Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Ζητώντας βοήθεια... γιατί κάποιοι δυσκολεύονται να ζητήσουν;



Πόσο εύκολα ή δύσκολα ζητάμε βοήθεια από τους άλλους, όταν αντιμετωπίζουμε μια δύσκολη κατάσταση ή βρισκόμαστε σε ένα δίλημμα; Και γιατί κάποιοι άνθρωποι δυσκολεύονται πολύ να ζητήσουν τη βοήθειά μας; Πριν τους θεωρήσουμε ακατάδεκτους, απόμακρους ή μυστικοπαθείς, ας προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που τους κάνει να δυσκολεύονται να ζητήσουν τη βοήθεια των άλλων, ακόμη και τη γνώμη των άλλων.
  
Το πρώτο βήμα όταν θέλουμε να ζητήσουμε τη βοήθεια κάποιου είναι να του εκθέσουμε το πρόβλημά μας, αυτό που μας απασχολεί. ΕΚΘΕΣΗ: είναι τρομαχτική για κάποιους…  Αν εκμυστηρευτώ κάτι «δικό μου» τι θα σκεφτεί ο άλλος για μένα, πώς θα του φανώ, τι γνώμη θα σχηματίσει για μένα; Και αν δεν το έχουμε κάνει και ποτέ, στο μυαλό μας κάνουμε τα πράγματα ακόμη πιο τεράστια και τρομαχτικά. Κι αν φανώ στον άλλο λίγος, ανεπαρκής, αδύναμος; Εξάλλου, αρκετοί από εμάς συνδέουν την αναζήτηση βοήθειας ως μια ένδειξη αδυναμίας, κυρίως αν έχουμε μάθει να δείχνουμε στους άλλους μόνο το «ισχυρό» μας πρόσωπο και όχι τις ευαισθησίες που μας συνοδεύουν. 

Όταν βλέπουμε κάποιον που αρνείται τη βοήθειά μας, ακόμη και όταν του την προσφέρουμε, πιο πιθανό είναι να σκεφτούμε «τι εγωιστής, δεν θέλει να τον βοηθήσω», παρά να σκεφτούμε ότι είναι περήφανος και θέλει να τα καταφέρει μόνος του. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι αν ένα άτομο που συστηματικά αρνείται τη βοήθεια των άλλων το κάνει λόγω εγωισμού ή περηφάνιας; Και μόνο αυτές οι δύο διαστάσεις υπάρχουν; Δεν μπορεί απλά να μην έχει μάθει να το κάνει για αυτό και να δυσκολεύεται πολύ;

Έτσι, χωρίς να θέλουμε ή νιώθοντας ότι δεν μπορούμε να ζητήσουμε βοήθεια λόγω ντροπής, δισταγμού, περηφάνιας, εγωισμού ή όπως αλλιώς ονομάσουμε αυτό που νιώθουμε ότι δεν μας αφήνει να ζητήσουμε βοήθεια καταλήγουμε να παλεύουμε μόνοι μας, μην έχοντας κάποιον να μοιραστούμε τις ανησυχίες μας, ή έστω τις εναλλακτικές μας λύσεις. Και όλη αυτή η κατάσταση που βιώνουμε μας δημιουργεί και ένα συναίσθημα μοναξιάς, καθώς σκεφτόμαστε πως κανείς δεν νοιάζεται για εμάς. 

Είναι θέμα μάθησης; Μεγαλώνουμε μέσα σε μια καθαρά ατομικιστική κοινωνία, όπου δίνεται περισσότερη έμφαση στο ατομικό παρά στο συλλογικό. Αν τα καταφέρουμε μόνοι μας θα επωμιστούμε και τα οφέλη της επιτυχίας μας. Όμως, όταν βιώνουμε μια δύσκολη κατάσταση και νιώθουμε πως έχουμε ανάγκη τη στήριξη άλλων ανθρώπων γύρω μας, αναφερόμενοι πάντα σε συναισθηματική- κοινωνική στήριξη, είναι πολλά αυτά που χάνουμε παραδομένοι στη μοναξιά μας. Και είναι θέμα μάθησης όχι μόνο να ζητήσω βοήθεια, αλλά να βρω και το κατάλληλο πρόσωπο που θα ζητήσω. Ακόμη, κι αυτό το μαθαίνουμε μέσα από την εμπειρία μας, μέσα από τον πειραματισμό μας, ενώ θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για οποιαδήποτε απάντηση από την άλλη πλευρά, όπως προσφορά βοήθειας, κατανόηση, συμπόνια, επικοινωνία, αδιαφορία, αποδοκιμαστικά ή επικριτικά σχόλια. Μέσα από την εμπειρία μπορούμε να μάθουμε να βρίσκουμε και τα πιο κατάλληλα πρόσωπα, που μπορούν να μας δώσουν βοήθεια όταν την έχουμε ανάγκη. 



Η δυσκολία στο να ζητήσουμε βοήθεια δεν είναι αδυναμία, αρκεί να το πιστέψουμε και να αρχίσουμε τους πειραματισμούς μας. Επίσης, ζητάμε βοήθεια δεν σημαίνει ότι είμαστε ανεπαρκείς ή ότι οι άλλοι είναι ανώτεροί μας. Συνήθως, τα άτομα που δυσκολεύονται να ζητήσουν βοήθεια ενδέχεται να εμφανίζουν χαμηλή αυτοεκτίμηση, έλλειψη εμπιστοσύνης στους άλλους, μειονεκτικά ή συμπλεγματικά στοιχεία. 

Δεν είναι λοιπόν τόσο απλό το να ζητήσουμε βοήθεια, όμως, ο μόνος τρόπος για να το κάνουμε πιο εύκολο είναι να αρχίσουμε να το δοκιμάζουμε. Πότε είναι η κατάλληλη στιγμή, ποιο είναι το πιο κατάλληλο πρόσωπο, ποιος είναι ο πιο κατάλληλος τρόπος; Μέσα από την αναζήτηση και την αποδοχή βοήθειας θα μάθουμε να μοιραζόμαστε, να είμαστε πιο ανοικτοί, να επικοινωνούμε, να συνεργαζόμαστε, να βρίσκουμε άτομα που μας συμπληρώνουν και μας δίνουν μια διαφορετική οπτική θέασης των πραγμάτων. 
Ταυτόχρονα, ερχόμαστε κοντά με τους άλλους, καθώς τους εμπιστευόμαστε ένα κομμάτι του εαυτού μας και δίνοντας την ευκαιρία να μας γνωρίσουν καλύτερα και ίσως να μοιραστούν κι αυτοί με τη σειρά τους κάποια βιώματά τους μαζί μας. Έτσι, μπορούμε να ξεπεράσουμε και την ανασφάλεια που νιώθουμε, δεν έχουμε μόνο εμείς τρωτά σημεία και «ελαττώματα», όπως πιστεύουμε, όλοι έχουν. Είναι σημαντικό σε όλες αυτές τις δυσκολίες που υπάρχουν ή θα υπάρξουν κατά την πορεία μας στη ζωή να ξέρουμε ότι έχουμε κάποιους ανθρώπους κοντά μας, που είναι πρόθυμοι να μας προσφέρουν τη συναισθηματική- ηθική- κοινωνική τους στήριξη.

Facebook: πόσο μας εμποδίζει να ξεπεράσουμε ένα χωρισμό;



Χωρίζεις, θέλεις να διαγράψεις από τη μνήμη σου τα πάντα σχετικά με αυτόν, αλλά και ότι σου τον θυμίζει… όμως, ταυτόχρονα έχεις και την περιέργεια να δεις τι κάνει στη ζωή του, οπότε συνεχίζεις συχνά ή λιγότερα συχνά τις επισκέψεις στο προφίλ του στο Facebook. Αυτό θα μπορούσε να είναι εμπόδιο για να τον ξεπεράσεις; Μπορεί να δυσκολέψει την κατάσταση, να σε κρατάει δεμένο με το παρελθόν, μ’ αυτό τον άνθρωπο, μ’ αυτή τη σχέση;


