Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Η επικοινωνία ως κύριο συστατικό των προσωπικών σχέσεων



Πόσο σημαντικό ρόλο παίζει η ικανότητα της επικοινωνίας στις διαπροσωπικές σχέσεις; Πώς η επικοινωνία καταστρέφει ή σώζει τις σχέσεις μας;
Η επικοινωνία, ως μια σύνδεση με τους ανθρώπους, θεωρείται ότι αποτελεί το κλειδί για την προσωπική και επαγγελματική επιτυχία.
Καθημερινά καλούμαστε να εμπλακούμε σε διάφορα είδη επικοινωνίας με τους ανθρώπους γύρω μας, υιοθετώντας διαφορετικούς τρόπους επικοινωνίας και διαφορετικούς ρόλους, ανάλογα με το ποιον έχουμε απέναντί μας.
Στόχος της επικοινωνίας είναι η μετάδοση ενός μηνύματος, το οποίο ο άλλος απέναντί μας το επεξεργάζεται και το κατανοεί.

Το μήνυμα που δίνουμε θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο και σαφές. Τα προβλήματα επικοινωνίας ξεκινούν όταν υπάρχει κάποια διαστρέβλωση του μηνύματος, είτε γιατί εμείς δεν στέλνουμε με σαφήνεια το μήνυμα είτε γιατί ο άλλος το επεξεργάζεται και το κατανοεί με το δικό του τρόπο.

Τα προβλήματα στην επικοινωνία σε μεγάλο βαθμό προέρχονται από τα φανερά και κρυφά στοιχεία που υπάρχουν στα μηνύματα που στέλνουμε και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και επεξεργαζόμαστε τα μηνύματα που δεχόμαστε. Η αποκωδικοποίηση των μηνυμάτων είναι μια δεξιότητα στην οποία μπορούμε να εκπαιδευτούμε με στόχο τη βελτίωση των σχέσεών μας.



Τα τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά της μη αποτελεσματικής επικοινωνίας αφορούν τα εξής:

1. Έντονη χρήση της αντωνυμίας «εσύ» (εσύ είσαι, εσύ πρέπει, εσύ κάνε, εσύ… εσύ… εσύ…) - κάνοντας διάφορους αρνητικούς χαρακτηρισμούς για τον άλλο και τη συμπεριφορά του. Σε κάποιους ανθρώπους δεν αρέσει καθόλου να τους κρίνουν με αποτέλεσμα μόλις αρχίζει μια έντονη κριτική να σταματούν να ακούν τον άλλο. Πρόκειται για ένα τρόπο επικοινωνίας που δεν οδηγεί στην επίλυση συγκρούσεων καθώς ο καθένας καταλήγει να κατηγορεί τον άλλο, ή ο ένας κατηγορεί τον άλλο και ο άλλος απλά δεν απαντά.

2. Γενικεύσεις σχετικά με το χαρακτήρα ή τη συμπεριφορά του ατόμου με αρνητικό τρόπο. Συχνά οι φράσεις αυτές περιλαμβάνουν λέξεις όπως «πάντα», «ποτέ», «πάλι», «κάθε φορά»…

Πρόκειται για ένα συνδυασμό της χρήσης του «εσύ» και αυτών των λέξεων, λέγοντας: ποτέ δεν κάνεις αυτό ή πάντα συμπεριφέρεσαι έτσι, ή είσαι τόσο τεμπέλης, Ξεχνάς να κάνεις αυτό κάθε φορά… Τι να περιμένει κανείς από σένα; Πάντα έτσι συμπεριφέρεται.
Οι γενικεύσεις που κάνουμε δημιουργούν προβλήματα στην επικοινωνία, καθώς αναφερόμαστε στο άλλο άτομο ως προσωπικότητα με αποτέλεσμα να τον ακυρώνουμε σας προσωπικότητα, σαν άνθρωπο. Πρόκειται για αρνητικές κριτικές, που επιδρούν στην αυτοεκτίμηση του άλλου, με αποτέλεσμα το άτομο να αναπτύσσει άμυνες απέναντι στους χαρακτηρισμούς που δέχεται.

3. Η επικοινωνία εξαρτάται και από τον τρόπο με τον οποίο απευθυνόμαστε στον άλλο απέναντί μας, λαμβάνοντας υπόψη το πρόσωπο με το οποίο μιλάμε και το θέμα ή η συμπεριφορά στην οποία αναφερόμαστε. Η αποτελεσματική επικοινωνία εξαρτάται από το κατά πόσο μπορούμε να διαχωρίσουμε το θέμα ή τη συμπεριφορά από το πρόσωπο. 

4. Προβλήματα στην επικοινωνία δημιουργούνται όταν ακυρώνουμε τα συναισθήματα του άλλου, είτε είναι αρνητικά είτε είναι θετικά. Μπλοκάρουμε κάθε πιθανότητα επικοινωνίας λέγοντας στον άλλο ότι δεν μας νοιάζει πώς νιώθει, πως είναι ασήμαντες οι ανησυχίες του για εμάς, πως γίνεται υπερβολικός, κ.τ.λ.

Ένα βασικό στοιχείο για την επικοινωνία είναι να υπάρχει διάθεση για επικοινωνία και από τις δύο πλευρές και ο καθένας να προσπαθεί να δει τα πράγματα και από την οπτική του άλλου, έχοντας ταυτόχρονα στο μυαλό μας και τη σκέψη πώς νιώθει ο άλλος μ’ αυτό που λέμε: ο όρος που περιγράφει αυτό είναι: Ενσυναίσθηση





Ποιοι παράγοντες δυσκολεύουν την επικοινωνία σε ένα ζευγάρι;
Ø  Η γλώσσα
Ø  Η κουλτούρα
Ø  Η οικογένεια, οι τρόποι και τα πρότυπα επικοινωνίας που μάθαμε μέσα στην οικογένεια
Ø  Η έλλειψη ειλικρίνειας: μήπως αποφεύγουμε να πούμε κάποια πράγματα, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να φτάσουμε στη ρίζα του προβλήματος;
Ø  Η προσποίηση σε συμπεριφορές ή στοιχεία του χαρακτήρα
Ø  Οι προσδοκίες που έχουμε από το σύντροφό μας, από τη σχέση μας
Ø  Η διαστρέβλωση του μηνύματος- παρεξηγήσεις- παρερμηνεία του περιεχομένου του μηνύματος
Ø  Το παρελθόν- προηγούμενες σχέσεις και καταστάσεις που βιώσαμε
Ø  Η γλώσσα του σώματος: μπερδεύουμε πολύ τον άλλο όταν υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στα λόγια και τη συμπεριφορά μας
Ø  Έλλειψη διάθεσης για συμβιβασμούς
Ø  Έντονος θυμός

Κύριες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της επικοινωνίας είναι:
Ø  Ο χρόνος που θα επιλέξουμε για την επικοινωνία
Ø  Οι συνθήκες που θα επικρατούν
Ø  Ο τρόπος με τον οποίο απευθυνόμαστε στον άλλο


Δεν μπορούμε να παίρνουμε ως δεδομένο ότι ο άλλος κατανοεί αυτό που εμείς θέλουμε ή πιστεύουμε ότι κατανοεί.


Παπαδοπούλου Ελένη- Ψυχολόγος, MSc.

Ενσυναίσθηση



Η ενσυναίσθηση αποτελεί μια συναισθηματική αντίδραση που αντιστοιχεί στα συναισθήματα ενός άλλου ατόμου, που σημαίνει ότι το άτομο μπορεί να αναγνωρίσει και να ανταποκριθεί ή να συμμεριστεί τα συναισθήματα των άλλων. 

Στο τέλος περίπου του 2ου έτους το βρέφος αρχίζει να δείχνει συναισθήματα συμπαράστασης ή ανησυχίας σε άλλα άτομα. Για να μπορέσει το βρέφος να φτάσει στην ικανότητα ανάπτυξης της ενσυναίσθησης θα πρέπει να αποκτήσει πρώτα επίγνωση της συναισθηματικής κατάστασης των άλλων. Κατά το δεύτερο έτος της ηλικίας τα παιδιά αρχίζουν να χρησιμοποιούν την παραπλάνηση, που εμφανίζεται ως συμπεριφορά τόσο σε παιχνίδια προσποίησης όσο και σε γεγονότα και συμβάντα της καθημερινότητας. Το παιδί μέσα από τα συμβολικά παιχνίδια μπορεί να αναπτύξει την έννοια της ενσυναίσθησης, ενώ όταν υποδύεται κάποιον άλλο θα πρέπει να υιοθετήσει τα συναισθήματα και τις πεποιθήσεις του άλλου. Μέσα από τέτοιου είδους παιχνίδια το παιδί κατανοεί και συνειδητοποιεί ότι οι άλλοι γύρω του μπορεί να έχουν συναισθήματα και πεποιθήσεις που διαφοροποιούνται από τις πεποιθήσεις και τα συναισθήματα του ίδιου του παιδιού (Feldman, 2009).

Σύμφωνα με τον Hoffman η ενσυναίσθηση εμφανίζεται νωρίς στη ζωή του παιδιού και βελτιώνεται κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας. Τα μικρά παιδιά δεν μπορούν να διακρίνουν τα συναισθήματά τους από τα συναισθήματα των άλλων, ενώ περιστασιακά μόνο λαμβάνουν υπόψη τα συναισθήματα των άλλων ανθρώπων. Επίσης, κάποιες φορές απαντούν στα συναισθήματα των άλλων εκδηλώνοντας και αυτά το ίδιο συναίσθημα. Ένα μικρό παιδί μπορεί δηλαδή να κλάψει όταν ακούσει κάποιο άλλο παιδί να κλαίει. Κατά τη διάρκεια της πρώιμης παιδικής ηλικίας τα παιδιά έχουν την τάση να δρουν και να συμπεριφέρονται με τρόπους που δείχνουν την επικέντρωσή τους στις δικές τους ανάγκες και επιθυμίες. Συνήθως, απαντούν στις συναισθηματικές εκδηλώσεις των άλλων με τρόπους που τα ίδια βρίσκουν επιθυμητούς ή ανακουφιστικούς (Πουρκός, 2003). 

Όταν πλέον τα παιδιά αναπτύσσουν την ικανότητα να μπουν στην οπτική θέση των άλλων, μπορούν πλέον σταδιακά να αρχίσουν να αναγνωρίζουν και να αποκτούν επίγνωση των συναισθημάτων των άλλων ανθρώπων. Μέχρι το τέλος της παιδικής ηλικίας, οι απαντήσεις των παιδιών που στηρίζονται στην ενσυναίσθηση περιορίζονται στα συναισθήματα οικείων προσώπων μέσα σε οικογενειακές καταστάσεις. Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας είναι πιθανό να απαντήσουν λαμβάνοντας υπόψη τα συναισθήματα των άλλων σε καθημερινά συμβάντα που προκαλούνται σε οικεία άτομα ή αντικείμενα του οικογενειακού περιβάλλοντος. 

Η ανάπτυξη της ενσυναίσθησης, με βάση τον Hoffman, περνάει μέσα από τουλάχιστον τέσσερα στάδια, εκ των οποίων το πρώτο στάδιο είναι η συναισθηματική μετάδοση, ενώ δεν είναι ξεκάθαρο κατά πόσο μπορεί να διακρίνει ότι τα συναισθήματα ανήκουν σε άλλο άτομο (ένα παιδί θα κλάψει όταν ακούσει κάποιο άλλο παιδί να κλαίει). Το δεύτερο στάδιο ξεκινά κατά το δεύτερο έτος της ηλικίας του παιδιού και το παιδί μπορεί να διαφοροποιήσει τον εαυτό του από τους άλλους, ενώ εκφράζει ακόμη μια εγωκεντρική ενσυναίσθηση. Κατά το τρίτο έτος της ηλικίας το παιδί διανύει το τρίτο στάδιο όπου μπορεί πλέον να πάρει την οπτική γωνία του άλλου και να προσφέρει κάτι σε άλλο άτομο κρίνοντας ότι το χρειάζεται. Κατά την μέση παιδική ηλικία το παιδί βρίσκεται στο τέταρτο στάδιο ανάπτυξης της ενσυναίσθησης. Στο στάδιο αυτό το παιδί αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι το ίδιο και οι άλλοι είναι ανεξάρτητα πρόσωπα, όπου τα συναισθήματα είναι μοναδικά για το κάθε άτομο.

