Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

Νυχτερινή ενούρηση



Δεν είναι και τόσο ασυνήθιστο φαινόμενο κάποια παιδιά να συνεχίζουν να βρέχουν το κρεβάτι τους κατά τη διάρκεια της σχολικής ηλικίας. Ένα βασικό ζήτημα είναι τι μπορούν να κάνουν οι γονείς για να βοηθήσουν το παιδί ώστε να νιώσει καλύτερα και να μπορέσει να το διαχειριστεί. 

Τα περισσότερα παιδιά σταματούν να βρέχονται την ημέρα στα τρία περίπου χρόνια και τη νύχτα στα πέντε περίπου χρόνια, αν και τα περισσότερα παιδιά κατά την προσχολική ηλικία κάποιες φορές βρέχουν το κρεβάτι τους. Ορισμένα παιδιά συνεχίζουν να βρέχουν το κρεβάτι τους και κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας. Εκτιμάται ότι ένα στα πέντε παιδιά ηλικίας 5 ετών βρέχουν το κρεβάτι τους, το 5% των παιδιών ηλικίας 10 ετών και το 1% των εφήβων ηλικίας 15 ετών βρέχουν το κρεβάτι τους τη νύχτα.

Ένα κύριο ερώτημα είναι: ποια είναι τα αίτια της νυχτερινής ενούρησης. Δεν προκαλείται από την τεμπελιά ή την απροσεξία του παιδιού, για αυτό δεν πρέπει να κατηγορούμε το παιδί για την κατάσταση που βιώνει. Είναι σημαντικό να εμπεδώσουμε ότι το παιδί δεν το κάνει επίτηδες ή ηθελημένα. Το παιδί δεν μπορεί να ελέγξει αυτή την κατάσταση. 

Γιατί όμως; Το παιδί δεν έχει κανένα έλεγχο, δεν καταλαβαίνει να ξυπνήσει όταν η κύστη του είναι γεμάτη και πρέπει να πάει στην τουαλέτα. Πολλά παιδιά μπορεί να έχουν πιο βαθύ ύπνο και δυσκολεύονται να ξυπνήσουν. Επίσης, μπορεί να παράγουν περισσότερα ούρα το βράδυ σε σύγκριση με άλλα παιδιά. Μερικά παιδιά έχουν κύστεις που δεν μπορούν να κρατήσουν μεγάλη ποσότητα ούρων. Μια περιστασιακή ενούρηση μπορεί να οφείλεται σε παθολογικό πρόβλημα. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση ο γονιός θα πρέπει να επισκεφθεί με το παιδί το γιατρό για να γίνουν οι κατάλληλες εξετάσεις και να αποκλειστούν οι παθολογικοί λόγοι. Στη συνέχεια θα πρέπει να αναζητηθούν τυχόν αλλαγές στο περιβάλλον του παιδιού, καθώς και ψυχολογικοί παράγοντες που μπορεί να έχουν επηρεάσει το παιδί. Η νυχτερινή ενούρηση μπορεί να εμφανιστεί κατά τη διάρκεια μιας στρεσογόνας φάσης που περνάει η οικογένεια ή το ίδιο το παιδί, όπως για παράδειγμα ένας χωρισμός, ένας θάνατος, ένα νέο μέλος στην οικογένεια. 

Η νυχτερινή ενούρηση δεν βοηθάει στην ωρίμανση του παιδιού, που νιώθει ότι δεν μπορεί να τα καταφέρει και δεν μπορεί να ξεπεράσει κάτι που για τα άλλα παιδιά είναι αυτονόητο. Τα παιδιά βιώνουν άγχος μόλις φτάνει το βράδυ και πρέπει να κοιμηθούν, ενώ το άγχος γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν τα παιδιά πρέπει να κοιμηθούν σε ένα ξένο μέρος. Επίσης, μερικά παιδιά που έχουν σταματήσει για ένα χρονικό διάστημα να βρέχουν το κρεβάτι τους μπορεί να αρχίσουν και πάλι να το βρέχουν είτε χωρίς κάποια εμφανή αιτία είτε κάποιου συμβάντος ή κατάστασης που δημιουργεί άγχος στο παιδί. Τα περιστατικά νυχτερινής ενούρησης γίνονται πιο έντονα όταν το παιδί αρχίζει και αισθάνεται πιο ασφαλές.

Το θέμα είναι τι μπορούν να κάνουν οι γονείς; Αφού γίνουν οι απαραίτητες εξετάσεις και δεν βρεθεί κάποιο παθολογικό αίτιο, οι γονείς θα πρέπει να καθησυχάσουν το παιδί, λέγοντας ότι η ενούρηση είναι φυσιολογική, δεν υπάρχει κάτι για το οποίο θα πρέπει να ντρέπεται, συμβαίνει και σε άλλα παιδιά, ενώ με το πέρασμα του χρόνου θα το ξεπεράσει. Δεν θα πρέπει να περιορίζονται τα υγρά που πίνει το παιδί κατά τη διάρκεια της ημέρας, παρά μόνο κατά τις βραδινές ώρες. Το παιδί μπορεί να πίνει λιγότερο νερό από τις 7-8 το βράδυ κι έπειτα. 

Ακόμη, είναι σημαντικό να δοθούν ορισμένες εξηγήσεις στο παιδί σχετικά με το γιατί συμβαίνει αυτό. Έτσι, θα μπορούσαμε να πούμε στο παιδί: «όταν κοιμάσαι το μυαλό σου δεν μπορεί να πάρει το μήνυμα ότι πρέπει να πας τουαλέτα και για αυτό δεν ξυπνάς» ή «η ουροδόχος κύστης, όπου αποθηκεύονται τα ούρα, δεν έχει μεγαλώσει ακόμη αρκετά και δεν μπορεί να κρατήσει τα ούρα από την ώρα που κοιμάσαι μέχρι το πρωί, αλλά αυτό θα αλλάξει καθώς το σώμα σου μεγαλώνει». Αν βλέπουμε ότι το παιδί έχει στρες ή ανησυχεί έντονα λόγω της κατάστασης που βιώνει θα πρέπει να βρούμε τρόπους για να αισθανθεί καλύτερα. Καθησυχάζουμε το παιδί λέγοντας ότι μεγαλώνοντας θα σταματήσει να βρέχει το κρεβάτι του, δεν το ενοχοποιούμε και δεν το θεωρούμε υπεύθυνο για αυτή την κατάσταση. 

Αποτελεσματικό για κάποια παιδιά είναι να τα πηγαίνουν οι γονείς στην τουαλέτα 2-3 ώρες μετά την ώρα που κοιμούνται τα παιδιά. Ωστόσο, δεν λειτουργεί σε όλες τις περιπτώσεις, ενώ είναι κουραστικό και για τους γονείς.
Άμεσα θα πρέπει να ληφθούν μέτρα ώστε να προστατεύεται το στρώμα του κρεβατιού. Έτσι θα πρέπει να τοποθετηθεί ένα πλαστικό ή αδιάβροχο κάλυμμα ανάμεσα στο σεντόνι και στο στρώμα. 

Θα πρέπει να μένει ένα μικρό φως αναμμένο το βράδυ, ώστε αν ξυπνήσει το παιδί να μπορεί να πάει στην τουαλέτα, αλλά και για να νιώθει ασφάλεια. Κάθε φορά που συμβαίνει άλλο ένα ατύχημα νυχτερινής ενούρησης ενθαρρύνουμε το παιδί να μην ανησυχεί, λέγοντας ότι δεν πειράζει. Το πρωί όταν ξυπνάει βρεγμένο φροντίζουμε να υπάρχει ζεστό νερό ώστε να μπορεί να κάνει ένα ντους και να μην μυρίζει αλλά και να μην νιώθει βρώμικο όλη την ημέρα και να το ακολουθεί η βραδινή αίσθηση.

Το παιδί θα πρέπει να αισθάνεται την αγάπη και την τρυφερότητα των γονιών, ακόμη και όταν συμβαίνουν τα ατυχήματα νυχτερινής ενούρησης. Δεν θα πρέπει να νιώθει ότι οι γονείς το απορρίπτουν ή θεωρούν ότι δεν είναι ικανό να τα καταφέρει. Κάθε φορά που βρέχει το κρεβάτι του θα πρέπει να το χαρακτηρίζουν ως ένα ατύχημα, έτσι ώστε να μην δίνουν την εντύπωση στο παιδί ότι το θεωρούν δεδομένο ότι θα βρέχει το κρεβάτι του.
Δεν είναι και πολύ καλή ιδέα να βάζουμε το παιδί να καθαρίσει το βρεγμένο κρεβάτι ή να πλύνει τα σεντόνια, γιατί είναι σαν να το κατηγορούμε και το τιμωρούμε μ’ αυτό τον τρόπο και ταυτόχρονα θεωρούμε ότι έχουμε βρει ένα τρόπο να το συνετίσουμε. Η αλλαγή των σεντονιών από τα ίδια δεν είναι τρόπος συμμόρφωσης ούτε τρόπος τιμωρίας που θα βοηθήσει το παιδί. Το παιδί συχνά αισθάνεται αρκετά λυπημένο όταν ξυπνάει σε ένα βρεγμένο κρεβάτι και το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται είναι μια τιμωρία ή μια επιπλέον αναστάτωση. Τα μεγαλύτερα παιδιά μπορούν να βοηθήσουν στην αλλαγή των σεντονιών, στο πλαίσιο της αυτοεξυπηρέτησής τους. 

Τα συστήματα συναγερμού που υπάρχουν για παιδιά που βρέχουν το κρεβάτι τους μπορούν να βοηθήσουν παιδιά που είναι επτά ετών ή και περισσότερο. Προγράμματα που προβλέπουν την αμοιβή του παιδιού όταν δεν βρέχει το κρεβάτι του (προγράμματα αλλαγής συμπεριφοράς) δεν θεωρούνται τόσο βοηθητικά, καθώς είναι σαν να θεωρούμε το παιδί υπεύθυνο για την ενούρησή του.

Αυτό που σίγουρα βοηθάει σε μεγάλο βαθμό είναι η στάση και η συμπεριφορά των γονέων. Απαιτείται η ύπαρξη ενός ήρεμου και χαλαρού περιβάλλοντος που δεν θα κατηγορεί το παιδί. Αντίθετα, οι γονείς θα πρέπει να λειτουργούν υποστηρικτικά δίπλα στο παιδί, κατανοώντας όλο αυτό που περνάει. Είναι σημαντικό οι γονείς να μην τιμωρούν, να μην κάνουν κριτική και να μην κοροϊδεύουν το παιδί αλλά και να μην αφήνουν άλλους να το κάνουν αυτό στο παιδί (π.χ. τα αδέρφια του παιδιού). Επίσης, είναι σημαντικό οι γονείς να μην κάνουν συγκρίσεις ανάμεσα στα παιδιά τους, για παράδειγμα ο αδερφός σου είναι μικρότερος και δεν έχει βρέξει το κρεβάτι του ούτε μια φορά. 


Βιβλιογραφία
http://raisingchildren.net.au/articles/bedwetting_%28cyh%29.html. Raising Children Network. The Australian Parenting Website.

Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

Βρέχει ακόμη το κρεβάτι του… Πώς νιώθει το παιδί;



Νυχτερινή ενούρηση… Πώς επηρεάζει την ψυχολογία του παιδιού;

«Άλλο ένα βράδυ, που τα έκανα μούσκεμα... Και τώρα ποιος ακούει τις φωνές της μαμάς και του μπαμπά και τις απειλές τους; Φωνάζουν λες και το κάνω επίτηδες. Μήπως το κάνω; Γιατί μου συμβαίνει αυτό; Τι δεν πάει καλά με μένα; Μήπως δεν είμαι φυσιολογικός, όπως τα άλλα παιδιά; Δεν νομίζω ότι υπάρχουν άλλα παιδιά που βρέχουν το βράδυ το κρεβάτι τους… Ούτε αυτό δεν μπορώ να καταφέρω».

Ντροπή, φόβος, ανησυχία, αγωνία, αυτοϋποτίμηση, μείωση του εαυτού, αίσθημα αβοηθησίας, απογοήτευση, χαμηλή αυτοεκτίμηση, αίσθηση ανωριμότητας, ματαίωση, εξωτερική αδιαφορία (που τις περισσότερες φορές εξοργίζει τους γονείς): τραυματικά συναισθήματα, τουλάχιστον οι γονείς θα πρέπει να προσπαθήσουν να μην τα κάνουν πιο έντονα.

Η νυχτερινή ενούρηση είναι η επαναλαμβανόμενη ενούρηση στο κρεβάτι ή στα ρούχα του ατόμου, που συμβαίνει τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα για τρεις συνεχόμενους μήνες. Όσον αφορά τα παιδιά θα πρέπει να είναι ηλικίας τουλάχιστον 5 ετών και η ενούρηση να μην οφείλεται στην επίδραση κάποιας φαρμακευτικής αγωγής ή σε κάποια ιατρική κατάσταση (American Psychiatric Association). Η νυχτερινή ενούρηση μπορεί να συνεχιστεί κατά την παιδική ηλικία, ενώ ένα μικρό ποσοστό παρουσιάζει νυχτερινή ενούρηση ακόμη και κατά την εφηβεία κι ένα ακόμη πιο μικρό ποσοστό και κατά την ενήλικη ζωή.

Πέρα από τους ορισμούς και τα αίτια της νυχτερινής ενούρησης, το πιο σημαντικό είναι να σκεφθούμε πώς μπορεί να νιώθει το παιδί που βρέχει το βράδυ το κρεβάτι του. Τι ψυχολογικές επιπτώσεις έχει η νυχτερινή ενούρηση για το παιδί;

Οι Theunis et al. (2002) μελέτησαν την αυτοεικόνα των παιδιών με νυχτερινή ενούρηση. Τα παιδιά της έρευνας ήταν 8 έως 12 ετών, τόσο αγόρια όσο και κορίτσια, με μέση ηλικία τα 9.8 έτη. Χορηγήθηκε ένα ερωτηματολόγιο για το προφίλ της αυτοαντίληψης των παιδιών της Harter και βρέθηκε ότι τα παιδιά με νυχτερινή ενούρηση παρουσίασαν σημαντική χαμηλότερη αίσθηση της ικανότητας για επίτευξη σε σύγκριση με τα παιδιά που δεν εμφάνιζαν νυχτερινή ενούρηση, κυρίως όσον αφορά την σωματική εμφάνιση και την γενική αυτοεκτίμηση. Ακόμη, παρουσίασαν μια τάση για χαμηλότερη αντίληψη των σχολικών δεξιοτήτων και της κοινωνικής αποδοχής, όχι όμως σε στατιστικά σημαντικό βαθμό. Μετά από επιτυχή θεραπευτική παρέμβαση στα παιδιά με νυχτερινή ενούρηση βρέθηκε ότι παρουσίασαν βελτίωση της αντίληψης για αθλητική ικανότητα και της γενικής αυτοεκτίμησης. 

Η νυχτερινή ενούρηση έχει σημαντικά αρνητικές επιδράσεις στην αυτοεικόνα και την αίσθηση της ικανότητας για επίτευξη των παιδιών. Η αντίληψη της ικανότητας για επίτευξη (competence) ήταν πιο χαμηλή στα κορίτσια από ότι στα αγόρια με νυχτερινή ενούρηση, ενώ ήταν πιο χαμηλή στις μεγαλύτερες από ότι στις μικρότερες ηλικίες. Η επιτυχής θεραπευτική παρέμβαση βρέθηκε ότι έτεινε σε βελτίωση της αίσθησης για αθλητική ικανότητα και της γενικής αυτοεκτίμησης (Theunis et al., 2002). 

Θα πρέπει να μας προβληματίσει και να ενδιαφερθούμε πως νιώθει το παιδί σε σχέση με τον εαυτό του. Είναι πολύ πιθανό ένα παιδί με νυχτερινή ενούρηση να έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση και συμπλέγματα κατωτερότητας, να βιώνει έντονο άγχος και ανησυχία, αλλά και ένα αδιέξοδο από την κατάσταση που ζει, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να είναι περισσότερο απομονωμένο ή περιθωριοποιημένο από τα άλλα παιδιά ή και λιγότερο κοινωνικό. Ορισμένες συνήθειες των παιδιών, όπως να κοιμούνται σε σπίτια φίλων τους ή να πηγαίνουν κατασκήνωση, είναι απαγορευμένες για τα παιδιά με νυχτερινή ενούρηση. Ζει με το φόβο να μην αποκαλυφθεί το γεγονός στους άλλους, γιατί ντρέπεται για αυτό και θα γίνει ρεζίλι. Επίσης, νιώθει απογοητευμένο ή και θυμωμένο με τον εαυτό του, που δεν μπορεί να τα καταφέρει, ή και με τους άλλους… Ένας διάχυτος θυμός προς όλους, προς τους γονείς που δεν το καταλαβαίνουν, προς τους φίλους, που δεν παρουσιάζουν αυτό το πρόβλημα, προς την κατάσταση που βιώνει… Κι αυτό μπορεί να το οδηγήσει σε ένα κλείσιμο στον εαυτό του, να ζει απομακρυσμένο από τα συνομήλικα παιδιά του και πάντα να έχει το φόβο μήπως αποκαλυφθεί το γεγονός…

Επίσης, το παιδί μη ξέροντας πώς να αντιδράσει απέναντι στη συμπεριφορά των γονιών που το θεωρεί υπαίτιο για όλα αυτά και ενδεχομένως το κατηγορεί κιόλας γιατί δεν κάνει κάτι, «δεν βάζει το μυαλό του» να σηκωθεί το βράδυ να πάει στην τουαλέτα, το παιδί μπορεί να επιλέξει ως τρόπο άμυνας την εξωτερική αδιαφορία… Πρόκειται για μια στάση που στις περισσότερες περιπτώσεις εξοργίζει ακόμη περισσότερο τους ήδη θυμωμένους γονείς, που έχουν δοκιμάσει τα πάντα και δεν έχουν βρει έναν αποτελεσματικό τρόπο για να διαχειριστούν την κατάσταση. Όμως, οι γονείς βάζοντας ως προτεραιότητα το παιδί θα πρέπει να μπουν για λίγο στη θέση του και να σκεφθούν πως μπορεί να νιώθει αυτό το παιδί ζώντας όλη αυτή την κατάσταση, που είναι εξαιρετικά στρεσογόνα και αγχογόνα από μόνη της.

 
Το παιδί μπορεί να κάνει πολλές αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό του, να θεωρεί ότι δεν είναι φυσιολογικό, ότι τίποτα δεν μπορεί να καταφέρει και ότι πάντα θα ζει με αυτό το άγχος και τη σκέψη «το πρωί θα ξυπνήσει στεγνό;». Μια σκέψη που νιώθει ότι το κυνηγάει, αλλά δεν ξέρει πώς να απαλλαγεί… Σημαντικό ρόλο παίζει η στάση των γονέων. Νιώθει ότι τους έχει συμμάχους ή τους έχει απέναντί τους; Πώς το στηρίζουν και τι τρόπους επιλέγουν για να το συνετίσουν; Μήπως χρησιμοποιούν τιμωρίες, φωνές ή απειλές; Μήπως είναι αρκετά επικριτικοί, κάνοντας σκληρή κριτική στο παιδί ή υποτιμώντας το;

 
Το βασικό που θα πρέπει να κατανοήσουν οι γονείς είναι ότι το παιδί δεν μπορεί να ελέγξει τη συμπεριφορά του και δεν το κάνει επίτηδες. Το άγχος και οι εντάσεις μπορεί να χειροτερεύουν το πρόβλημα του παιδιού. Είναι σημαντικό να υπάρχει κατανόηση, συζήτηση και καθησυχασμός από τους γονείς προς το παιδί. Οι φωνές και οι τιμωρίες δεν οδηγούν πουθενά. Αντίθετα, μπορεί να κάνουν χειρότερα τα πράγματα και να οδηγούν την κατάσταση σε αδιέξοδο δημιουργώντας και ρήγματα στη σχέση ανάμεσα στους γονείς και το παιδί.


Βιβλιογραφία
Theunis, M., Van Hoecke, E., Paesbrugge, S., Hoebeke, P., & Vande Walle, J. (2002). Self- image and performance in children with nocturnal enuresis. European Urology, 41, 660- 667.

«My life without me»: ερωτήματα περί ζωής και θανάτου



Πώς νιώθει κάποιος που μαθαίνει ότι σε μικρό χρονικό διάστημα θα πεθάνει; Τι ρόλο παίζουν τα απωθημένα και τα ανεκπλήρωτα όνειρα; Τι από αυτά προλαβαίνει να κάνει; Κι αν ζήσουμε μέχρι τα βαθιά γεράματα είναι σίγουρο ότι θα προλάβουμε να τα κάνουμε ή η αναβλητικότητα χρειάζεται παραπάνω από μία ζωές; 


Μήπως κάποιες φορές μέσα σε ένα μήνα ζούμε περισσότερα πράγματα από ότι μέσα σε πολλά χρόνια ή και σε μια ολόκληρη ζωή; Τι είναι αυτό που μας κοιμίζει και γιατί θα πρέπει να μάθουμε ότι πεθαίνουμε ώστε να κινητοποιηθούμε, ώστε να πούμε ή να κάνουμε σήμερα αυτό που θέλουμε και να μην το αφήσουμε για αύριο, για μεθαύριο ή για το μακρινό μέλλον; Πόσο καθησυχαστικό είναι αυτό το μακρινό μέλλον στο οποίο προγραμματίζουμε διάφορα  πράγματα, ενώ κατά βάθος ξέρουμε ότι δεν θα τα τολμήσουμε ποτέ; 

Η πρωταγωνίστρια της ταινία “My life without me” όταν μαθαίνει ότι έχει καρκίνο σε προχωρημένο στάδιο και δεν γίνεται τίποτα αποφασίζει να φτιάξει μια λίστα ώστε να ζήσει όλα όσα θέλει. Αν και μικρή σε ηλικία είναι ήδη παντρεμένη και έχει δύο παιδιά. Αν δεν συνέβαινε αυτό θα κινητοποιούνταν ποτέ ή θα συνέχιζε να ζει μια ζωή που δεν της άρεσε;

Θα πρέπει δηλαδή να νιώσουμε ότι δεν μας απομένει πολύς χρόνος για να πάρουμε την απόφαση να κάνουμε κάτι που θέλουμε; Τι θα περιελάμβανε άραγε η λίστα του καθενός; Κι αν ήδη έχουμε μια τέτοια λίστα γιατί δεν ξεκινάμε να την πραγματοποιούμε; Γιατί όταν νιώθουμε ότι ο θάνατος πλησιάζει βρίσκουμε το θάρρος, τη δύναμη που μέχρι τότε δεν είχαμε ή πιστεύαμε ότι δεν είχαμε; 

Μέχρι να μας ταρακουνήσει ο θάνατος ή να μας θυμίσει την ύπαρξή του μήπως παίρνουμε ως δεδομένη τη ζωή μας και ότι έχουμε πολύ χρόνο για να κάνουμε όλα όσα θέλουμε; 


Μήπως όταν ξέρουμε ότι ο θάνατος πλησιάζει σκεφτόμαστε μόνο τον εαυτό μας (με την καλή έννοια), οπότε δεν μας νοιάζει και τόσο τι θα πουν ή τι θα σκεφθούν οι άλλοι για εμάς, αποφασίζοντας να κάνουμε κάτι για εμάς; Και θα πρέπει να φτάσουμε σε αυτό το σημείο για να ξεπεράσουμε τη σκέψη «τι θα πουν οι άλλοι»;

Μήπως η ζωή που απομένει στον καθένα και δεν ξέρουμε πόση είναι θα πρέπει να ξεκινήσει με μια λίστα επιθυμιών και ανεκπλήρωτων ονείρων; Μήπως έφτασε η στιγμή να πούμε κάτι που κρατάμε καιρό μέσα μας ή πάντα το αναβάλλουμε για αργότερα, αλλά ξέρουμε ότι αν είχαμε μόνο μια ακόμη στιγμή ζωής στη διάθεσή μας θα επιλέγαμε αυτό να κάνουμε ή να πούμε;


Παπαδοπούλου Ελένη- Ψυχολόγος

Προκοινωνική συμπεριφορά: πόσο σημαντική είναι;



Η προκοινωνική συμπεριφορά αφορά ένα σύνολο δραστηριοτήτων και σχετίζεται με τρυφερά συναισθήματα που συνδέονται με το γονεϊκό ένστικτο. Η προκοινωνική συμπεριφορά έχει ποικίλες επιδράσεις στη συμπεριφορά του ατόμου και αναφέρεται στο όφελος που αποκομίζουν οι άλλοι από αυτή. Πρόκειται για μία από τις κύριες συμπεριφορές που αναπτύσσεται κατά την ανάπτυξη του ατόμου και συνδέεται με διάφορες εκφάνσεις και πτυχές της ζωής και της προσωπικότητας του ατόμου, που επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό το άτομο, ενώ το άτομο επηρεάζεται από αυτές. Καθοριστικό ρόλο για την ανάπτυξη της προκοινωνικής συμπεριφοράς παίζει το οικογενειακό και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον.

Οι τύποι προκοινωνικής συμπεριφοράς περιλαμβάνουν τις αλτρουιστικές προκοινωνικές συμπεριφορές, όπου το άτομο εθελοντικά προσφέρει τη βοήθειά του σε κάποιον, τις συμμορφωτικές προκοινωνικές συμπεριφορές, που αφορούν τη βοήθεια κάποιου μετά από λεκτικό ή μη αίτημα, τις συναισθηματικές προκοινωνικές συμπεριφορές, που αναφέρονται στη βοήθεια κάποιου παρακινούμενο το άτομο από τα συναισθήματά του λόγω των συνθηκών και τις δημόσιες προκοινωνικές συμπεριφορές, που υποκινούνται από τη διάθεση του ατόμου να λάβει αποδοχή και σεβασμό από τους άλλους. Η προκοινωνική συμπεριφορά οδηγεί σε ανάπτυξη καλύτερης ποιότητας φιλικών και διαπροσωπικών σχέσεων. 

Η προκοινωνική συμπεριφορά αναπτύσσεται παράλληλα με τη γενικότερη ανάπτυξη του ατόμου και επηρεάζεται από αυτήν. Τα θεμέλια της προκοινωνικής συμπεριφοράς αρχίζουν να δομούνται από τη βρεφική ηλικία. Το παιδί στην ηλικία των 18-24 μηνών αρχίζει να συνεργάζεται, να μοιράζεται, να βοηθά και να μπορεί να ανταποκριθεί με ενσυναίσθηση στη συναισθηματική δυστυχία των άλλων. Η ενσυναίσθηση, η συνεργασία, το μοίρασμα και το γενικό ενδιαφέρον για το καλό των άλλων είναι προκοινωνικές συμπεριφορές. Η ανάπτυξη της ενσυναίσθησης συνδέεται με την ανάπτυξη της αίσθησης του εαυτού. Όταν τα παιδιά αρχίζουν να διαφοροποιούν τον εαυτό τους από τους άλλους κατά τη διάρκεια του δεύτερου έτους της ζωής τους μπορούν να αρχίσουν να κατανοούν τους άλλους ως ξεχωριστά όντα και ως άτομα με ξεχωριστές ανάγκες και επιθυμίες. Τα παιδιά σταδιακά μετατρέπουν την προσωπική δυστυχία που νιώθουν για τη δυστυχία του άλλο σε συμπόνια για το άλλο άτομο (Craig & Baucum, 2007).

Επίσης, μέρος της προκοινωνικής συμπεριφοράς είναι και πράξεις των ατόμων που έχουν ως στόχο να ωφελήσουν τους άλλους, χωρίς το άτομο να αναμένει εξωτερικές αμοιβές. Τέτοιου είδους πράξεις είναι η παρηγοριά, η παροχή βοήθειας, η συμπόνια, το μοίρασμα, η προστασία, η συνεργασία, η διάσωση και η υπεράσπιση των άλλων. Πρόκειται για πράξεις που συνδέονται με την έννοια του αλτρουισμού, με το ανιδιοτελές ενδιαφέρον για την ευημερία και ευτυχία των άλλων. Ακολουθείται από αισθήματα φιλίας, ενδιαφέροντος και συναισθηματικής ζεστασιάς, όπου περιλαμβάνεται και η έννοια της ενσυναίσθησης (Craig & Baucum, 2007). Ωστόσο, κάποιες φορές η προκοινωνική συμπεριφορά μπορεί να φέρει κάποιο κόστος, θυσία ή κίνδυνο για το άτομο. 

Η συνεργασία των παιδιών με άλλα άτομα φαίνεται πως αρχίζει στην ηλικία των 24 μηνών, όχι όμως με πρωτοβουλία του παιδιού. Μετά τους 24 μήνες, όλα σχεδόν τα νήπια μπορούν να συνεργαστούν μετά από λίγη καθοδήγηση (Craig & Baucum, 2007). Επίσης, τα παιδιά μαθαίνουν να μοιράζονται πράγματα με τους άλλους αλλά και να βοηθούν τους άλλους και γενικότερα να εμπλέκονται σε θετικές συμπεριφορές, καθώς αρχίζουν να αποκτούν τον έλεγχο της συμπεριφοράς τους και των τάσεών τους για την εκδήλωση διαφόρων συμπεριφορών.

Πολλές φορές τα νήπια βιώνουν σύγχυση και μπερδεύονται όταν βλέπουν τους άλλους στεναχωρημένους, καθώς δεν ξέρουν πώς να αντιδράσουν και τι πρέπει τα ίδια να κάνουν. Κάποιες φορές τα νήπια μπορεί να μην ξέρουν τι να κάνουν και μπορεί ακόμη και να γελάσουν ενώ βλέπουν ότι κάποιος άλλος είναι στεναχωρημένος. Το παιδί μέσα από την αλληλεπίδραση με το περιβάλλον μαθαίνει πως θα πρέπει να αντιδρά σε κάθε κατάσταση και τι είδους συμπεριφορές θα πρέπει να υιοθετήσει (Craig & Baucum, 2007). Επομένως, το ενδιαφέρον του ατόμου προς τα άλλα άτομα δεν υπάρχει σε μικρές ηλικίες, αλλά αποκτάται μέσω της κοινωνικής μάθησης.

Οι γονείς παίζουν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των προκοινωνικών συμπεριφορών των παιδιών τους, ενώ σημαντικός και καθοριστικός είναι και ο ρόλος του υπόλοιπου οικογενειακού περιβάλλοντος και κυρίως των αδελφιών. Ιδιαίτερα βασική είναι η ύπαρξη ασφαλών σχέσεων του παιδιού με τα σημαντικά πρόσωπα στη ζωή του και κυρίως με τα πρόσωπα που του παρέχουν φροντίδα και ζεστασιά. Τα μικρά παιδιά μπορούν σε μικρό βαθμό και κάτω από ορισμένους περιορισμούς να συναισθάνονται, να μοιράζονται και να συνεργάζονται, για αυτό δεν θα πρέπει να είναι αυξημένες οι απαιτήσεις που έχουν οι άλλοι από τα παιδιά (Craig & Baucum, 2007). Τα παιδιά που βρίσκονται στην προσχολική ηλικία σε μικρό μόνο βαθμό έχουν αναπτύξει την προκοινωνική συμπεριφορά, καθώς πρόκειται για συμπεριφορές που αναπτύσσονται και κατά τη διάρκεια της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, αλλά και αργότερα.

Επομένως, είναι σημαντικό οι γονείς να δίνουν έμφαση στην ανάπτυξη των προαναφερθέντων συμπεριφορών των παιδιών τους, θέτοντας έτσι τις βάσεις για ένα σύνολο θετικών συνεπειών μέσω των οποίων το άτομο θα μπορεί να βοηθά, να ωφελεί και να κατανοεί τους άλλους.


Βιβλιογραφία
Craig, G.J., & Baucum, D. (2007). Η Ανάπτυξη του Ανθρώπου (Τόμ. Α’). Αθήνα: Παπαζήσης.