κι όχι να θέλω,
χρησιμοποιώντας σε,
να καλύψω τις δικές μου ανάγκες.
Μονάχα ο έρωτας που έχει το θάρρος
να γίνει αγάπη νικάει το χρόνο και ζει.
Εξάλλου, κι επειδή η αγάπη είναι θαύμα,
πρέπει το θαύμα να σου ανήκει.
Να το αξίζει δηλαδή.''

Μάρω Βαμβουνάκη



Παιδική- σχολική ηλικία: μια γρήγορη ματιά



Από την ηλικία των 7 μέχρι την ηλικία των 12 περίπου ετών, το παιδί διανύει τη σχολική του περίοδο, όπου αρχίζει να στρέφεται στους συνομηλίκους του, κυρίως σε άτομα του ίδιου με αυτό φύλου. Μέσα από τη συμμετοχή σε ομάδες και μέσα από την εκμάθηση των κανονισμών της ομάδας το παιδί μαθαίνει να ρυθμίζει τις κοινωνικές του σχέσεις, χωρίς να απαιτείται η παρέμβαση του ενήλικα. Ο χρόνος που τα παιδιά περνούν με τους συνομηλίκους τους συμβάλλει στον καθορισμό της αντίληψης της έννοιας του εαυτού. Η βασική αυτοαντίληψη προέρχεται από τη συγχώνευση του σωματικού και του νοητικού, ενώ στη συνέχεια παρεμβαίνει και ο κοινωνικός τομέας.

Η κοινωνική ανάπτυξη των παιδιών οφείλεται κυρίως στην καθοδήγηση των ενηλίκων. Οι ενήλικες μεταδίδουν στα παιδιά συμπεριφορές, στάσεις και πεποιθήσεις, ενώ ενισχύουν ή τιμωρούν τις συμπεριφορές των παιδιών. Οι ενήλικες είναι αυτοί που επιλέγουν τα πλαίσια μέσα στα οποία το παιδί θα μάθει κάποιες συμπεριφορές, να μάθει τις κοινωνικές κατηγορίες και θα αποκτήσεις γνώσεις και κανόνες συμπεριφοράς που εξαρτώνται από το εκάστοτε πολιτισμικό πλαίσιο.

Σύμφωνα με τον Erickson, η παιδική ηλικία διαχωρίζεται στην πρώτη παιδική ηλικία με βασικά χαρακτηριστική την πρωτοβουλία και την ενοχή και την μέση παιδική ηλικία με βασικά στοιχεία την φιλοπονία και την κατωτερότητα. Κατά την παιδική ηλικία, οι κινητικές και νοητικές δραστηριότητες του παιδιού αποτελούν προϊόντα δικής του πρωτοβουλίας. Το παιδί όταν νιώθει ενθάρρυνση μπορεί να προχωρήσει σε δραστηριότητες και να αναπτύξει το αίσθημα της προσωπικής του ευθύνης και πρωτοβουλίας. Σε περίπτωση όμως που νιώσει ότι δεν ενισχύεται για να δράσει αυτοβούλως μπορεί να αναπτύξει αισθήματα ενοχής και αμφιβολίας. Κατά τη μέση παιδική ηλικία το παιδί αποκτά γνώσεις και δεξιότητες έτσι ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει και να ξεπεράσει διάφορες προκλήσεις μέσα από συστηματική προσπάθεια. Αν αυτές οι προσπάθειες γίνουν μέσα σε ένα περιβάλλον ενθάρρυνσης, το παιδί θα αναπτύξει αισθήματα φιλοπονίας και εργατικότητας. Αντίθετα, αν δεν έχει την κατάλληλη ενθάρρυνση το παιδί μπορεί να αποτύχει και να αρχίσει να αποφεύγει τις προκλήσεις, με αποτέλεσμα να αναπτύξει ένα αίσθημα κατωτερότητας (Hayes, 1998).



