Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

Το αίσθημα της ενοχής

Είναι χρήσιμες οι ενοχές; Μήπως νιώθουμε περισσότερες ενοχές από όσες αντέχουμε;
 
Πολλές  φορές  βασανίζουμε  τη  σκέψη  μας  και  το  μυαλό  μας  γιατί  είπαμε  κάτι  που  δεν  έπρεπε  ή  γιατί  κάναμε  ή  αποφύγαμε  να  κάνουμε  μια  πράξη,  ή  γιατί  επιλέξαμε  να  εμπλακούμε  σε  μια  κατάσταση.  Μετανιώνουμε  για  αυτό  που  κάναμε,  αγχωνόμαστε  και  γεμίζουμε  το  μυαλό  μας  με  σκέψεις  και  ενοχές.  Ενοχές  μπορεί  να  νιώσουμε  και  όταν  πράττουμε  κάτι  που  είναι  αποτέλεσμα  σύγκρουσης  ανάμεσα  στους  ηθικούς  κανόνες  και  τις  επιθυμίες  μας.  Τι  θα  υπερισχύσει  και  πως  τελικά  βιώνουμε  αυτή  τη  σύγκρουση;  Νιώθουμε  πάντα  καλά  όταν  επιλέγουμε  αυτό  που  εμείς  επιθυμούμε  ή  κάποιες  φορές  οι  ενοχές  υπερισχύουν  της  ικανοποίησης  που  λαμβάνουμε;
Πρόκειται  για  συναισθήματα  που  μπορεί  να  νιώσει  ο  καθένας  σε  ορισμένες  φάσεις  της  ζωής  του.  Το  πρόβλημα  είναι  τι  γίνεται  όταν  διαρκώς  βάζουμε  τον  εαυτό  μας  σε  μια  κατάσταση  να  μετανιώνει  για  αυτά  που  έκανε  ή  δεν  έκανε  και  να  προσπαθεί  να  βρει  εναλλακτικές  λύσεις.  Όταν  νιώθουμε  συχνά  ενοχές  αυτό  που  σίγουρα  καταφέρνουμε  είναι  να  βάζουμε  τον  εαυτό  μας  σε  έντονη  δοκιμασία  και  να  κάνουμε  κακό  στην  ψυχική  μας  υγεία  και  ισορροπία.  Οι  ενοχές,  όπως  και  κάθε  συναίσθημα,  είναι  χρήσιμο  να  υπάρχει  αρκεί  να  μην  επικρατεί  στη  ζωή  μας.  Το  ερώτημα  είναι  χρησιμεύουν  σε  τίποτα  οι  ενοχές;
Όταν  νιώθουμε  ενοχές,  ουσιαστικά  νιώθουμε  ένα  βάρος  στη  συνείδησή  μας  για  κάτι  που  κάναμε,  είπαμε,  υποσχεθήκαμε,  αποφασίσαμε,  ενώ  κατά  βάθος  δεν  ήμασταν  σίγουροι  για  αυτό  ή  αναγκαστήκαμε  να  το  κάνουμε  ή  επιλέξαμε  να  μην  το  κάνουμε  γιατί  δεν  θέλαμε,  όμως  σκεφτόμαστε  πως  θα  το  εκλάβει  ο  άλλους.  Αυτό  μπορεί  να  συμβεί  σε  όλους,  πολλές  φορές  ακούσια,  άρα  δεν  είναι  ανάγκη  να  δίνουμε  πάντα  την  ίδια  προσοχή  και  βαρύτητα.  Είναι  πολλοί  οι  παράγοντες  που  επιδρούν  στη  συνείδηση  του  ανθρώπου,  άλλοι  σωστοί  και  δικαιολογημένοι  και  άλλοι  υπερβολικοί  και  απαράδεκτοι.
