Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Το εσωτερικό παιδί και η σχέση με τον ενήλικα



Οι παιδικές εμπειρίες του παρελθόντος μπορεί να έχουν καταστροφικές συνέπειες στο παρόν. Ο κεντρικός πυρήνας της προσωπικότητας του κάθε προσώπου δομείται με βάση το εσωτερικό παιδί, το οποίο διαμορφώνεται από τις καθοδηγήσεις του ατόμου σχετικά με τον τρόπο που πρέπει να ενεργήσει ώστε να αγαπηθεί κατά την παιδική του ηλικία. Άτομα που έχουν βιώσει οδυνηρές εμπειρίες ή έχουν μεγαλώσει μέσα σε δυσλειτουργικές οικογένειες κρύβουν μέσα τους ένα πληγωμένο εσωτερικό παιδί, που προκαλεί διαβρώνει και τις εμπειρίες των ενηλίκων. Άτομα με διατροφικές διαταραχές, με προβλήματα εμπιστοσύνης και οικειότητας, με εθιστικές και ψυχαναγκαστικές συμπεριφορές, με τάσεις εξάρτησης από τους άλλους κρύβουν συνήθως ένα πληγωμένο εσωτερικό παιδί. Η θεραπεία του εσωτερικού παιδιού που θρηνεί για την παραμέληση και την μη κάλυψη των αναγκών που βίωσε στην παιδική ηλικία είναι μια μακρά διαδικασία, που βελτιώνει την ποιότητα της ζωής του ατόμου (Kneisl, 1991). 

Το εσωτερικό παιδί που κρύβουμε μέσα μας μας ακολουθεί σε όλη μας τη ζωή, ενώ επιδρά σημαντικά και επηρεάζει την πίστη του ατόμου. Τα συναισθήματα που κουβαλά το εσωτερικό παιδί καθορίζουν και τους εσωτερικούς δεσμούς του ατόμου, που αφορούν τις διεργασίες σύνδεσης ανάμεσα στις σκέψεις των ενηλίκων και στα συναισθήματα του εσωτερικού παιδιού. Άτομα χωρίς εσωτερικές συγκρούσεις είναι περισσότερο πιθανό να έχουν μια δημιουργική και ευχάριστη ζωή, αλλά και την ικανότητα να δομήσουν και να διατηρήσουν στενές διαπροσωπικές σχέσεις. Πόσο αξιαγάπητο και επιθυμητό από τους άλλους νιώθει το άτομο; Απάντηση σ’ αυτό μπορεί να δώσει το εσωτερικό παιδί που έχουμε μέσα μας και διαμορφώθηκε με βάση τη συμπεριφορά των γονιών απέναντί μας.


Σε περιόδους που νιώθουμε χαμένοι, χωρίς καμία επαφή με τον εαυτό μας και τους άλλους, μπορεί να βιώσουμε έντονα συναισθήματα ανασφάλειας, ανεπάρκειας, μοναξιάς ή έλλειψης αγάπης από τους άλλους. Πρόκειται για βαθιά και επώδυνα συναισθήματα, που όσο πιο επίμονα και μόνιμα γίνονται, τόσο πιο δύσκολο είναι να απαλλαγούμε από τον συναισθηματικό πόνο που βιώνουμε. Σημαντικό είναι να ανακαλύψουμε τους δυσλειτουργικούς τρόπους που χρησιμοποιούμε για να αγνοήσουμε, να αρνηθούμε, να καλύψουμε ή να εκμηδενίσουμε τον πόνο που μας προκαλεί το συναισθηματικό κενό που βιώνουμε. Ανατρέχοντας στο παρελθόν θα πρέπει να βρούμε τι συνέβη, γιατί είναι σίγουρο πώς κάποια μέρα στην παιδική μας ηλικία κάτι συνέβη, μια τραυματική εμπειρία ή μια εσωτερική αλλαγή (Paul, 1992). 

Στο επίκεντρο βρίσκεται ο εσωτερικός δεσμός, που είναι μια διεργασία σύνδεσης ανάμεσα στις σκέψεις του ενήλικα με τα ενστικτώδη προαισθήματα, που είναι τα συναισθήματα του εσωτερικού παιδιού, που μπορεί να ζήσει ελεύθερο μακριά από συγκρούσεις χωρίς τον εαυτό μας. Ο εσωτερικός δεσμός απαιτεί από τον ενήλικα συνειδητά να αναπτύξει επαφή ή σύνδεση με τον εσωτερικό, φυσικό του εαυτό, τον ευάλωτο εαυτό, που καθοδηγείται από τα συναισθήματα και αποκαλείται εσωτερικός εαυτός (Paul, 1992). 