HAYES, NICKY. (1998). Εισαγωγή στην Ψυχολογία (Τόμ. Β’). (Επιμ. Α. Κωσταρίδου- Ευκλείδη). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
 

Νηπιακή- προσχολική ηλικία: μια γενική εικόνα



Οι εμπειρίες που αποκτά το παιδί σε αυτή την ηλικία είναι καθοριστικές για τη μεταγενέστερη πορεία του. Αυτό σημαίνει πως το παιδί της προσχολικής ηλικίας χρειάζεται ποσοτικά και ποιοτικά ένα πλούτο εμπειριών έτσι ώστε να μπορέσει να μεγιστοποιήσει τα οφέλη των επιδράσεων που δέχεται που δέχεται από το περιβάλλον του, είτε το οικογενειακό περιβάλλον είτε το εξωοικογενειακό πλαίσιο παροχής ημερήσιας φροντίδας και αγωγής.

Το περιβάλλον του παιδιού καλείται να καλύψει ένα σύνολο αναγκών του, που αφορούν τη συναναστροφή με συνομηλίκους, την κίνηση, το παιχνίδι, την κοινωνικοποίηση, τη φροντίδα και αγωγή, την εκπαίδευση, και γενικότερα την ανάπτυξη των νοητικών, γλωσσικών και συναισθηματικών δεξιοτήτων του παιδιού.

Το πιο σημαντικό για τα παιδιά προσχολικής ηλικίας θεωρείται το παιχνίδι, που θα πρέπει να είναι διασκεδαστικό και ένας ευχάριστος τρόπος συνάντησης ανθρώπων και επιλογής φίλων. Τα παιδιά μπορούν να μάθουν κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, ενώ όταν θέλουν να συνεχίσουν το παιχνίδι με τους φίλους τους, είναι απαραίτητο να βρουν τρόπους για να αναπτύξουν αλληλεπίδραση με τα άλλα παιδιά.

Η ανάπτυξη της μητρικής γλώσσας πραγματοποιείται από τη στιγμή που γεννιέται το παιδί μέσα στο οικογενειακό αρχικά περιβάλλον. Η ανάπτυξη  της γλώσσας παίζει καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία εννοιών και στη δόμηση αντιλήψεων για τον κόσμο, γεγονός που αποτελεί δείγμα της επικοινωνιακής πληροφόρησης καθώς και ένα βασικό εργαλείο μάθησης. Η γλώσσα συμβάλλει στη συμμετοχή σε κοινωνικές ομάδες, όπου τα άτομα μπορούν να εκφράσουν την προσωπικότητά τους, την κοινωνική τους ταυτότητα και την κουλτούρα τους.

Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του παιδιού παίζει η διαδικασία της κοινωνικοποίησης, η οποία αρχίζει από τη στιγμή της γέννησης του παιδιού καθώς οι ενήλικες διαφοροποιούν τα βρέφη από εκείνη τη στιγμή. Βασικό χαρακτηριστικό διάκρισης είναι τα διαφορετικά ρούχα που φορούν στα βρέφη ανάλογα με το φύλο καθώς και η συμπεριφορά που εκδηλώνουν απέναντι στα βρέφη (Turner, 1998). Τα παιδιά κατά την ανάπτυξή τους χρησιμοποιούν σε μεγάλο βαθμό την ταύτιση, η οποία αποτελεί μια διεργασία κατά την οποία τα άτομα προσπαθούν να μοιάζουν, να ενεργούν, να αισθάνονται και να συμπεριφέρονται με βάση τα σημαντικά πρόσωπα στο κοινωνικό τους περιβάλλον.