Μέχρι  ένα  βαθμό  οι  ενοχές  είναι  χρήσιμες  γιατί  μας  επιτρέπουν  να  αναρωτηθούμε  για  πράξεις,  λόγια  ή  σκέψεις  μας  λαμβάνοντας  ταυτόχρονα  υπόψη  και  το  πώς  νιώθει  ο  άλλος.  Η  ενοχή  μπορεί  να  μας  ενεργοποιήσει  ώστε  να  βελτιώσουμε  τον  εαυτό  μας  ή  τη  συμπεριφορά  μας  απέναντι  στους  άλλους.  Το  να  παραμένουμε  απλά  στις  ενοχές  και  τις  τύψεις,  χωρίς  να  παίρνουμε  την  απόφαση  για  δράση,  δεν  μας  βοηθάει  σε  κάτι.  Το  ζήτημα  είναι  να  αναγνωρίσουμε  τι  έχουμε  κάνει  και  να  προσπαθήσουμε  να  το  βελτιώσουμε,  αφήνοντας  στη  συνέχεια  και  τις  ενοχές.  Δεν  μας  βοηθάει  να  ζούμε  διαρκώς  με  ενοχές  για  διάφορα  πράγματα.  Οι  ενοχές  δεν  μας  αφήνουν  να  ηρεμήσουμε,  να  τα  βρούμε  με  τον  εαυτό  μας,  να  αποδεχτούμε  ότι  έχουμε  κάνει.
Όταν  έχουμε  διαρκώς  την  τάση  να  νιώθουμε  ενοχές  μπορεί  να  καταλήξουμε  να  βρισκόμαστε  σε  μια  διαρκή  αγωνία  και  ανησυχία.  Μήπως  νιώθουμε  υπερβολικά  υπεύθυνοι  για  τα  πάντα  και  συνεχώς  προσπαθούμε  να  κάνουμε  το  σωστό;  Αν  αναλώσουμε  τις  σκέψεις  και  τον  εαυτό  μας  μόνο  στις  ενοχές  που  βιώνουμε  τότε  μπορεί  να  γίνουμε  πολύ  παθητικοί  και  αδύναμοι  απέναντι  στις  καταστάσεις,  χωρίς  να  μπορούμε  να  πάρουμε  καμία  πρωτοβουλία.  Επίσης,  για  να  αποφύγουμε  το  αίσθημα  της  ενοχής  και  να  νιώθουμε  καλά  μ  τον  εαυτό  μας  μπορεί  εύκολα  να  ανταποκρινόμαστε  στις  προθέσεις  και  στα  θέλω  των  άλλων.  Πριν  αφήσουμε  όμως  τους  άλλους  να  ‘εκμεταλλευτούν’  τις  ενοχές  που  νιώθουμε  και  καταπατούν  διαρκώς  τα  όρια  μας,  ας  βρούμε  κι  ας  καθορίσουμε  αυτά  τα  όρια.  Δεν  φταίνε  οι  άλλοι  που  μας  ‘εκμεταλλεύονται’,  φταίμε  εμείς  που  τους  αφήνουμε…
Παπαδοπούλου  Ελένη-  Ψυχολόγος