 Η Marshall (2012) πραγματοποίησε έρευνα σε 464 συμμετέχοντες, που ήταν φοιτητές και στο μεγαλύτερο ποσοστό ήταν γυναίκες, διερευνώντας το ρόλο του Facebook μετά το χωρισμό. Κατά πόσο δηλαδή τα άτομα που παρακολουθούσαν συχνά το προφίλ του πρώην δυσκολεύονταν περισσότερο να τον ξεπεράσουν. Τα ευρήματα της έρευνας έδειξαν ότι όσοι συνέχιζαν να παρακολουθούν το προφίλ του πρώην τους είχαν υψηλότερα επίπεδα αγωνίας και ανησυχίας σχετικά με το χωρισμό, παρατεταμένα αρνητικά συναισθήματα, μεγαλύτερη αίσθηση νοσταλγίας και έκαναν λίγα βήματα ώστε να προχωρήσουν και να μπορέσουν να ξεπεράσουν αυτή τη σχέση. 

Σύμφωνα με την ερευνήτρια η λύση δεν είναι να βγάλουμε τον πρώην από «φίλο» στο
Facebook, καθώς οι αρνητικές συνέπειες είναι παρόμοιες. Η παρακολούθηση του προφίλ είναι ένας τρόπος να επιβεβαιώσουμε όλα όσα σκεφτόμαστε ή φανταζόμαστε σχετικά με τον άλλο άνθρωπο, σκέψεις που αναπόφευκτα συνοδεύουν κάθε χωρισμό. Είτε είχαν μείνει φίλοι με τον πρώην στο Facebook είτε δεν έμειναν φίλοι δεν έπαιζε ρόλο στο πόσο εύκολα θα τον ξεπερνούσαν. Καθοριστικό ρόλο έπαιζε πόσο βρίσκονταν σε επαγρύπνηση σχετικά με το προφίλ του πρώην, που ήταν μια offline επαφή, που εμπόδιζε τη διαδικασία της επούλωσης των τραυμάτων του χωρισμού. 


Η λύση που προτείνεται από την ερευνήτρια είναι να μπορέσει το άτομο να κατακτήσει ή να αυξήσει τα επίπεδα αυτοελέγχου του, ώστε να μπορέσει να σταματήσει να επισκέπτεται το προφίλ του πρώην και να εστιάσει το ενδιαφέρον του στο πώς θα προχωρήσει.  
Ουσιαστικά, νιώθουμε σαν να συνεχίζουμε κατά κάποιο τρόπο την επαφή, την επικοινωνία με τον πρώην και μπορεί να μπαίνουμε και στη διαδικασία να κάνουμε σενάρια επανασύνδεσης. Το Facebook φαίνεται πως διευκολύνει συμπεριφορές που συνδέονται με την εμμονή σε σχέσεις που έχουν τελειώσει. Ωστόσο, το Facebook είναι απλά ένα μέσο, όλα ξεκινούν από εμάς τους ίδιους και τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς μας, αλλά και τη συμπεριφορά μας απέναντι σε ένα χωρισμό και την ικανότητα να διαχειριστούμε ένα χωρισμό και τα έντονα συναισθήματα που προκαλεί.

Marshall, T.C. (2012). Facebook surveillance of former romantic partners associations with postbreakup recovery and personal growth. Cyberpsychology, Behavior, and Social Networking, 15 (10), 521- 526.

Αυτιστική σκέψη: μια προσπάθεια να την κατανοήσουμε



Πρόκειται για ένα τρόπο σκέψης που στηρίζεται σε ένα τρόπο θέασης των πραγμάτων στο επίκεντρο των οποίων βρίσκεται ο εαυτός του ατόμου. Δεν είναι ακριβώς εγωιστική ή εγωκεντρική σκέψη αλλά ένας εγωκεντρικός τρόπος προσέγγισης όσων συμβαίνουν. Το άτομο υιοθετεί μια λογική, που είναι η δική του λογική, και είναι διαφορετική από τη λογική των υπολοίπων. Αυτό μπορεί να το ξέρει ή να το καταλαβαίνει, όμως, δεν μπορεί να μπει στη θέση του άλλου, δεν μπορεί να σκεφτεί ποιες είναι οι συνέπειες για τον άλλο, παίρνει αποφάσεις με βάση τον εαυτό του. Ας σκεφτούμε πως σκέφτεται ένα παιδί με αυτισμό. Απαιτεί, δεν δέχεται αναβολές και όταν προσπαθούμε να του εξηγήσουμε κάτι με βάση τη λογική αντιδρά έντονα με στόχο να αποκτήσει αυτό που θέλει. Πρόκειται για μια συμπεριφορά που στηρίζεται σε μια λογική που μας θυμίζει λίγο και τη συμπεριφορά ενός τρίχρονου παιδιού που βρίσκεται ακόμη στον εγωκεντρικό τρόπο σκέψης. 

Κάποιοι θέτουν το ερώτημα μήπως τα παιδιά με αυτισμό δεν έχουν ένα διαφορετικό τρόπο σκέψης, μια διαφορετική λογική, απλά έχουν ένα πρόβλημα να μας εξηγήσουν με τη χρήση της γλώσσας όλα όσα σκέφτονται;

Ένα ακόμη ερώτημα είναι ένα παιδί με αυτισμό ξέρει ποια είναι η λογική των άλλων και επιλέγει να χρησιμοποιεί τη δική του λογική, αγνοώντας τη λογική των άλλων ή αγνοεί ότι υπάρχει και μια διαφορετική λογική; Αλλά κι αν αυτό ισχύει μπορούμε να μιλάμε για μια κοινή λογική που χαρακτηρίζει όλους τους ανθρώπους;

Τι είναι λογικό και τι όχι; Και ποιος αποφασίζει για το τι είναι λογικό;
Για ένα παιδί με αυτισμό λογικό μπορεί να είναι να πάει βόλτα, γιατί είναι η ώρα να πάει βόλτα ότι και να συμβαίνει στο σπίτι. Για τους άλλους λογικό είναι να λυθούν πρώτα τα προβλήματα και μετά να πάνε βόλτα ή και να αναβληθεί τελείως η βόλτα. Το παιδί με αυτισμό σκέφτεται με βάση τον εαυτό του, δρα με στόχο να ικανοποιήσει τις δικές του ανάγκες και τα δικά του θέλω, αγνοώντας ή παραβλέποντας τις ανάγκες των άλλων.
Για να επικοινωνήσουμε με ένα αυτιστικό παιδί θα πρέπει να σεβαστούμε τη δική του λογική, να ακούσουμε και να λάβουμε υπόψη τη δική του λογική, όποια κι αν είναι αυτή και μόνο σταδιακά να προσπαθούμε να του δείξουμε ότι υπάρχουν κι άλλες «λογικές». 

Η αυτιστική σκέψη στηρίζεται στην αυτιστική λογική, η οποία είναι αρκετά απογυμνωμένη από κοινωνικούς κανόνες και «πρέπει». Είναι ίσως και ένας πιο αθώος ή και λίγο πρωτόγονος τρόπος σκέψης, που στηρίζεται στα ένστικτα και τις ανάγκες. Είναι, επίσης, μια απείθαρχη σκέψη, που δεν αναζητά ρεαλιστικά και λογικά κριτήρια, αλλά ούτε και την επιβεβαίωση της εμπειρίας ή ίσως και ένας άκαμπτος τρόπος σκέψης. Αυτός ο τρόπος σκέψης συγκεντρώνει πολλά κοινά στοιχεία με τη σκέψη που εμφανίζεται στα όνειρα αλλά και με την ψυχωτική σκέψη, που αγνοεί την πραγματικότητα, ενώ το άτομο έχει τη δυνατότητα να εκπληρώσει τις επιθυμίες του με μεγαλοπρεπείς αυταπάτες και να αποφύγει την ανικανότητα με παραληρητικές ιδέες καταδίωξης. Χαρακτηρίζεται από συνειρμούς, ασαφείς αναλογίες και μια διαρκή αναζήτηση για κάλυψη των συναισθηματικών αναγκών (Bleuler, 1951).

Ο Bleuler ήταν από τους πρώτους που μίλησε για την αυτιστική σκέψη, αναφέροντας ότι διέπεται από τους δικούς της νόμους. Το άτομο με αυτισμό αναπτύσσει έναν αυτιστικό κόσμο, που είναι τόσο πραγματικός όσο και η πραγματικότητα που βιώνουμε. Πρόκειται όμως για μια διαφορετική πραγματικότητα που δεν είναι κατανοητή από τους υπόλοιπους, που προσπαθούν να την αναλύσουν και να την ερμηνεύσουν με βάση τη δική τους λογική.   


Bleuler, E. (1951). Autistic- undisciplined thinking. In E. Bleuler & D. Rapaport (Eds.), Organization and pathology of thought: Selected sources (pp. 438- 450). New York: Columbia University Press.

Η αυτοεκτίμηση με λίγα λόγια..



Τι σημαίνει; Πόσο εκτιμώ τον εαυτό μου, πόσο τον σέβομαι, τον φροντίζω, τον αγαπώ και τον εμπιστεύομαι;

Αρχίζει να διαμορφώνεται από τη στιγμή που γεννιόμαστε και είναι μια έννοια που βρίσκεται υπό διαμόρφωση σε όλη μας τη ζωή. Πιο σημαντικά και κρίσιμα είναι τα πρώτα χρόνια της ζωής του ατόμου μέχρι και την εφηβεία.

Η αυτοεκτίμηση εξαρτάται από την αλληλεπίδρασή μας με το περιβάλλον και κυρίως με τους σημαντικούς άλλους, που είναι οι γονείς, η ευρύτερη οικογένεια, οι φίλοι, οι σύντροφοι και το εργασιακό μας περιβάλλον.

Έχω αυτοεκτίμηση;
Ας αναρωτηθώ:
Τι σκέφτονται οι άλλοι για μένα; Πώς με βλέπουν οι άλλοι; Με εκτιμούν;
Τι έχω καταφέρει μέχρι σήμερα, αναγνωρίζω τις επιτυχίες μου;
Χρησιμοποιώ αρνητικούς χαρακτηρισμούς για τον εαυτό μου;
Αναγνωρίζω τα θετικά στοιχεία που έχω στον χαρακτήρα μου;

Μήπως έχω χαμηλή αυτοεκτίμηση;
Η χαμηλή αυτοεκτίμηση θα μπορούσε να εκφραστεί με ανασφάλεια, ένα αίσθημα κατωτερότητας, αίσθηση αδυναμίας να τα καταφέρω, έλλειψη εμπιστοσύνης στον εαυτό μου, έντονη ευαισθησία στην κριτική των άλλων, ίσως σκληρή κριτική στον εαυτό μου, τάση για σχέσεις εξάρτησης, μικρές προσδοκίες από τον εαυτό μου, αλλά και μικρές απαιτήσεις από τους άλλους, δυσκολία διεκδίκησης ακόμη και πραγμάτων που μου ανήκουν και δυσκολίες στις σχέσεις μου. 
 

Τι μπορώ να κάνω;
Φροντίζω τον εαυτό μου- νιώθω όμορφα με τον εαυτό μου, μαθαίνω να ζω μαζί του, τον αποδέχομαι- μήπως μέχρι σήμερα πίστευα ότι το κάνω αλλά δεν το έχω καταφέρει;
Δεν είμαι αυστηρός με τον εαυτό μου ως προς την κριτική που του ασκώ- αυτό δεν σημαίνει πως θα πάω από το ένα άκρο στο άλλο- βλέπω τα αρνητικά και προσπαθώ να τα βελτιώσω αλλά δεν ξεχνώ να βλέπω και τα θετικά που έχω.
Σέβομαι τον εαυτό μου- σημαίνει αναγνωρίζω την αξία μου, εκφράζω την αγάπη προς τον εαυτό μου και απαιτώ τον σεβασμό και από τους άλλους βάζοντας όρια.
Δείχνω εμπιστοσύνη στον εαυτό μου και στις αποφάσεις που λαμβάνω για τη ζωή μου.

Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

Ο πόνος στα παιδιά με αυτισμό



Το ζήτημα του πόνου είναι ένα σημαντικό και πολυδιάστατο θέμα για όλους μας. Όμως τα πράγματα γίνονται πιο πολύπλοκα όταν προσεγγίζεται ο πόνος στα παιδιά με αυτισμό, λόγω των πολλών διαφορετικών παραγόντων που παρεμβαίνουν και επιβαρύνουν την ιδιαίτερη εμπειρία πόνου του κάθε παιδιού.


Ο πόνος επηρεάζει τη διάθεση, τη συμπεριφορά αλλά και τον τρόπο αλληλεπίδρασης και επικοινωνίας με τα άλλα άτομα. Όταν πρόκειται για άτομο με αυτισμό συχνά έχουμε την τάση να εξάγουμε αυθαίρετα συμπεράσματα σχετικά με τις συμπεριφορές που εκδηλώνει. Αντί όμως να θεωρούμε τις ακραίες συμπεριφορές του ως επιδίωξη της επικέντρωσης της προσοχής, είναι καλύτερο πρώτα να αποκλειστούν άλλες καταστάσεις, όπως τον πόνο που μπορεί να βιώνει το παιδί και τη δυσφορία που μπορεί να νιώθει.

Τα παιδιά με αυτισμό δυσκολεύονται να εκφράσουν τα συναισθήματά τους αλλά και διάφορες καταστάσεις που αφορούν τον εαυτό του. Έτσι, μπορεί να δυσκολεύονται να εκφράσουν τον πόνο τους επειδή δεν διαθέτουν τις απαραίτητες νευρολογικές συνδέσεις για ομιλία ή για εύρεση των κατάλληλων λέξεων για να περιγράψουν αυτό που θέλουν ή αυτό που βιώνουν. Επίσης, ενδέχεται να μην μπορούν να εκφράσουν τον πόνο τους ούτε με τις εκφράσεις του προσώπου τους, για αυτό εμφανίζουν μια ανέκφραστη όψη. 

Τα παιδιά με αυτισμό υποστηρίζεται ότι μπορεί να έχουν αυξημένη αντοχή στον πόνο ή καθυστέρηση στην επεξεργασία του πόνου, ίσως λόγω του τρόπου που ο εγκέφαλος καταγράφει τα σήματα του πόνου. Ακόμη, το παιδί με αυτισμό μπορεί να μην γνωρίζει ότι θα πρέπει να εκφράσει αυτό που βιώνει, καθώς μπορεί να θεωρεί ότι οι γονείς θα το καταλάβουν από μόνοι τους. Ίσως, επίσης, δεν συνειδητοποιεί ότι αυτό που βιώνει διαφέρει από αυτά που βιώνουν τα άλλα άτομα. Ενδέχεται, επιπλέον, το παιδί με αυτισμό να προσπαθεί να διαχειριστεί και να αντιμετωπίσει τον πόνο που βιώνει μόνο του, είτε υπομένοντας τον πόνο είτε μέσα από πράξεις αυτοτραυματισμού που λειτουργούν ως αντιστάθμισμα στον αρχικό πόνο που αισθάνεται.

Η πεποίθηση ότι τα άτομα με αυτισμό δεν έχουν την αίσθηση του πόνου αποτελεί ένα μύθο, όπως και η άποψη ότι τα άτομα αυτά δεν έχουν συναισθήματα. Το πρόβλημα εστιάζεται στην αδυναμία των ατόμων με αυτισμό να εκφράσουν ή να διαχειριστούν με κατάλληλους τρόπους τον πόνο ή άλλα συναισθήματα και εμπειρίες που βιώνουν.


Παπαδοπούλου Ελένη- Ψυχολόγος