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της νηπιακής ηλικίας είναι η γλωσσική ανάπτυξη. Η γλωσσική επικοινωνία στηρίζεται στα επιτεύγματα που κατακτά το παιδί κατά την προγλωσσική περίοδο ανάπτυξης της επικοινωνίας. Κατά την νηπιακή ηλικία παρατηρείται γρήγορη αύξηση της μορφο- συντακτικής πολυπλοκότητας καθώς και γενίκευση των γραμματικών κανόνων. Κατά τη διάρκεια της νηπιακής ηλικίας σημαντική είναι και η γνωστική ανάπτυξη του παιδιού, όπου το παιδί σύμφωνα με τον Piaget έχει κατακτήσει τα στοιχεία της αναπαραστατικής σκέψης. Τα παιδιά πλέον δεν στηρίζονται αποκλειστικά στην επανειλημμένη δοκιμή και στο λάθος για να λύσουν προβλήματα. Επιπλέον μιμούνται πράξεις, τις οποίες μπορεί να έχουν παρατηρήσει σε ένα τελείως διαφορετικό περιβάλλον, κάτω από διαφορετικές συνθήκες.

Από την ηλικία των 5 ετών το παιδί αρχίζει να παρουσιάζει αλλαγές στην σκέψη. Η σκέψη των παιδιών σε αυτή την ηλικία αλλάζει σημαντικά και εμφανίζονται οι συλλογισμοί. Στην ηλικία των 6 ή 7 ετών το παιδί δεν πιστεύει πια ότι τα όνειρα του είναι κάτι έξω από αυτό και καταλαβαίνει ότι οι άλλοι δεν μπορούν να τα δουν ή να τα αγγίξουν. Τα παιδιά στην νηπιακή ηλικία κατακτούν την έννοια της σχετικότητας, κατανοώντας ότι τα πράγματα υπάρχουν σε σχέση με άλλα πράγματα, καθώς αποτελούν μέρος κάποιων συνόλων. Τα παιδιά πλέον έχουν την ικανότητα να κάνουν ταξινομήσεις και συγκρίσεις. Επιπλέον, το παιδί αρχίζει σιγά- σιγά να βγαίνει από την εγωκεντρική σκέψη, όπου θεωρούσε τον εαυτό του το κέντρο του κόσμου και ταυτόχρονα απαλλάσσεται από το βάρος της ευθύνης που νιώθει για όσα συμβαίνουν γύρω του. Το παιδί μπαίνοντας στο σχολείο έχει κατακτήσει πλέον τον έλεγχο, την ικανότητα να δημιουργήσει και να διατηρήσει σχέσεις με τους άλλους καθώς και να συνεργάζεται με τους άλλους.

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της νηπιακής ηλικίας είναι η γλωσσική ανάπτυξη. Η γλωσσική επικοινωνία στηρίζεται στα επιτεύγματα που κατακτά το παιδί κατά την προγλωσσική περίοδο ανάπτυξης της επικοινωνίας. Κατά την νηπιακή ηλικία παρατηρείται γρήγορη αύξηση της μορφο- συντακτικής πολυπλοκότητας καθώς και γενίκευση των γραμματικών κανόνων. Κατά τη μετάβαση από το βάβισμα στην ομιλία, τα παιδιά αρχίζουν να προσαρμόζονται στην περιορισμένη ομάδα ήχων της γλώσσας την οποία μιλούν οι γονείς τους. Βασικοί ήχοι μιας γλώσσας είναι τα φωνήματα που διακρίνουν τη μια λέξη από την άλλη. Το λεξιλόγιο των παιδιών διευρύνεται, η κατανόηση της σημασίας των λέξεων αλλάζει σημαντικά. Η ανάπτυξη του λεξιλογίου των παιδιών και η αυξανόμενη ικανότητά τους να χρησιμοποιούν σύνθετες μορφο- συντακτικές δομές συνοδεύονται από την ικανότητα των παιδιών να συμμετέχουν σε συζητήσεις που εξυπηρετούν διάφορους στόχους (Cole & Cole, 2002α).