Συγκρούσεις και διαμάχες γονέων- εφήβων

Γιατί υπάρχουν τόσο έντονες συγκρούσεις ανάμεσα σε γονείς και εφήβους;
 
Οι  συγκρούσεις  ανάμεσα  στον  έφηβο  και  τους  γονείς  μπορεί  να  προκαλέσουν  κρίση  στην  οικογένεια,  καθώς  μπορεί  να  φέρουν  στην  επιφάνεια  ξεχασμένες  ή  θαμμένες  καταστάσεις,  να  ξυπνήσουν  οικογενειακές  διαμάχες  και  να  οδηγήσουν  σε  συγκρούσεις  μέσα  στο  ζευγάρι.  Οι  γονείς  ως  πιο  έφηβοι  θα  πρέπει  να  αναλάβουν  τις  ευθύνες  τους  και  να  είναι  σταθεροί  και  σίγουροι,  δείχνοντας  δύναμη  και  σταθερότητα.  Αυτό  σημαίνει  ότι  οι  γονείς  θα  πρέπει  να  μην  προχωρήσουν  σε  ανώφελες  αντιδράσεις,  με  σκοπό  να  προσπαθήσουν  να  κυριαρχήσουν  απέναντι  τον  έφηβο.  Κατά  τη  διάρκεια  της  εφηβείας  των  παιδιών  δεν  βοηθά  μια  ανταγωνιστική  σχέση  ανάμεσα  σε  έφηβο  και  γονιό,  χωρίς  αυτό  να  σημαίνει  πως  οι  γονείς  δεν  συνεχίζουν  να  είναι  αυστηροί  όταν  χρειάζεται.  
 Πολλές  φορές  στην  εφηβεία  το  παιδί  δίνει  την  εντύπωση  ότι  αναζητά  με  κάθε  θυσία  τη  διαμάχη,  λες  και  μέσα  από  αυτές  θα  επικρατήσει  και  θα  αυτοεπιβεβαιωθεί.  Ο  έφηβος  έχει  την  ανάγκη  να  νιώσει  κάποια  εξουσία,  γιατί  έτσι  θα  μπορέσει  να  βρει  τον  εαυτό  του  και  να  ηρεμήσει  την  εσωτερική  αγωνία  που  νιώθει.  Η  αύξηση  των  συγκρούσεων  στην  εφηβεία  οφείλονται  στα  αυξημένα  επίπεδα  επιθετικότητας,  στην  τάση  του  εφήβου  για  άρνηση,  και  στα  νέα  συναισθήματα  που  βιώνουν.  Το  μίσος  είναι  ένα  συναίσθημα  που  τους  τρομάζει  κυρίως  όταν  κατευθύνεται  εναντίον  ανθρώπων  που  αγαπούν  πολύ,  όπως  είναι  οι  γονείς  τους.  Για  πρώτη  φορά  νιώθουν,  εκτός  από  αγάπη,  μίσος  και  αμφισβήτηση  για  τους  γονείς  τους.  Οι  έφηβοι  νιώθουν  ότι  θέλουν  να  αποχωριστούν  από  τους  γονείς  τους,  ενώ  ταυτόχρονα  νιώθουν  δυσκολία  να  το  κάνουν,  γιατί  βιώνουν  ανασφάλεια  και  άγχος  μακριά  τους.  Η  επιθετικότητα  του  εφήβου  προς  τους  γονείς  μπορεί  να  είναι  μια  προσπάθεια  για  αποστασιοποίηση  από  τους  γονείς.  
 Οι  εντάσεις  και  οι  ριψοκίνδυνες  συμπεριφορές  από  την  πλευρά  του  εφήβου  είναι  ένας  τρόπος  να  δοκιμάσει  τον  εαυτό  του  και  να  νιώσει  ότι  έχει  την  ελευθερία  ώστε  να  νιώσει  ξεχωριστό  άτομο.  Ο  ρόλος  του  γονιού  δεν  είναι  να  προφυλάσσει  τον  έφηβο  από  κάθε  κίνδυνο.  Ο  γονιός  θα  πρέπει  να  μάθει  στο  παιδί  να  αναγνωρίζει  και  να  εκτιμά  μόνο  του  τους  κινδύνους,  έτσι  να  προστατεύει  έτσι  τον  εαυτό  του.  Δεν  θα  πρέπει,  δηλαδή,  ο  γονιός  να  δρα  για  το  παιδί,  θα  πρέπει  να  δείχνει  στο  παιδί  τους  τρόπους  δράσεις  και  να  το  αφήνει  να  δοκιμάζει  τις  δυνάμεις  του,  τα  όρια  του.  Αν  βρεθεί  η  χρυσή  τομή  για  κάθε  σχέση  γονιού-  παιδιού  στο  μέλλον  θα  αποφευχθούν  πολλές  συγκρούσεις. 
 Η  απουσία  συγκρούσεων  και  διαμαχών  ανάμεσα  σε  γονείς  και  εφήβους  δεν  είναι  μια  ιδανική  κατάσταση,  καθώς  μπορεί  να  αφορά  την  αδυναμία  του  εφήβου  να  εξωτερικεύσει  τις  συγκρούσεις  και  τις  εντάσεις  που  νιώθει.  Ο  έφηβος  που  δεν  εκδηλώνει  το  θυμό,  το  μίσος  ή  την  ένταση  που  νιώθει  μπορεί  να  στραφεί  προς  τον  εαυτό  του  και  να  εκδηλώσει  διάφορες  αυτοκαταστροφικές  συμπεριφορές  ή  ψυχοσωματικά  συμπτώματα.  Επίθεση  στον  εαυτό  του  μπορεί  να  είναι  η  άρνηση  τροφής  ή  η  υπερκατανάλωση  τροφής,  η  κατανάλωση  αλκοόλ,  η  νυχτερινή  ενούρηση.  Τέτοιου  είδους  συμπεριφορές  και  συμπτώματα  μπορεί  να  αντικατοπτρίζουν  ένα  μπλοκάρισμα  του  εφήβου  που  δείχνει  να  μην  μπορεί  να  εκδηλώσει  τι  νιώθει  και  να  εκφράσει  τις  επιθυμίες  ή  τις  ανάγκες  του.