Η ανάπτυξη της ενσυναίσθησης επηρεάζεται από τη γνωστική ανάπτυξη, την αύξηση της ικανότητας διαφοροποίησης του ατόμου από τα άλλα άτομα και την δυνατότητα του ατόμου να μπορεί να πάρει την οπτική γωνία ενός άλλου ατόμου. Τα παιδιά που λαμβάνουν την κατάλληλη ανατροφή από τους γονείς τους μπορούν να αναπτύξουν την ενσυναίσθηση, ενώ οι γονείς είναι αυτοί που ερμηνεύουν τους λόγους που βρίσκονται πίσω από την ηθική συμπεριφορά και συμβάλλουν στην πιθανότητα εκδήλωσης ενσυναίσθησης.  


Επιπλέον, η ενσυναίσθηση των νηπίων εξαρτάται από τους ασφαλείς δεσμούς που έχουν αναπτύξει και στον τρόπο με τον οποίο το ίδιο το παιδί αντιμετωπίζεται από τους άλλους όταν βιώνει καταστάσεις πόνου ή όταν χρειάζεται βοήθεια (Craig & Baucum, 2007). Ακόμη, η ενσυναίσθηση συνδέεται και με την ηθική συμπεριφορά, καθώς τα αυξημένα επίπεδα ενσυναίσθησης, όπως και άλλα θετικά συναισθήματα, όπως η συμπόνια και ο θαυμασμός προς τους άλλους, οδηγεί τα παιδιά να συμπεριφέρονται με πιο ηθικούς τρόπους. 

Επίσης, η έννοια της ενσυναίσθησης φαίνεται πως μπορεί να ενισχυθεί μέσα από τα αρνητικά συναισθήματα, κάτι που υποστηρίχθηκε από την θεωρητική προσέγγιση του Freud για την ανάπτυξη της προσωπικότητας. Σύμφωνα με τον Freud, η ανάπτυξη του Υπερεγώ του παιδιού, που αποτελεί τμήμα της προσωπικότητας και περιλαμβάνει κανόνες και ηθικές επιταγές και νόμους της κοινωνίας, αναπτύσσεται με την επίλυση του Οιδιπόδειου συμπλέγματος. Το παιδί τελικά υιοθετεί τους κανόνες ηθικής για να αποφύγει την ενοχή που συνοδεύει το οιδιπόδειο σύμπλεγμα και ταυτίζεται με τον γονέα του ίδιου φύλου (Feldman, 2009).



Βιβλιογραφία
Craig, G.J., & Baucum, D. (2007). Η Ανάπτυξη του Ανθρώπου (Τόμ. Α’). Αθήνα: Παπαζήσης.
           Feldman, R.S. (2009).  Εξελικτική Ψυχολογία. Δια βίου ανάπτυξη (Τόμ. Α’). Επιστ. Επιμ. Η.Γ. Μπεζεβέγκης. Αθήνα: Gutenberg. 
     Πουρκός, Μ. (2003). Ο ρόλος του πλαισίου στην ανθρώπινη επικοινωνία, την εκπαίδευση και την κοινωνικο- ηθική μάθηση. Η οικο- σωματική- βιωματική προσέγγιση ως εναλλακτική πρόταση στο γνωστικισμό: Προς μια βιωματική, ευρετική και επικοινωνιακή ψυχπαιδαγωγική. Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg

Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Το ζευγάρι: Μαζί σαν ένα ή Μαζί και παράλληλα;



Δύο άτομα που επιλέγουν να κινηθούν μαζί στη ζωή, να την μοιραστούν. Κι όταν λέμε μαζί εννοούμε παράλληλα- ο ένας δίπλα στον άλλο- ως ανεξάρτητες και ολοκληρωμένες οντότητες. 

Πόσο παρεξηγημένο είναι όμως αυτό το μαζί και πώς το ορίζει ο καθένας στο μυαλό του; Μαζί σαν ένα… χάνοντας, δηλαδή, την προσωπικότητά του ο καθένας… χάνοντας τον εαυτό μας, τις ανάγκες μας και τα θέλω μας. Μαζί… όλα να τα κάνουμε μαζί, όλα να τα ζούμε μαζί, όλα να τα μοιραζόμαστε… αυτό σημαίνει το μαζί;

Μαζί, αλλά μαζί ως δύο διαφορετικοί άνθρωποι που πάντα θα έχουν τη δική τους γνώμη, άποψη, πεποίθηση, τις δικές τους εμπειρίες, προσδοκίες, στόχους και όνειρα. Μαζί αλλά και ξεχωριστά ο καθένας, ως άτομα, ακολουθούν μια κοινή πορεία. 

Επομένως, το μαζί σημαίνει μια πορεία δύο ατόμων που έχουν κάποια κοινά θέλω, αρκεί να σεβόμαστε τον άλλο, κοινούς στόχους κι ας αποκλίνουν κάποιοι, κοινές προσδοκίες, χωρίς να ξεχνάμε και τις προσδοκίες που έχουμε εμείς από τον εαυτό μας, από τον άλλο και από τη σχέση μας. 

Είναι παρεξηγημένο το μαζί. Αρκετοί το έχουμε πολύ συγκεχυμένο στο μυαλό μας κι από εκεί ξεκινούν τα περισσότερα προβλήματα σε μια σχέση. Γιατί σχέση δε σημαίνει ταύτιση απόψεων, ταύτιση αναγκών και προσδοκιών…, δεν σημαίνει καταπίεση του άλλου, ούτε διαρκής και απεγνωσμένη προσπάθεια για να μην τον χάσουμε, να μη μας παρατήσει.. 

Υπάρχουν συγκρούσεις, υπάρχουν διαφωνίες. Απλά για να υπάρχει αυτό το μαζί κι αν θέλουμε να συνεχίσει να υφίσταται αυτό το μαζί θα πρέπει να βρεθεί μια κοινή συνισταμένη, τρόποι επίλυσης των συγκρούσεων και των διαφωνιών, αυτό που προκύπτει συνήθως από ένα «υγιές» μαζί. Βέβαια, στα λόγια είναι όλα εύκολα και τα ξέρουμε, όμως, στην πράξη κάπου χανόμαστε από αυτή την πορεία και από ενθουσιασμό (;), ανασφάλεια (;), έρωτα (;), προσδοκίες (;), κτητικότητα (;) –και θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πολλά ακόμη…- φτάνουμε στο αντίθετο από το επιθυμητό αποτέλεσμα…



Και θα ψάξω να βρω αυτές τις κοινές συνιστώσες της παράλληλης πορείας μας αν θέλω να συνεχίσει να υπάρχει το μαζί, αρκεί να το θέλεις κι εσύ… κι αρκεί να το θέλουμε και οι δύο την ίδια στιγμή, στον ίδιο χώρο, έχοντας ένα τουλάχιστον κοινό σκοπό… το να πορευτούμε μαζί…

Ελένη Παπαδοπούλου- Ψυχολόγος, MSc.

Ζήλια- Το σύνδρομο του Οθέλλου



Στο έργο του Σαίξπηρ ο Οθέλλος ήταν ένας νεόνυμφος ερωτευμένος άνδρας που σκότωσε τη Δεισδαιμόνα, την αθώα σύζυγό του, όταν ένας στρατιώτης, ο Ιάγος, τον έπεισε ότι η γυναίκα του έχει συνευρεθεί σαρκικά με έναν άλλο άνδρα. Έπειτα, ο Οθέλλος αυτοκτόνησε. Ο Οθέλλος αποτελεί ένα πρότυπο ζήλιας, που έχει ολέθρια αποτελέσματα. 

Το Σύνδρομο του Οθέλλου αναφέρεται στην παθολογική ζήλια, η οποία όμως μπορεί να βιωθεί ως ένα συναίσθημα στο πλαίσιο μιας σχέσης από τους περισσότερους ανθρώπους.
Η ζήλια στην περίπτωση του Οθέλλου συνδέεται άμεσα με τη βία. Η ζήλια συνδέεται με συζυγικούς ξυλοδαρμούς, την παιδική κακοποίηση, βιαιοπραγίες, φθορά ξένης περιουσίας και ανθρωποκτονίες. Η βίαιη συμπεριφορά του ατόμου ως συνέπεια σφοδρών αισθημάτων ζήλιας θεωρείται τμήμα του συλλογικού υποσυνειδήτου. Ωστόσο, οι συνέπειες της ζήλιας δεν είναι πάντα άμεσα παρατηρήσιμες. 

Μιλώντας για ζήλια αναφερόμαστε στην έμμονη ζήλια. Η ζήλια είναι καταστροφική για τη σχέση; «Το σύνδρομο του Οθέλλου δεν είναι κατ’ ανάγκη ολέθριο –για τον δεσμό ή τα εμπλεκόμενα μέρη. Ορισμένοι άνθρωποι διατηρούν, τιμούν και διαφυλάττουν τη σχέση τους ακόμη και μετά την έλευση της ζήλιας. Άλλοι δεν κατορθώνουν να κρατήσουν τις ισορροπίες και υφίστανται δριμύτατες επιπτώσεις. Η διαφορά, από τη μία κατάσταση στην άλλη, εξαρτάται συχνά από τον βαθμό συνειδητοποίησης της φάσης που διερχόμαστε και την έγκαιρη λήψη μέτρων για την αποκατάσταση των ισορροπιών» (Ruge & Lenson, 2005, σελ. 53). Το αίσθημα της ζήλιας δεν είναι σίγουρο ότι θα οδηγήσει σε χωρισμό ή σε σφοδρές εκρήξεις.  

Ένα είδος ζήλιας είναι η νοσηρή ζήλια, που θεωρείται πιο συχνή στους άνδρες παρά στις γυναίκες. Η νοσηρή ζήλια είναι ένα φαινόμενο που εκδηλώνεται με παθολογικά συμπτώματα, χωρίς να έχουν δοθεί λαβές ώστε να υπάρχουν υποψίες για απιστία. Η ζήλια αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μια αφορμή για τερματισμό μιας σχέσης και να οφείλεται στην έντονη επιθυμία για εξεύρεση νέου συντρόφου. Όταν σε μια σχέση εμφανιστούν ένας ή περισσότεροι εξωσυζυγικοί δεσμοί τότε μπορεί να εμφανιστούν φαινόμενα ζήλιας μέσα στη σχέση.

Ένα ερώτημα είναι πως διαφοροποιείται η φυσιολογική από την παθολογική ζήλια;

Ως παθολογικά καθορίζονται τα συμπτώματα έντονης ζήλιας, που εκδλώνονται με διάφορες συμπεριφορές, όπως:
Έμμονη ιδέα ότι το ταίρι τους απατά, ακόμη και όταν δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη.
Έντονα εχθρικά ή επιθετικά συναισθήματα απέναντι σε όσους εκδηλώνουν κάποιο ενδιαφέρον προς το ταίρι τους.
Προσπάθεια απόκρυψης του συντρόφου από όσους θεωρούν πιθανούς εραστές. Αποκλεισμό του συντρόφου από επαγγελματικές δραστηριότητες ή κοινωνικές συναθροίσεις.
Εμφάνιση βίαιων ή κακοποιητικών συμπεριφορών λόγω ζήλιας με θύματα το σύντροφο, τα παιδιά που έχουν προκύψει από το δεσμό ή πρόσωπα που θεωρούνται πιθανοί εραστές.
Τη ζήλια και τη σοβαρότητά της δεν την αντιλαμβανόμαστε από την αρχή καθώς την ερμηνεύουμε ως ένδειξη πάθους, αγάπης, ενδιαφέροντος και προσοχής. Ωστόσο, θα πρέπει τις έντονες ή επίμονες συμπεριφορές που παρατηρούμε και υποδηλώνουν έντονη –παθολογική- ζήλια να τα αξιολογούμε αναλόγως…


Τι είναι αυτό που μας οδηγεί στην εμφάνιση έντονης ζήλιας;

Η απώλεια της εμπιστοσύνης σε προηγούμενους δεσμούς: μήπως έχουμε βιώσει έντονα ζήλια και αμφιβολία σε προηγούμενες σχέσεις ή μήπως ο σύντροφός μας ή κάποιος προηγούμενος είχε ιστορικό παράλληλων σχέσεων; Μήπως έχουμε βιώσει έντονη προδοσία σε κάποια από τις σχέσεις μας;

Οικογενειακοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες: μήπως είναι αποτέλεσμα υιοθέτησης ορισμένων οικογενειακών προτύπων; Σε τι οικογενειακό περιβάλλον έχουμε μεγαλώσει και τι συμπεριφορές είχαν οι γονείς μας στη δική τους σχέση; Μήπως ο ένας σύντροφος ξενοκοιμόταν και ο άλλος ζήλευε σε υπερβολικό βαθμό; Μήπως οι γονείς μας πήραν διαζύγιο ή έχουμε βιώσει ένα δυστυχισμένο γάμο των γονέων μας;

Έντονη εξιδανίκευση καταστάσεων και ρομαντικές πεποιθήσεις: τι προσδοκίες έχουμε από μια σχέση με βάση όσα διαβάζουμε στα βιβλία και όσα βλέπουμε στις ταινίες; Πόσο μαγική και ανίκητη θεωρούμε τη δύναμη του έρωτα και πόσο ισχυρή για την επίλυση όλων των προβλημάτων στη ζωή μας;

Οι προσδοκίες της κοινωνίας από τους άνδρες και τις γυναίκες: τι προσδοκίες έχει η κοινωνία για τους ρόλους των δύο φύλων; 

Σταδιακή απομάκρυνση μέσα σε μια σχέση.

Αίσθηση εγκλωβισμού μέσα σε μια σχέση, στην οποία υπάρχουν αρκετά ανεπίλυτα ζητήματα, τα οποία αποφεύγουμε να συζητήσουμε, όπως σεξουαλικά ζητήματα, οικονομικά θέματα, γονεϊκά προβλήματα, προστριβές και συγκρούσεις, ζητήματα που αφορούν σημαντικά πρόσωπα, μείωση του θαυμασμού και της εκτίμησης για τον γάμο και άλλα.


Η συναισθηματική απιστία:
 Όταν ο ένας από τους δύο συντρόφους επιλέγει να επενδύσει περισσότερο σε ένα φιλικό δεσμό παρά στην ερωτική του σχέση. Στο πλαίσιο μιας συζυγικής σχέσης, αυτό συμβαίνει συνήθως με ένα ετερόφυλο φιλικό πρόσωπο. Είναι η εξέλιξη μιας φιλίας, στην οποία το άτομο προσκολλάται χωρίς όμως να υπάρχει ερωτισμός- τουλάχιστον χωρίς εμφανή ερωτισμό. Η προσκόλληση σε μια τέτοια φιλία οφείλεται στην αυξημένη αίσθηση της μοναξιάς μέσα στο γάμο. Το άτομο οδηγείται στην έντονη επένδυση στη φιλία, που ταυτόχρονα οδηγεί σε ακόμη μεγαλύτερη αποξένωση των δύο συντρόφων. Ουσιαστικά, ο σύζυγος που επενδύει σε μια φιλία διοχετεύει σε αυτή σκέψεις, συναισθήματα και φροντίδες που κανονικά θα απευθύνονταν στο γάμο. 


Δηλώσεις- σκέψεις που θα πρέπει να μας προβληματίσουν…
Αν ο σύντροφός μου με απατούσε, θα είχα κάθε δικαίωμα να εκδικηθώ με βίαιο τρόπο την πράξη της απιστίας.
Η απιστία είναι μια ασυγχώρητη πράξη. (μήπως θεωρούμε πολύ πιθανή την απιστία του συντρόφου μας και έχουμε αποφασίσει και τον τρόπο αντίδρασής μας;)
Εξακολουθώ να τρέφω μια πικρία για πρώην συντρόφους με τους οποίους δεν έχω πλέον καμία επαφή (δεν μπορούμε να συγχωρούμε τους πάντες. Όμως θα πρέπει να μην ξεχνάμε ότι οι μνησικακίες και οι ανοιχτοί λογαριασμοί σκιάζουν τη ζωή μας και μας γεμίζουν με προσδοκίες ότι και στην τρέχουσα σχέση μας κάτι μπορεί να πάει στραβά. Μπορούμε επίσης να σκεφτούμε μήπως επιθυμούμε να πάει κάτι στραβά προκειμένου να χωρίσουμε κι από αυτό το δεσμό;)
Θα απατούσα το ταίρι μου αν ήταν βέβαιο ότι δεν θα το μάθει ποτέ (μήπως παραμένουμε πιστοί μόνο για να αποφύγουμε την ευθύνη της εκτροπής, τις μομφές και τον κίνδυνο διάλυσης του δεσμού μας ή παραμένουμε πιστοί επειδή όντως έχουμε επενδύσει πολλά στο ταίρι μας;)
Αν διέθετα περισσότερη δύναμη και επιρροή, μάλλον δεν θα βρισκόμουν στο πλευρό του ανθρώπου με τον οποίο μοιράζομαι σήμερα τη ζωή μου (πώς αξιολογούμε τον εαυτό μας και πώς τις επιλογές μας; Πώς νιώθουμε με αυτές τις επιλογές μας και πόσο επιτρέπουμε σε μια τέτοια σχέση να κατακτήσει ένα επίπεδο ουσιαστικής και βαθιάς επαφής και ολοκλήρωσης;)
Μερικές φορές νιώθω ότι υπερτερώ έναντι του συντρόφου μου σε ομορφιά, εξυπνάδα ή καλοσύνη (μήπως βιώνουμε ένα αίσθημα αποξένωσης από το σύντροφό μας σε βασικούς τομείς της κοινής μας ζωής; Μήπως υπάρχει κάποια λανθάνουσα εχθρότητα ή αντιπαλότητα σε αυτή τη σχέση;)
Νιώθω την ανάγκη να κερδίσω την επιδοκιμασία και την αγάπη του συντρόφου μου (συχνά προσπαθούμε να φανούμε αντάξιοι της στοργής και του σεβασμού των συντρόφων μας, ωστόσο, μήπως νιώθουμε κάποια ανεπάρκεια απέναντι στο σύντροφό μας, μήπως ο σύντροφός μας έχει μια έντονη τάση να συμπεριφέρεται αυταρχικά ή να μας χειραγωγεί;)
Εκπλήσσομαι που ο σύντροφός μου διάλεξε εμένα για σύντροφο (πόση ισοτιμία μεταξύ των δύο μπορεί να υπάρχει σε μια τέτοια σχέση; Πόσο υποδεέστερος νιώθει ο σύντροφος που το σκέφτεται αυτό;)
Είναι πολύ σημαντικό για μένα να διαπιστώνω ότι ασκώ έλξη σε άτομα εκτός της σχέσης μου (μήπως υπάρχει μια υπέρμετρη επένδυση στην προσωπική μας ελκυστικότητα ή μια έντονη ανασφάλεια;)
Μου αρέσει ο εαυτός μου (τι γίνεται όμως όταν έχουμε χαμηλό αυτοσεβασμό; Ο χαμηλός αυτοσεβασμός μπορεί να μας οδηγήσει σε υπέρμετρη εξάρτηση από το σύντροφό μας, με απώτερο στόχο τη διατήρηση της αυτοεκτίμησης, ή σε μια τάση εκδήλωσης υπερβολικής καχυποψίας όσον αφορά το βαθμό αφοσίωσης του συντρόφου μας.


Βιβλιογραφία 
Ruge, K.C., & Lenson, B. (2005). Ζήλια, προδοσία, οργή. Το Σύνδρομο του Οθέλλου και πώς να απαλλαγείτε από αυτό. Αθήνα: Εκδόσεις Μπουκουμάνης.