Κατά τη διάρκεια της νηπιακής ηλικίας σημαντική είναι και η γνωστική ανάπτυξη του παιδιού, όπου το παιδί σύμφωνα με τον Piaget έχει κατακτήσει τα στοιχεία της αναπαραστατικής σκέψης. Τα παιδιά πλέον δεν στηρίζονται αποκλειστικά στην επανειλημμένη δοκιμή και στο λάθος για να λύσουν προβλήματα. Επιπλέον μιμούνται πράξεις, τις οποίες μπορεί να έχουν παρατηρήσει σε ένα τελείως διαφορετικό περιβάλλον, κάτω από διαφορετικές συνθήκες (Cole & Cole, 2002α).

Στην ηλικία των τριών, τεσσάρων και πέντε ετών τα παιδιά δεν βασίζονται εντελώς σε λογικούς συλλογισμούς. Επίσης, η σκέψη είναι μονόπλευρη καθώς τα παιδιά εστιάζουν την προσοχή τους σε μια προέχουσα πλευρά του θέματος που τα ίδια σκέφτονται. Κύρια στοιχεία της νηπιακής ηλικίας σύμφωνα με τον Piaget είναι ο εγωκεντρισμός, η σύγχυση του φαινομενικού και πραγματικού κόσμου και η εμφάνιση και χρήση μη λογικών συλλογισμών. Συγκεκριμένα, τα παιδιά ηλικίας 2-6 ετών αναπαριστούν την πραγματικότητα στον εαυτό τους μέσα από τη χρήση συμβόλων, λέξεων και χειρονομιών (Cole & Cole, 2002α).

Από την ηλικία των 5 ετών το παιδί αρχίζει να παρουσιάζει αλλαγές στην σκέψη. Η σκέψη των παιδιών σε αυτή την ηλικία αλλάζει σημαντικά και εμφανίζονται οι συλλογισμοί. Στην ηλικία των 6 ή 7 ετών το παιδί δεν πιστεύει πια ότι τα όνειρα του είναι κάτι έξω από αυτό και καταλαβαίνει ότι οι άλλοι δεν μπορούν να τα δουν ή να τα αγγίξουν. Τα παιδιά στην νηπιακή ηλικία κατακτούν την έννοια της σχετικότητας, κατανοώντας ότι τα πράγματα υπάρχουν σε σχέση με άλλα πράγματα, καθώς αποτελούν μέρος κάποιων συνόλων. Τα παιδιά πλέον έχουν την ικανότητα να κάνουν ταξινομήσεις και συγκρίσεις. Επιπλέον, το παιδί αρχίζει σιγά- σιγά να βγαίνει από την εγωκεντρική σκέψη, όπου θεωρούσε τον εαυτό του το κέντρο του κόσμου και ταυτόχρονα απαλλάσσεται από το βάρος της ευθύνης που νιώθει για όσα συμβαίνουν γύρω του. Το παιδί μπαίνοντας στο σχολείο έχει κατακτήσει πλέον τον έλεγχο, την ικανότητα να δημιουργήσει και να διατηρήσει σχέσεις με τους άλλους καθώς και να συνεργάζεται με τους άλλους (Cole & Cole, 2002β).




COLE, MICHAEL, & COLE, SHEILA R. (2002α). H ανάπτυξη των παιδιών: Γνωστική και ψυχοκοινωνική ανάπτυξη κατά τη νηπιακή και μέση παιδική ηλικία. (Τόμ. Β΄).  (Επιμ. και μτφρ. Ζ. Μπαμπλέκου).  Αθήνα: Τυπωθήτω – Γιώργος Δάρδανος.
COLE, MICHAEL, & COLE, SHEILA R. (2002β). Η ανάπτυξη των παιδιών: Εφηβεία (μτφρ. Μ. Σόλμαν). Αθήνα: Εκδόσεις Τυπωθήτω- Γιώργος Δάρδανος.
TURNER, PATRICIA J. (1998). Βιολογικό φύλο, κοινωνικό φύλο και ταυτότητα του Εγώ (Επιμ. Ν.Δ. Γιαννίτσας). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.