Παπαδοπούλου  Ελένη- Ψυχολόγος, MSc

Η παγίδα της εξάρτησης

Η εξάρτηση από τους άλλους:
Γιατί κάποια άτομα έχουν την τάση διαρκώς να κάνουν σχέσεις εξάρτησης; Πώς μπορούν να σταθούν στα πόδια τους και να σταματήσουν να νιώθουν ανεπαρκή;
Η  παγίδα  της  εξάρτησης

                          «Δεν  μπορώ  να  καταφέρω  τίποτα  μόνος  μου»

Μήπως  νιώθουμε  σαν  παιδί  κάθε  φορά  που  πρέπει  να  αντιμετωπίσουμε  τις  ευθύνες  της  καθημερινής  ζωής;  Μήπως  νιώθουμε  ότι  δεν  μπορούμε  μόνοι  μας  να  αντιμετωπίσουμε  τίποτα,  ούτε  καν  την  πραγματικότητα  που  μας  περιβάλλει;  Τι  μας  συμβαίνει;  Τι  φταίει;
Πόσο  δύσκολα  μπορούμε  να  σταθούμε  στα  πόδια  μας,  να  πάρουμε  αποφάσεις  για  τον  εαυτό  μας,  να  αναλάβουμε  τις  ευθύνες  για  τη  ζωή  μας;  Πάντα  υπάρχει  κάποιος  να  μας  καθοδηγεί  ή  πάντα  εμείς  είμαστε  αυτοί  που  ψάχνουμε  κάποιον  για  να  μας  καθοδηγεί;  Και  τελικά  ποιος  φταίει;  Ο  άλλος  που  κατευθύνει  τη  ζωή  μας  ή  εμείς  που  του  επιτρέπουμε  αυτό;
Η  ανικανότητα  που  νιώθει  το  άτομο  να  κάνει  οτιδήποτε  μόνο  του,  ένα  αίσθημα  έλλειψης  και  ανεπάρκειας  που  μπορεί  να  βιώνει  ενδέχεται  να  οφείλεται  στις  τάσεις  εξάρτησης  που  έχει.  Η  εξάρτηση  συνδέεται  τόσο  με  ένα  προσωπικό  αίσθημα  ανικανότητας  και  ανεπάρκειας  (Δεν  μπορώ  να  το  χειριστώ.  Δυσκολεύομαι  να  το  αντιμετωπίσω.  Θα  αποτύχω)  όσο  και  με  το  φόβο  της  εγκατάλειψης  (φόβος  ότι  θα  χάσω  τους  ανθρώπους  από  τους  οποίους  εξαρτώμαι  περισσότερο-  Τι  θα  κάνω  χωρίς  αυτόν;  Πως  θα  τα  καταφέρω  μόνος  μου;).  Όλες  αυτές  οι  σκέψεις  συνήθως  συνδέονται  με  ένα  αίσθημα  απόγνωσης  και  πανικού.  Το  άτομο  εστιάζει  περισσότερο  στις  σκέψεις  ότι  δεν  μπορεί  τίποτα  να  κάνει  μόνο  του  και  ότι  θα  πρέπει  να  έχει  κάποιον  να  τα  κάνει  για  το  ίδιο,  παρά  προχωρά  στη  δράση.  Και  όσο  δεν  δοκιμάζει  τόσο  περισσότερο  επιβεβαιώνει  τις  σκέψεις  του.  