Η εσωτερική σύγκρουση προέρχεται από μια διαφορά ανάμεσα στις σκέψεις μας (τι πρέπει) και στα συναισθήματά μας (πώς νιώθω και συμπεριφέρομαι). Για την εξασφάλιση μιας εσωτερικής ισορροπίας θα πρέπει να επιλυθεί αυτή η εσωτερική σύγκρουση. Η επούλωση τραυμάτων στο εσωτερικό παιδί προϋποθέτει την αγάπη του ενήλικα προς το εσωτερικό παιδί, ενώ αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την κατανόηση του τρόπου που λειτουργούμε εσωτερικά και εξωτερικά (Paul, 1992).



Βιβλιογραφία
Kneisl, C.R. (1991). Healing the wounded, neglected inner child of the past. The Nursing Clinics of North America, 26 (3), 745- 755.
Paul, M. (1992). Inner bonding: Becoming a loving adult to your inner child. USA: Harper Collins Publishers.

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Η αποτυχία στη ζωή μας...

Μήπως νιώθουμε ότι η αποτυχία μας ακολουθεί σε ότι κι αν κάνουμε; Μήπως νιώθουμε αποτυχημένοι σε έναν ή περισσότερους τομείς της ζωής μας;


Δεν πρέπει να απογοητευόμαστε με ένα ή περισσότερα αρνητικά αποτελέσματα που έχουμε βιώσει και δεν θα πρέπει να κρίνουμε τις μελλοντικές μας προσπάθειες και τις πιθανές επιτυχίες ή αποτυχίες με βάση τις προηγούμενες αποτυχίες μας.

Όλοι οι άνθρωποι έχουν αποτυχίες στη ζωή τους. Οι αποτυχίες που έχουμε βιώσει δεν καταδικάζουν το παρόν και το μέλλον μας. Στόχος είναι να μπορούμε να μάθουμε μέσα από τις αποτυχίες μας, εστιάζοντας στο πώς θα βελτιώσουμε τον εαυτό μας και δεν θα επαναλάβουμε τα ίδια λάθη. Αν από την αρχή ξεκινάμε με τη σκέψη ‘ποιος ο λόγος να προσπαθήσω αφού ξέρω το αποτέλεσμα που θα έχω;’, ‘ποιο το όφελος αφού ούτως ή άλλως θα καταλήξω σε μια ακόμη αποτυχία;’.


Ας αναρωτηθούμε:
Μήπως η αίσθηση της αποτυχίας μ’ ακολουθεί από τα παιδικά μου χρόνια;
Μήπως στο σχολείο ένιωθα ότι δεν ήμουν τόσο καλός όσο τα άλλα παιδιά και ένιωθα κατώτερος;
Μήπως ένιωθα ότι οι γονείς μου είχαν υψηλές προσδοκίες από μένα;
Μήπως ένιωθα ότι δεν μπορώ να ανταποκριθώ στις προσδοκίες των γονέων, των άλλων ή του εαυτού μου;
Μήπως είναι έντονος ο φόβος της κριτικής ή ο φόβος της απόρριψης που βιώνω;
Μήπως είμαι πολύ ανασφαλής και δεν εμπιστεύομαι καθόλου τον εαυτό μου;
Μήπως κάθε φορά απλά βρίσκω κάποιες δικαιολογίες για την αποτυχία μου αλλά δεν ψάχνω να βρω τα αίτια αυτής της αποτυχίας;

Είναι σημαντικό μετά από μια αποτυχία να αναλύσουμε τι συνέβαλε στην αποτυχία μας και πώς μπορούμε να αλλάξουμε την επόμενη φορά ώστε να φτάσουμε στην επιτυχία.
Όσο περισσότερο ζούμε με το φόβο της αποτυχίας τόσο πιο πολύ νιώθουμε ότι μας κυνηγά η αποτυχία και τόσο πιο πολύ τη συναντάμε στο δρόμο μας…



Αν κάνεις αυτό που πάντα κάνεις, θα παίρνεις πάντα αυτό που παίρνεις.

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Μυστικά και αποκρύψεις στην οικογένεια



Στην κοντινή ή μακρινή ιστορία της κάθε οικογένειας υπάρχουν ορισμένα πράγματα που είναι δύσκολο να ειπωθούν ή δεν συζητιούνται ποτέ, με αποτέλεσμα να μην γίνονται γνωστά στα νεότερα μέλη της οικογένειας. Η κάθε οικογένεια μπορεί να έχει ένα ή περισσότερα μυστικά που τα κρατά κρυμμένα για χρόνια ή μπορεί να μην τα αποκαλύψει και ποτέ. Κάποια μυστικά μπορεί να ανατρέχουν γενιές πίσω, αλλά να συνεχίζουν να υπάρχουν στο οικογενειακό ασυνείδητο. Το ερώτημα είναι γιατί να υπάρχουν μυστικά, και όταν υπάρχουν πρέπει να τα αποσιωπούμε ή να τα αποκαλύπτουμε; Και πότε είναι η κατάλληλη στιγμή να αποκαλύψουμε ένα μυστικό;

Συνήθως, για να κρατήσουμε κάτι ως μυστικό και να προσπαθούμε να μην αποκαλυφθεί σημαίνει πως δεν επιθυμούμε να γίνει γνωστό ή προσπαθούμε και οι ίδιοι να το ξεχάσουμε, να το αφήσουμε πίσω. Ίσως, πρόκειται για κάτι ντροπιαστικό, για κάτι πολύ τραυματικό ή για μια άτυχη στιγμή του παρελθόντος που δεν θέλουμε να μας καθορίζει σαν οικογένεια. Όταν έχουμε μια τραυματική εμπειρία που δεν έχουμε καταφέρει να την ξεπεράσουμε είναι πολύ δύσκολο να την μοιραστούμε με άλλους κι αυτό μπορεί να μας δημιουργήσει μυστικά ή την προσπάθεια αποφυγής αναφοράς σε συγκεκριμένα γεγονότα. 

Μπορεί να πρόκειται για προσωπικές εμπειρίες, όπως ένα πένθος ή μια ψευδοκύηση, αλλά και για συλλογικές εμπειρίες, όπως φυσικές καταστροφές, μαζικές επιθέσεις, πολέμους. Η σιωπή μπορεί να συνδέεται με προσωπικά ή κοινωνικά γεγονότα και να επιβάλλεται από οικογενειακούς ή κοινωνικούς λόγους. Μιλώντας για οικογενειακά μυστικά αναφερόμαστε σε σημαντικά πράγματα που δεν θέλουμε να αναφέρουμε ή προσπαθούμε να μην γίνει αντιληπτό καν από τους άλλους ότι υπάρχει. Τα παιδιά που μεγαλώνουν μέσα σε μια οικογένεια που αντιλαμβάνονται ότι υπάρχουν κάποια μυστικά μεγαλώνουν με την εντύπωση ότι οι γονείς τα κρατούν μακριά από κάτι σημαντικό, ενώ όταν κάνουν ερωτήσεις αντιμετωπίζουν ένα ψυχρό τείχος. 

Όταν τα πράγματα δεν είναι πολύ σοβαρά, ο γονιός αλλά και το κάθε μέλος μέσα στην οικογένεια που κρύβει ένα επώδυνο μυστικό μπορεί να το συζητήσει με δικούς του ανθρώπους και με τον εαυτό του. Όταν η κατάσταση είναι πολύ σοβαρή συνήθως το άτομο αποφεύγει ακόμη και να το σκεφτεί. Σε τέτοιες περιπτώσεις η επικοινωνία μέσα στην οικογένεια γίνεται προβληματική και το μυστικό μπορεί να αποτελέσει μία σκιά για μία ή περισσότερες γενιές. Το άτομο που έχει βιώσει μια οδυνηρή και τραυματική εμπειρία δίνει πάντα κάποια δείγματα, που συνδέονται κυρίως με τη συγκίνηση που εμφανίζει, με χειρονομίες και εκφράσεις του, που δεν μπορούμε πολλές φορές να εξηγήσουμε με βάση τα παρόντα γεγονότα και συμβάντα. Ωστόσο, θα πρέπει να καταλάβουμε ότι όταν κάτι είναι πολύ τραυματικό είναι δύσκολο να αναφέρουμε οτιδήποτε σχετικά με αυτό. 

Η δυσφορία που προκαλεί η ύπαρξη ενός μυστικού εξαφανίζεται όταν το μυστικό αποκαλυφθεί. Ωστόσο, τις περισσότερες φορές πριν φτάσουμε στην αποκάλυψη ενός μυστικού κάνουμε στο μυαλό μας πολλά και διαφορετικά σενάρια, που τις πιο πολλές φορές συνδέονται με την καταστροφή. Μέσα σε μια οικογένεια για να αναπτυχθούν ομαλές σχέσεις, για να αναπτυχθεί η εμπιστοσύνη, το αίσθημα της ασφάλειας και μια αποτελεσματική επικοινωνία θα πρέπει να μην υπάρχουν σοβαρά μυστικά, να υπάρχει ειλικρίνεια και ξεκάθαρες απαντήσεις. 

Όταν κρύβουμε ένα μυστικό συνήθως μαθαίνουμε να κρύβουμε τα συναισθήματά μας, τις σκέψεις μας, κλεινόμαστε στον εαυτό μας και χάνουμε τον αυθορμητισμό μας. Επικεντρωνόμαστε αρκετά σε εύρεση τρόπων ώστε να μην αποκαλυφθεί το μυστικό μας. Όλη μας η ζωή οργανώνεται γύρω από αυτό και κυρίως γύρω από την μη αποκάλυψή του. 

Παπαδοπούλου Ελένη- Ψυχολόγος

Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

Σεξισμός: μια κοινωνική διαταραχή… υπάρχει ακόμα;



Ο όρος σεξισμός αφορά την πεποίθηση ότι υπάρχει μια έμφυτη ανωτερότητα του ενός φύλου απέναντι στο άλλο και επομένως είναι ορθό να έχει την κυριαρχία ενώ ετεροσεξισμός (heterosexism) είναι η πεποίθηση ότι ο ένας από τους δύο συντρόφους μέσα σε μια σχέση έχει μια έμφυτη ανωτερότητα έναντι του άλλου και επομένως είναι σωστό να κυριαρχεί. Ο όρος αυτός συνήθως αναφέρεται στην καταπίεση και την απαγόρευση των γυναικών, κυρίως μέσα από καθημερινές πρακτικές, στάσεις, θεωρήσεις, συμπεριφορές και θεσμικούς ρόλους. Ο σεξισμός αντανακλά αλλά και έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της κοινωνικής θέσης και της δύναμης των ανδρών έναντι των γυναικών. 

Ο σεξισμός είναι μια πεποίθηση που στηρίζεται στις διαφορές με βάση το βιολογικό φύλο και στη συνέχεια παράγει διαφορές ανάμεσα στην κοινωνική συμπεριφορά των δύο φύλων (Marger, 1999). Έχει δηλαδή, βιολογικό υπόβαθρο και αναπαράγει κοινωνικές διαφορές και διαφορές στη συμπεριφορά ανδρών και γυναικών. Ουσιαστικά, ο σεξισμός υποστηρίζει και υποδηλώνει την ανδρική ανωτερότητα και υπεροχή έναντι της γυναικείας κατωτερότητας. Ο σεξισμός έχει τις ρίζες του στη δομή της κάθε κοινωνίας. Η ανωτερότητα των ανδρών απορρέει από την πεποίθηση ότι οι άνδρες είναι περισσότερο δυνατοί και έξυπνοι. Όταν η άνιση μεταχείριση παίρνει τη μορφή της συστηματικής κακομεταχείρισης, εκμετάλλευσης και αδικίας, τότε αυτό γίνεται κοινωνική καταπίεση (oppression).


Ο σεξισμός είναι ένα όρος που περιέχει τρία ανεξάρτητα, αλλά  και σχετικά μεταξύ τους στοιχεία που είναι η προκατάληψη, τα στερεότυπα και η συμπεριφορά διάκρισης (Lott, 1995). Η προκατάληψη αναφέρεται στις αρνητικές στάσεις προς τις γυναίκες και περιλαμβάνει αισθήματα εχθρικότητας και δυσαρέσκειας προς αυτές. Τα στερεότυπα είναι καλά μαθημένες, ευρέως διαμορφωμένες, κοινωνικά έγκυρες γενικές πεποιθήσεις σχετικά με τις γυναίκες. Τα στερεότυπα ενισχύουν, συμπληρώνουν ή δικαιολογούν τις προκαταλήψεις και συχνά προϋποθέτουν μια κατωτερότητα των γυναικών. Η συμπεριφορά διάκρισης αφορά καλυμμένες συμπεριφορές που έχουν ως στόχο τον διαχωρισμό των γυναικών μέσα από τον αποκλεισμό, την αποφυγή ή την απομάκρυνση. 

Οι γυναίκες έχουν κοινωνικοποιηθεί έτσι ώστε να συνδέουν την αυτοεκτίμησή τους με τις επιθυμίες και τις ανάγκες των άλλων και επομένως ενθαρρύνονται να κατηγορούν τους εαυτούς τους ως ανεπαρκείς ή κακούς όταν οι άνδρες τους τις χτυπούν. Αυτή η διαδικασία κοινωνικοποίησης ενισχύεται από τους πολιτισμούς μέσα στους οποίους η γυναίκα διαρκώς μειώνεται, η δουλειά της και τα χαρακτηριστικά της υποβιβάζονται, η ταυτότητά της διαμορφώνεται από ένα περιβάλλον που περιορίζει τη γυναίκα στις βιολογικές της λειτουργίες. Συχνά, η οικονομική εξάρτηση της γυναίκας, η κοινωνική της θέση ή και η κοινωνικο-ψυχολογική της εξάρτηση κάνουν ακόμη πιο δύσκολη τη λήψη της απόφασης από τη γυναίκα να εγκαταλείψει καταστάσεις ενδοοικογενειακής βίας. 

Ο σεξισμός αποτελεί ένα κοινωνικό πρόβλημα, οι συνέπειες του οποίου είναι εμφανείς στην εκπαίδευση, τα επαγγέλματα, το νόμο και την πολιτική (Poplin, 1978). Στην εκπαίδευση φαίνεται πως τα κορίτσια ενθαρρύνονται να συνεχίσουν τις σπουδές τους, ωστόσο τα στοιχεία της ανταγωνιστικότητας, της επιθετικότητας και άλλων χαρακτηριστικών της προσωπικότητας που συνδέονται με την ακαδημαϊκή επιτυχία είναι ταυτισμένα και με το ανδρικό φύλο. Όσον αφορά την επαγγελματική σταδιοδρομία, οι γυναίκες τείνουν να παίρνουν μικρότερο μισθό από τους άνδρες για την ίδια εργασία. Το χαμηλότερο εισόδημα των γυναικών αποτελεί πρόβλημα, όταν οι γυναίκες μεγαλώνουν μόνες τους τα παιδιά τους. Η διάκριση ανδρών και γυναικών φαίνεται και στο νομικό σύστημα, όπου ο βιασμός και η έκτρωση δεν έχουν ικανοποιητική νομική κάλυψη. Μια γυναίκα που έχει πέσει θύμα βιασμού πρέπει να αποδείξει ότι αντιστάθηκε και δεν επιθυμούσε τη συνουσία. Και στον πολιτικό τομέα οι γυναίκες υφίστανται διακρίσεις, για τις οποίες γίνεται προσπάθεια να ξεπεραστούν. Ο σεξισμός είναι ένα πρόβλημα, το οποίο δημιουργεί προβλήματα τόσο στα άτομα όσο και στην κοινωνία. Ο σεξισμός πληγώνει τα άτομα, καθώς τα εμποδίζει από τη χρησιμοποίηση όλου του δυναμικού τους για να πετύχουν όσα θέλουν, ενώ ταυτόχρονα τα εγκλωβίζει σε ρόλους που δεν αξίζουν. Επίσης, πληγώνει την κοινωνία γιατί αυτή φθείρεται αφού χρειάζεται την ύπαρξη ικανοτήτων και ταλέντων (Poplin, 1978).   

 Οι γυναίκες ως μια μειονοτική ομάδα συχνά γίνονται στόχος εχθρότητας και δυσαρέσκειας από τους άνδρες. Οι άνδρες οδηγούνται σε μια ισχυρή άρνηση και απόρριψη των γυναικών και των πραγμάτων που κάνουν καθώς θεωρούν ότι δεν έχουν αξία ή σημαντικότητα αλλά και δικαιολόγηση της χρήσης βίας για να διατηρήσουν την ανωτερότητα του ανδρισμού τους πάση θυσία (Viano, 1992). Αυτή η συμπεριφορά τους προέρχεται από το άγχος και την ανάγκη που νιώθουν ότι πρέπει να έχουν κάποια απόσταση από τη μητέρα τους και να μην εξαρτώνται από αυτή και κατ΄ επέκταση από κάθε γυναίκα. Η σύγχρονη βία κατά των γυναικών έχει τις ρίζες της στο ιστορικό πλαίσιο και στις πατριαρχικές στάσεις προς τις γυναίκες, την αναρχία και την ασυδοσία στη νομική σφαίρα και τη φτώχεια των γυναικών.  Ο πρωταρχικός δείκτης της κυριαρχίας των ανδρών και της διάκρισης που επικρατεί κατά των γυναικών είναι το μέγεθος της βίας των ανδρών κατά των γυναικών (Khodyreva, 1996).  

Οι σεξιστικές στάσεις δεν είναι σταθερές, αλλά νέοι τύποι σεξιστικών στάσεων αναπτύσσονται. Σύμφωνα με την έρευνα των Swim και συν.  (1995), ο παλιός (old-fashioned) σεξισμός αντικαταστάθηκε από το σύγχρονο σεξισμό. Ο πρώτος χαρακτηριζόταν από επιδοκιμασία των παραδοσιακών ρόλων των δύο φύλων, διαφορική μεταχείριση ανδρών και γυναικών και στερεότυπα για τη μειωμένη ικανότητα των γυναικών (Swim et al, 1995). Ο σύγχρονος σεξισμός αναφέρεται στην αρνητική στάση απέναντι στις γυναίκες και έχει τις ρίζες του στα αρνητικά συναισθήματα προς αυτές, ωστόσο απορρίπτει τα στερεότυπα για την κατωτερότητα των γυναικών.

Ο αμφίθυμος σεξισμός

Οι Glick & Fiske (1996) εξέτασαν την αμφιθυμία που σχετίζεται με τις στάσεις προς τις γυναίκες και υποστήριξαν ότι η αμφιθυμία είναι ένα προϊόν της δομικής δύναμης που οι άνδρες έχουν στις περισσότερες κοινωνίες σε σχέση με τις περισσότερες γυναίκες. Χαρακτηριστικό των σχέσεων μεταξύ των δύο φύλων είναι η συνύπαρξη των διαφορών στη δύναμη και της αλληλεξάρτησης στις στενές ερωτικές σχέσεις. Οι άνδρες έχουν μεγαλύτερη δύναμη και έχουν στα χέρια τους τον έλεγχο των οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών θεσμών, ενώ άνδρες και γυναίκες εξαρτώνται ο ένας από τον άλλο στις στενές ερωτικές σχέσεις. Ο συνδυασμός των διαφορών στη δύναμη μεταξύ των δύο φύλων και της αλληλεξάρτησης ανάμεσα στα δύο φύλα οδηγεί σε εχθρικές και καλοπροαίρετες στάσεις προς τις γυναίκες αλλά και προς τους άνδρες (Glick & Fiske, 1996). Οι ιδεολογίες για τον εχθρικό και καλοπροαίρετο σεξισμό περιλαμβάνουν τρία πεδία, που είναι η πατριαρχία (η δομική δύναμη των ανδρών), η διαφοροποίηση των δύο φύλων (διαχωρισμός της εργασίας ανάμεσα στα δύο φύλα, τους ρόλους των δύο φύλων και τα στερεότυπα για τα δύο φύλα) και οι ετερόφυλες σχέσεις. 

Σύμφωνα με τη θεωρία του αμφίθυμου σεξισμού, ο σεξισμός έχει μια διπλή φύση, αποτελείται από τον εχθρικό και καλοπροαίρετο σεξισμό, που δικαιολογεί και διατηρεί την κατώτερη κοινωνική θέση των γυναικών. Ο εχθρικός προσανατολισμός προς τις γυναίκες (σεξιστική αντιπάθεια προς το γυναικείο φύλο) αποτελείται από τον κυρίαρχο πατερναλισμό (οι άνδρες πρέπει να έχουν περισσότερη δύναμη), την ανταγωνιστική διαφοροποίηση των δύο φύλων (οι γυναίκες είναι κατώτερες από τους άνδρες σε χαρακτηριστικά που σχετίζονται με τις ικανότητες) και την εχθρική ετεροσεξουαλικότητα (η σεξουαλικότητα των γυναικών είναι επικίνδυνη για την υψηλότερη κοινωνική θέση και δύναμη των ανδρών). Ο καλοπροαίρετος προσανατολισμός προς τις γυναίκες (ευνοϊκές, αλλά προστατευτικές πεποιθήσεις προς τις γυναίκες) αποτελείται από τον προστατευτικό πατερναλισμό (οι άνδρες πρέπει να προστατεύουν και να συντηρούν τις γυναίκες από τις οποίες εξαρτώνται), τη συμπληρωματική διαφοροποίηση των δύο φύλων (οι γυναίκες είναι το καλύτερο φύλο, αλλά μόνο σε θέματα που ταιριάζουν με τους παραδοσιακούς ρόλους των δύο φύλων) και οι ετερόφυλες σχέσεις (οι άνδρες μπορούν να είναι πραγματικά ευτυχισμένοι στη ζωή τους μόνο όταν έχουν ερωτικές σχέσεις με κάποια γυναίκα).

Ο εχθρικός και ο καλοπροαίρετος σεξισμός έχουν τις ρίζες τους στις βιολογικές και κοινωνικές συνθήκες που είναι κοινές για τους ανθρώπους. Ο εχθρικός σεξισμός αφορά παραδοσιακές προκατειλημμένες στάσεις προς τις γυναίκες θεωρώντας ότι οι γυναίκες είναι κατώτερες και υποδεέστερες από τους άνδρες και δικαιολογώντας με αυτό τον τρόπο τη δύναμη και την κυριαρχία των ανδρών και τους παραδοσιακούς ρόλους των δύο φύλων που θέλουν τη γυναίκα να είναι κατάλληλη για τους ρόλους της μητέρας, της συζύγου και της νοικοκυράς. Ο καλοπροαίρετος σεξισμός μπορεί να μην εκφράζει εχθρότητα προς τις γυναίκες, ωστόσο βλέπει και αντιμετωπίζει τις γυναίκες με ένα στερεότυπο τρόπο και τις περιορίζει στους παραδοσιακούς ρόλους, ενώ επικεντρώνεται στα θετικά παραδοσιακά στερεότυπα για τις γυναίκες.
Η σεξιστική αμφιθυμία επικεντρώνεται κυρίως στο διαχωρισμό των γυναικών σε ευνοϊκές ομάδες, που αποτελούνται από τις γυναίκες εκείνες που επιτελούν τους παραδοσιακούς ρόλους που είναι σε συμφωνία με το φύλο τους, εκπληρώνοντας με αυτό τον τρόπο τα πατερναλιστικά, τα προσδιορισμένα από το φύλο και τα σεξουαλικά κίνητρα των ανδρών, και σε μη ευνοϊκές ομάδες που αποτελούνται από γυναίκες που προκαλούν  ή απειλούν αυτές τις επιθυμίες και τις ανάγκες των ανδρών (Glick, & Fiske, 1996).  

Το ερώτημα είναι: στις μέρες υπάρχει σεξισμός; Η απάντηση είναι αυτονόητη, αρκεί να αναρωτηθούμε: Οι γυναίκες πρέπει να κοπιάσουν ή να προσπαθήσουν περισσότερο σε κάποια περιβάλλοντα, όπως στο εργασιακό περιβάλλον, έτσι ώστε να έχουν ίσες ευκαιρίες με τους άνδρες; Υπάρχουν περιπτώσεις που μια γυναίκα μπορεί να μην πάρει προαγωγή ή να παίρνει χαμηλότερο μισθό από έναν άνδρα σε αντίστοιχη θέση; Υπάρχουν παραδείγματα χωρών που δεν έχουν εκλέξει μέχρι σήμερα γυναίκες προέδρους; Οι γυναίκες βιώνουν μεγαλύτερη πίεση να αρέσουν στους άνδρες; Οι ίδιες συμπεριφορές ανδρών και γυναικών κρίνονται διαφορετικά με βάση το φύλο; Έχουμε διαφορετικές προσδοκίες και αποδίδουμε διαφορετικούς ρόλους σε άνδρες και γυναίκες, σε αγόρια και κορίτσια;
     


Βιβλιογραφία
Glick, P., & Fiske, S.T. (1996). The Ambivalent Sexism Inventory: Differentiating Hostile and Benevolent Sexism. Journal of Personality and Social Psychology, 70, 491-512.
Khodyreva, N. (1996). Sexism and sexual abuse in Russia. In C. Corrin (Ed.), Women in a violent world: Feminist analyses and resistance across Europe (pp.27-40 ). Edinburg: University Press.
Lott, B. (1995). Distancing from Women: Interpersonal Sexist Discrimination. In B. Lott, & D. Maluso (Eds), The Social Psychology of Interpersonal Discrimination (pp.12-49). New York: The Guilford Press.
Marger, M.N. (1999). Social inequality: Patterns and processes. California: Mayfield Publishing Company.
Poplin, D.E. (1978). Social problems. USA: Scott, Foresman and Company.
Swim, J.K., Aikin, K.J., Hall, W.S., & Hunter, B.A. (1995). Sexism and racism: Old-fashioned and modern prejudices. Journal Personality and Social Psychology, 68, 199-214.
Viano, E.C. (1992). Violence among Intimates : Major Issues and Approaches. In E.C. Viano (ed), Intimate Violence: Interdisciplinary Perspectives (pp.3-14). USA: Hemisphere Publishing Corporation.

Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

Αδιέξοδες Σχέσεις...



Πόσα χρόνια μπορούμε να χάσουμε από τη ζωή μας σε μια αδιέξοδη σχέση; Τι είναι αυτό που μας κρατάει σε μια τέτοια σχέση; 



Σχέσεις πάνω σε λάθος θεμέλια, σε ψεύτικες υποσχέσεις και σε επιφανειακές συμπάθειες ή υποκριτικές συμπεριφορές, σε ανέφικτες καταστάσεις ή ψευδαισθητικές προσδοκίες. Ψεύτικα χαμόγελα ή αληθοφανή ψέματα… Ανάγκη για αναζήτηση λίγης τρυφερότητας, λίγης προσοχής και ενδιαφέροντος. Και ο δρόμος για την αναζήτηση της ουσίας χάνεται, εκεί που χάνεται και ο προορισμός σου σε σιωπηλά σκοτεινά δρομάκια χωρίς κανένα ουσιαστικό προορισμό. Κι εσύ απλά αναρωτιέσαι, αν έχεις και τη δύναμη να αναρωτηθείς, «γιατί παραμένω μέσα σ’ αυτή τη σχέση; Τι μου προσφέρει;»

Μήπως φοβάμαι τη μοναξιά μετά το τέλος της σχέσης;
Μήπως έχω πείσει τον εαυτό μου ότι μόνο αυτό αξίζω και δεν πρόκειται να κάνω μια καλύτερη σχέση;
 Μήπως και οι προηγούμενες σχέσεις που είχαν ήταν μια αποτυχία;
Μήπως έχω πείσει τον εαυτό μου ότι κανείς άλλος δεν πρόκειται να με αγαπήσει;
Μήπως είμαι αρκετά ανασφαλής και έχω βολευτεί μέσα σ’ αυτή τη σχέση και ανέχομαι περισσότερα από όσα πρέπει, από όσα θέλω, από όσα μπορώ;
Μήπως αυτός ο άνθρωπος μου αξίζει;
Μήπως εγώ δεν αξίζω;

Και πώς μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα όταν βρισκόμαστε μέσα σε μια αδιέξοδη σχέση;
Ίσως θα πρέπει πρώτα να πείσουμε τον εαυτό μας ότι αξίζουμε και ότι μπορούμε να καταφέρουμε να αποκτήσουμε αυτό που θέλουμε. Επίσης, θα πρέπει πρώτα να είμαστε σίγουροι ότι μπορούμε να σταθούμε εμείς στα πόδια μας και μετά να ξεκινήσουμε μια σχέση. Η σχέση δεν είναι και δεν θα πρέπει να είναι το απόλυτο στήριγμά μας, η «πατερίτσα» στη ζωή μας, ούτε θα πρέπει να καταλήξουμε να ζούμε μέσα από τη σχέση ή μέσα από τον άλλο. Ακόμη, κι όταν είμαστε μέσα σε μια σχέση δεν χάνουμε τον εαυτό μας, τα ενδιαφέροντά μας και τις δικές μας προτιμήσεις. Προσπαθούμε να δούμε την πραγματικότητα. Ποια είναι η πραγματική κατάσταση που βιώνουμε; Πόσο πιθανό είναι να αλλάξει; Τι προσδοκούμε μέσα από αυτή τη σχέση; 

Επομένως, το βασικό ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε στον εαυτό μας είναι τι μας κρατάει σε μια αδιέξοδη σχέση, σε μια σχέση για την οποία δεν υπάρχει μέλλον, ενώ και το παρόν δεν μας δίνει καμία ικανοποίηση; 

Τι γίνεται όταν θεωρούμε ότι αγαπάμε τον άλλο, αν και βλέπουμε ότι η σχέση δεν προχωράει; Αρκεί η αγάπη μας να σώσει αυτή τη σχέση; Και είμαστε σίγουροι ότι είναι αγάπη; Μήπως είναι απλά συνήθεια ή μήπως καλύπτουμε δικές μας ανασφάλειες και φόβους;

Κι αν είναι λάθος η απόφαση να χωρίσουμε από αυτή τη σχέση; Μήπως είμαστε τόσο ανασφαλείς ή αναποφάσιστοι που δυσκολευόμαστε να πάρουμε την ευθύνη μιας απόφασης και περιμένουμε από τον άλλο να αποφασίσει; Ποιος όμως θα αποφασίσει τι είναι καλύτερο για τη δική μας ζωή, για τον εαυτό μας, για το μέλλον μας; 

Όσο δυσαρεστημένοι και να είμαστε μέσα σε μια σχέση είναι πιθανό να βιώσουμε τα συναισθήματα πένθους που προκαλεί ο χωρισμός, και μπορεί η ανακούφιση να αργήσει λίγο μέχρι να φτάσει, όμως, το να απαλλαγούμε από μια αδιέξοδη κατάσταση σίγουρα θα μας βοηθήσει να νιώσουμε ανακουφισμένοι και να βάλουμε νέα θεμέλια στη ζωή μας, χωρίς να επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος, αυτά που μας ακολουθούν και μας οδηγούν στο να κάνουμε διαρκώς αποτυχημένες σχέσεις…