Το  άτομο  ουσιαστικά  δεν  εμπιστεύεται  τον  εαυτό  του,  δεν  πιστεύει  πως  μπορεί  να  πάρει  σωστές  αποφάσεις  και  να  έχει  σωστή  κρίση.  Αναποφασιστικότητα  είναι  ένα  από  τα  βασικά  χαρακτηριστικά  των  ατόμων  που  έχουν  τάσεις  εξάρτησης  από  κάποιο  ή  κάποια  άτομα.  Συνήθως,  όταν  θέλουν  να  πάρουν  μία  απόφαση  ζητούν  συμβουλές  από  το  περιβάλλον,  αλλάζουν  γνώμη  πολλές  φορές  και  ζητούν  διαρκώς  από  τους  άλλους  να  τους  επιβεβαιώσουν  ότι  η  απόφασή  τους  είναι  η  καλύτερη  ή  η  πιο  σωστή.  Ακόμη,  μπορεί  να  θέλουν  να  πάρουν  μία  απόφαση  μετά  από  τις  υποδείξεις  ενός  συγκεκριμένου  ατόμου,  που  είναι  της  εμπιστοσύνης  τους.  Ένα  ακόμη  χαρακτηριστικό  της  εξάρτησης  είναι  η  έλλειψη  αλλαγών,  που  δεν  αρέσει  καθόλου  στο  εξαρτημένο  άνθρωπο,  ο  οποίος  προτιμά  τα  πράγματα  να  παραμένουν  πάντα  ίδια.    
Η  ανικανότητα  και  η  ανεπάρκεια  που  νιώθει  το  εξαρτημένο  άτομο  βρίσκεται  περισσότερο  στη  σφαίρα  του  φανταστικού  παρά  του  πραγματικού.  Ωστόσο,  ο  εξαρτημένος  άνθρωπος  που  ποτέ  στη  ζωή  του  δεν  κάνει  τίποτα  μόνος  του,  μπορεί  λόγω  της  συστηματικής  αποφυγής  των  υποχρεώσεων  του  να  γίνει  ανεπαρκής  σε  κάποια  πράγματα  μέσα  στην  καθημερινότητά  του.  Οι  αμφιβολίες  του  για  τις  ικανότητές  του  είναι  περισσότερο  πλασματικές  παρά  πραγματικές.  Ο  τρόπος  που  συνήθως  το  εξαρτημένο  άτομο  επιλέγει  για  να  αντιμετωπίσει  καταστάσεις  μόνο  του  είναι  η  αποφυγή.  Αποφεύγει  δραστηριότητες  που  θεωρεί  δύσκολες  και  πρέπει  να  τις  κάνει  μόνο  του,  ενώ  η  αποφυγή  είναι  συστηματική.  Με  την  αποφυγή  όμως  επιβεβαιώνει  ακόμη  περισσότερο  τις  σκέψεις  του  ότι  δεν  μπορεί  να  κάνει  τίποτα  μόνο  του.
Οι  εξαρτημένοι  άνθρωποι  είναι  πιο  επιρρεπείς  σε  καταστάσεις  κακομεταχείρισης,  καταπίεσης,  εκμετάλλευσης  ή  υποχώρησης  και  τελικά  νιώθουν  συναισθηματικά  στερημένοι,  ενώ  πρωτεύων  στόχος  είναι  η  διατήρηση  της  εξάρτησης.  Κάνουν  σχεδόν  τα  πάντα  για  να  κρατήσουν  τους  άλλους  κοντά  τους.  Αυτό  όμως  έχει  ως  αποτέλεσμα  να  έχουν  ένα  δευτερεύοντα  ρόλο  στη  ζωή  τους,  που  οι  ίδιοι  δέχτηκαν  να  πάρουν.  Αυτή  η  κατάσταση  όμως  τους  δημιουργεί  θυμό,  που  αφορά  τους  ίδιους  τους  ανθρώπους  που  βρίσκονται  στην  ‘υπηρεσία’  του  εξαρτημένου  ατόμου.  Ο  θυμός  αυτός  τις  περισσότερες  φορές  δεν  εκδηλώνεται  από  τους  εξαρτημένους  ανθρώπους  γιατί  φοβούνται  μήπως  χάσουν  τους  άλλους.  Και  η  κατάληξη  ποια  είναι;  Το  άτομο  τελικά  νιώθει  φυλακισμένο  στο  ίδιο  του  τον  εξαρτημένο  ρόλο.  
Η  εξάρτηση  που  μας  χαρακτηρίζει  μπορεί  να  οφείλεται  στη  συμπεριφορά  των  γονιών  μας.  Μήπως  ήταν  υπερπροστατευτικοί  ή  μήπως  ήταν  αδιάφοροι;  Οι  υπερπροστατευτικοί  γονείς  κάνουν  τα  παιδιά  τους  εξαρτημένα  από  τους  ίδιους,  ενώ  επιδοκιμάζουν  διαρκώς  την  εξαρτημένη  συμπεριφορά  τους,  ενώ  οι  γονείς  που  δεν  φροντίζουν  τα  παιδιά  και  αδιαφορούν  για  τις  ανάγκες  τους  με  αποτέλεσμα  τα  παιδιά  να  μαθαίνουν  να  ζουν  μόνα  τους,  δίνουν  την  εντύπωση  ότι  είναι  αυτόνομα,  αλλά  έχουν  έντονες  ανάγκες  εξάρτησης.  Γεννιόμαστε  απόλυα  εξαρτημένοι  από  τους  γονείς  μας,  αλλά  σταδιακά  κατακτούμε  την  ανεξαρτησία.  Τι  χρειάζεται;  Να  δημιουργήσουμε  μια  σταθερή  βάση  και  σταδιακά  να  απομακρυνθούμε  από  τη  βάση  αυτή  για  να  κατακτήσουμε  την  αυτονομία  μας.
Το  άτομο  για  να  σταματήσει  να  κάνει  σχέσεις  εξάρτησης  και  για  να  νιώσει  ελεύθερο  και  δυνατό  θα  πρέπει  να  αναγνωρίσει  την  εξάρτηση,  να  εντοπίσει  τα  αίτια  της  εξάρτησης  και  σταδιακά  να  προσπαθεί  να  δοκιμάσει  νέα  πράγματα,  να  αναλάβει  νέες  υποχρεώσεις  και  να  αρχίσει  να  δει  ότι  τα  καταφέρνει  και  ότι  μπορεί  να  αναλάβει  νέες  προκλήσεις  και  ευθύνες  κάθε  φορά  που  έχει  κατακτήσει  τον  στόχο  που  έχει  θέσει.

Παπαδοπούλου  Ελένη-  Ψυχολόγος, MSc

Βιβλιογραφία:

«Ανακαλύπτοντας ξανά τη ζωή σας» των Young, J.E. και Klosko, J.S. (2011)- Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη.