Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Μπαίνοντας στην εφηβεία...




Η είσοδος του παιδιού στην εφηβεία σηματοδοτείται με ορισμένες αλλαγές στο σώμα αλλά και στα συναισθήματα και την ψυχική υγεία του ατόμου. Στη συγκεκριμένη περίοδο της ανάπτυξης τα αγόρια εμφανίζουν μια αύξηση της σεξουαλικής τους επιθυμίας, που ικανοποιείται κυρίως μέσα από τον αυνανισμό που είναι μια ευκαιρία για διερεύνηση του σώματος, καθώς και αύξηση της τριχοφυΐας. Στα κορίτσια η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από αύξηση του μεγέθους του στήθους και εμφάνιση τριχοφυΐας. Οι αλλαγές στο σώμα του εφήβου ακολουθούνται και από ψυχικές αλλαγές. Ο έφηβος βρίσκεται σε μια διαρκή αναστάτωση με τα συναισθήματά του να αλλάζουν συνέχεια, ενώ βρίσκεται και σε μια αμφισβήτηση των πάντων γύρω του. Αμφισβητεί την οικογένειά του, τους γονείς τους, την κοινωνία, το σχολείο, τους καθηγητές, τους θεσμούς, ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό, την εμφάνισή του, το σώμα του, τις ικανότητές του. Μέσα από αυτή την αμφισβήτηση προσπαθεί να ανακαλύψει τον εαυτό του, να δομήσει την ταυτότητά του, να ολοκληρώσει την προσωπικότητά του.

Για να καταλάβουν οι γονείς πως νιώθει και πως βιώνει το παιδί την εφηβεία του και πόσο έντονα είναι κάποια συναισθήματα και βιώματα θα πρέπει να ανατρέξουν στις δικές τους αναμνήσεις. Να σκεφθούν πως ήταν ως έφηβοι, ποιες ήταν οι ανησυχίες τους, οι εξάρσεις τους, οι αντιδράσεις τους, τα συναισθήματά τους. Μέσα από την αναπόληση της εφηβείας τους οι γονείς θα μπορέσουν να ξαναβιώσουν τις συγκινήσεις και τους προβληματισμούς του παρελθόντος, όταν ήταν στην εφηβική ηλικία. 

Ο έφηβος μαζί με τις αλλαγές στο σώμα και τα συναισθήματα νιώθει όλη του τη ζωή να ανατρέπεται, τα σταθερά πράγματα και τις βεβαιότητες να αμφισβητούνται, ενώ αναζητά νέα πρότυπα, νέες αλήθειες και ένα διαφορετικό μέλλον. Ο έφηβος μπορεί να αμφισβητεί έντονα τα κύρια και σημαντικά σημεία αναφοράς του, που ήταν οι γονείς του και άλλοι ενήλικες στο περιβάλλον του, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως δεν τους έχει πλέον ανάγκη. Οι γονείς και οι άλλοι ενήλικες θα πρέπει να συνεχίσουν να είναι δίπλα του και να αποτελούν ένα σταθερό πλαίσιο ηρεμίας και καθησυχασμού μέσα στις εντάσεις που βιώνει ο έφηβος. Αυτή τη στιγμή οι συγκρούσεις και οι αντιπαραθέσεις δεν πρόκειται να οδηγήσουν κάπου. Ωστόσο, λιγότερο ή περισσότερο οι γονείς μπορούν να αφήσουν χώρο στον έφηβο να αναζητήσει και να δημιουργήσει τη δική του ταυτότητα και τη δική του προσωπικότητα, να μάθει μέσα από τις δικές του επιλογές, σωστές και λανθασμένες.

Παπαδοπούλου Ελένη
Ψυχολόγος

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Τι κάνουμε όταν οι άλλοι επεμβαίνουν στη ζωή μας;



Κατ’ αρχάς ας ξεκαθαρίσουμε με ποιους τρόπους οι άλλοι επεμβαίνουν στη ζωή μας.
Πολλές φορές οι άλλοι ζητούν εξυπηρετήσεις χωρίς να έχουν αυτό το δικαίωμα. Ή μήπως το δικαίωμα τους το δίνουμε εμείς; Συχνά ακούμε ανθρώπους ή κι εμείς οι ίδιοι παραπονιόμαστε ότι οι άλλοι μας κάνουν ότι θέλουν, ότι γίνονται ενοχλητικοί και μας αλλάζουν το πρόγραμμά μας. Σημαντικό ρόλο παίζει πόσο μας ενδιαφέρει κάποιος ή πόσο έχουμε τη δυνατότητα να τον αποφύγουμε. 

Επίσης, κάποιες φορές μπορεί να νιώθουμε ότι αναγκαζόμαστε να υποχωρήσουμε στις απαιτήσεις των άλλων με αποτέλεσμα να νιώθουμε καταπίεση. Είναι ενοχλητικό να νιώθουμε ότι οι άλλοι προσπαθούν να μπουν στον προσωπικό μας χώρο και να οργανώσουν τη ζωή μας με βάση τα δικά τους θέλω ή τις δικές τους ανάγκες, ενώ κάποιες φορές προσπαθούν να μας πείσουν πως αυτό γίνεται για το δικό μας συμφέρον. Η υποχώρηση μπορεί να μας κάνει να νιώσουμε στεναχώρια, να νιώσουμε ότι πνιγόμαστε. Οι περισσότεροι όταν πιεζόμαστε κάνουμε το λάθος να υποχωρούμε ακόμη περισσότερο από το χώρο μας και δίνουμε ακόμη μεγαλύτερα περιθώρια στους άλλους να παραβιάσουν τα προσωπικά μας όρια. 

Για να μην υποχωρούμε στις απαιτήσεις των άλλων θα πρέπει να μάθουμε να λέμε ‘όχι’, να εκφράζουμε και τις δικές μας ανάγκες χωρίς να έχουμε ενοχές. Το άτομο θα πρέπει να συνειδητοποιήσει πόσο σημαντικές είναι και οι δικές του ανάγκες και επιθυμίες, ενώ θα πρέπει και να σκεφτεί πόσο σημαντικός είναι ο άλλος για αυτόν. Όταν αρχίσουμε να λέμε ‘όχι’ κάποιοι μπορεί να δυσαρεστηθούν, όμως δεν γίνεται να δυσαρεστούμε διαρκώς τον εαυτό μας. Κάποιες φορές μπορεί να βιώσουμε και αμφιθυμικά συναισθήματα, όταν βρισκόμαστε ανάμεσα σε δύο καταστάσεις που είναι αντίθετες μεταξύ τους και που ξέρουμε αν κρατήσουμε το ένα θα χάσουμε το άλλο.

Το πρώτο βήμα είναι να καθορίσουμε τα δικά μας όρια, να ξέρουμε μέχρι που θα επιτρέψουμε τους άλλους να επέμβουν στη ζωή μας ή να μας ζητήσουν ότι θέλουν. Όταν ο άλλος είναι συνεργάσιμος μπορούμε μέσα από τη συζήτηση να τον κάνουμε να κατανοήσει ότι μας πιέζει, ενώ όταν ο άλλος δεν είναι συνεργάσιμος και γίνεται ιδιαίτερα καταπιεστικός μπορούμε να τον απομακρύνουμε όταν δεν είναι σημαντικός για εμάς ή απλά να προσπαθούμε να διατηρήσουμε τα δικά μας όρια.

Παπαδοπούλου Ελένη
Ψυχολόγος

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Εμπιστοσύνη στην παιδική και εφηβική ηλικία



Κάποιες φορές οι γονείς δικαιολογημένα δυσκολεύονται να εμπιστευτούν το παιδί τους. Σε κάποιες περιπτώσεις, όμως, η έλλειψη εμπιστοσύνης είναι αδικαιολόγητη. Σίγουρα, τα παιδιά θέλουν και απαιτούν όλο και περισσότερες ελευθερίες. Όση ελευθερία και εμπιστοσύνη κι αν δώσει ο γονιός τα παιδιά πάντα θα απαιτούν περισσότερη. Οι ισορροπίες είναι λεπτές και δύσκολες. Όλα εξαρτώνται από την ωριμότητα του παιδιού. Ο γονιός θα πρέπει να αναρωτηθεί και να προβληματιστεί μήπως υπερβάλλει με τους φόβους του.

Ο γονιός σταδιακά θα πρέπει να εκχωρεί ελευθερίες στο παιδί, ανάλογα με την ωριμότητα του παιδιού. Αν το παιδί δείχνει ωριμότητα και σύνεση, ο γονιός αφήνει σταδιακά μεγαλύτερο περιθώριο κινήσεων. Αν το παιδί κάνει κακή διαχείριση των νέων προνομίων του, ο γονιός πρέπει να ανακαλέσει τις ελευθερίες που του έδωσε. 

Δεν έχει νόημα να λέμε στο παιδί ότι έχουμε εμπιστοσύνη στο ίδιο αλλά όχι τους άλλους (φίλους, παρέες, άτομα που προσεγγίζουν το παιδί).

Το ερώτημα είναι πόσο εμπιστεύεστε τις δυνατότητές του να αντιδράσει σωστά;

Η εμπιστοσύνη θα πρέπει να αναλογεί στην ηλικία του παιδιού. Ο γονιός δηλαδή δεν θα πρέπει να έχει υπερβολικές απαιτήσεις από το παιδί. Είναι σημαντικό ο γονιός θα βεβαιωθεί ότι δεν του στερεί βασικές ελευθερίες για την ηλικία του. Οι μεγάλοι περιορισμοί δεν αφήνουν στο παιδί το περιθώριο να αναπτύξει την προσωπικότητα και να κάνει λάθη. 

Σεβόμαστε το δικαίωμα του παιδιού να κάνει σφάλματα και να μαθαίνει μέσα από αυτά.

Παπαδοπούλου Ελένη
Ψυχολόγος

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Η κατάθλιψη στην τρίτη ηλικία


Κάποια άτομα στην τρίτη ηλικία γίνονται πιο εσωστρεφή με την πάροδο της ηλικίας, ενώ κάποια άτομα αποσύρονται από τις κοινωνικές τους δραστηριότητες και επιλέγουν την παραμονή τους στο σπίτι. Τα άτομα που αποσύρονται στο σπίτι και φοβούνται ή διστάζουν να βγουν μπορεί να εμφανίσουν κατάθλιψη. Η πιθανότητα εμφάνισης κατάθλιψης ενισχύεται από διάφορα συμβάντα της ζωής του ηλικιωμένου.

Η κατάθλιψη στα άτομα κατά την τρίτη ηλικία μπορεί να συνοδεύεται από:
Δυσκολίες στη μνήμη και την αφηρημένη σκέψη, συναισθηματικές αντιδράσεις και διαστρεβλωμένες αντιλήψεις για τον κόσμο.
Βασικό χαρακτηριστικό είναι η εμφάνιση συναισθηματικών διαταραχών, όπου το άτομο συχνά ξεσπάει σε κλάματα, τα βλέπει όλα μαύρα και αδυνατεί να αισθανθεί χαρά και ικανοποίηση. Το άτομο δεν έχει κίνητρα και οδηγείται στην απραξία, την αδιαφορία και την απάθεια.

Αίτια: απώλειες αγαπημένων προσώπων, συνταξιοδότηση, περιθωριοποίηση, απομόνωση και μοναξιά, έλλειψη στόχων και σκοπού στη ζωή, έλλειψη ενδιαφερόντων
Συμπτώματα: απώλεια ενδιαφέροντος, απραξία, έλλειψη βούλησης και θέλησης, σκέψεις ενοχής, αίσθηση ότι είναι ένα μηδέν, ψυχοκινητικές διαταραχές, μείωση της όρεξης, διαταραχές ύπνου
Συνέπειες: μείωση των γνωστικών λειτουργιών (μνήμης, σκέψης)

Τι πρέπει να κάνουμε στην τρίτη ηλικία για να αποφύγουμε την κατάθλιψη:
Θετικές σκέψεις και συναισθήματα
Επικέντρωση σε πράγματα και πρόσωπα από τα οποία αντλούμε ικανοποίηση
Καλή ποιότητα ζωής και καλές οικογενειακές σχέσεις
Σωματική άσκηση, επαρκείς οικονομικές συνθήκες, έλλειψη καταχρήσεων
Ικανοποιητικός γάμος και η ικανοποίηση που νιώθουμε για όσα έχουμε βιώσει
Αποφυγή μοναξιάς και απομόνωσης
Πρέπει να βρίσκουμε τρόπους να αισθανόμαστε χρήσιμοι στην οικογένεια και το περιβάλλον
Ενασχόληση με τα εγγόνια και την οικογένεια
Δημιουργικές δραστηριότητες

Παπαδοπούλου Ελένη
Ψυχολόγος

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

Διατροφικές διαταραχές, συντροφικές σχέσεις και προσωπικότητα



Οι διατροφικές διαταραχές περιλαμβάνουν ένα σύνολο συμπτωμάτων και αποτελούν μια ιδιαίτερα σοβαρή ασθένεια που προσβάλλει τα τελευταία χρόνια όλο και μεγαλύτερο ποσοστό ατόμων και κυρίως νεαρών γυναικών. Πρόκειται για ένα ζήτημα στο οποίο εμπλέκονται ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες, ενώ οι δύο βασικές κατηγορίες διαταραχών είναι η ψυχογενής ανορεξία και η ψυχογενής βουλιμία. Οι επιπτώσεις των συγκεκριμένων διαταραχών είναι εμφανείς στη σωματική και ψυχική υγεία του ατόμου, ενώ το ίδιο δυσκολεύεται να παραδεχτεί ή να κατανοήσει ότι νοσεί. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της ζωής του ατόμου βρίσκεται η ολοκληρωτική ενασχόληση με την τροφή και τους τρόπους που θα την αποβάλλει, ώστε να εξασφαλίσει χαμηλό βάρος. 

Η ψυχογενής ανορεξία χαρακτηρίζεται από βαριά διαταραχή της εικόνας που έχει το άτομο για το σώμα του και από αδιάκοπη αναζήτηση της ισχνότητας. Η ψυχογενής βουλιμία χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενα επεισόδια πρόσληψης μεγάλων ποσοτήτων τροφής, τα οποία συνοδεύονται από την αίσθηση της έλλειψης ελέγχου. Τα επεισόδια συνοδεύονται από σωματική δυσφορία, αισθήματα ενοχής και αυτοαποστροφής και συμπτώματα κατάθλιψης.

Το φαινόμενο των διατροφικών διαταραχών είναι πολυδιάστατο και επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες. Κυρίαρχο ρόλο παίζουν οι ψυχολογικοί παράγοντες μεταξύ των οποίων είναι και η προσωπικότητα του ατόμου και τα χαρακτηριστικά της. Συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας που σχετίζονται με ψυχαναγκαστικές συμπεριφορές, όπως είναι η ακαμψία ως προς τις απόψεις τους, η έντονη ενασχόληση με κανόνες και αρχές, η έντονη τάση για τάξη των πραγμάτων και η υπερβολική ευσυνειδησία φαίνεται πως αποτελούν κοινά χαρακτηριστικά των ατόμων με διατροφικές διαταραχές.

Ακόμη, φαίνεται πως τα άτομα με διατροφικές διαταραχές εμφανίζουν την τάση για αναζήτηση της τελειότητας, ψυχαναγκαστική συμπεριφορά, νευρωτισμό, αρνητικά συναισθήματα και αποφυγή.
Δύο είναι οι βασικές διαταραχές προσωπικότητας που συνδέονται με τις διατροφικές διαταραχές. Πρόκειται για τη διαταραχή της οριακής προσωπικότητας, όπου τα άτομα εμφανίζουν κυρίως χαρακτηριστικά εξάρτησης και μελοδραματισμού και για τη διαταραχή της εξαρτητικής προσωπικότητας, όπου το άτομο χαρακτηρίζεται από διαπροσωπική εξάρτηση, ενώ εμφανίζει υποταγή, προσκόλληση και άγχος αποχωρισμού.

Τα άτομα με διατροφικές διαταραχές φαίνεται πως κάνουν κυρίως ανασφαλή τύπου δεσμούς, που σχετίζονται σε ένα σύνολο αρνητικών συνεπειών, όπως χαμηλή αυτοεκτίμηση, χαμηλή ακαδημαϊκή επιτυχία και εμφάνιση ψυχοπαθολογίας. Οι γυναίκες με ψυχογενή βουλιμία εμφανίζουν δυσκολίες στην εγγύτητα με τον σύντροφο, ενώ παρουσιάζουν και χαμηλά επίπεδα ικανοποίησης στις σχέσεις. Ακόμη, εκφράζουν ένα φόβο για την οικειότητα και αναφέρουν ότι εκδηλώνουν αποφυγή στις διαπροσωπικές τους σχέσεις με τους άνδρες και φτωχή σεξουαλική λειτουργικότητα.

Τα άτομα με διατροφικές διαταραχές εμφανίζουν επίσης αυξημένα επίπεδα άγχους, μειωμένη αίσθηση της αυτοαποτελεσματικότητας και της αυτοαξίας, καθώς και ισχυρές πεποιθήσεις σχετικά με την κοινωνική απόρριψη. Επιπλέον, εμφανίζουν συχνά έκφραση θυμού προς τους άλλους και προς τον εαυτό σχετικά με τον αποχωρισμό και μια αμυντική στάση άρνησης να αντιμετωπίσουν τον εσωτερικό πόνο που τους προκαλεί ο αποχωρισμός που βιώνουν. 

Στις σχέσεις τους φαίνεται πως τείνουν περισσότερο στη σύναψη σχέσεων που χαρακτηρίζονται από ανασφάλεια, με κύριο χαρακτηριστικό την εμμονή. Η ανασφάλεια που έχουν στους δεσμούς οδηγεί σε μια έλλειψη ικανοποίησης από την εικόνα του σώματος, η οποία με τη σειρά της οδηγεί στην εμφάνιση διατροφικών διαταραχών. Τα άτομα με έμμονο τύπο δεσμού έχουν μια έντονη ανάγκη για εξωτερική αποδοχή, την οποία προσπαθούν να κερδίσουν με τις αλλαγές στην εξωτερική τους εμφάνιση. Τα άτομα με δεσμό τύπου αποφυγής τείνουν να προστατεύουν τον εαυτό τους, κρατώντας αποστάσεις από τους άλλους, έτσι υιοθετούν συμπεριφορές που θα τα κάνουν λιγότερα ευαίσθητα απέναντι στις κοινωνικές προσδοκίες. Τα τελευταία είναι λιγότερο πιθανό να επικεντρώνονται στη σωματική εμφάνιση όσον αφορά την ανάπτυξη και διατήρηση σχέσεων καθώς προσπαθούν να μην τα αγγίζουν οι κοινωνικές προσδοκίες και πολιτισμικές απόψεις σχετικά με την ομορφιά και το σώμα.

Τα υψηλότερα επίπεδα νευρωτισμού, όπως αρνητικά συναισθήματα, άγχος και συναισθηματική αστάθεια, σχετίζονται με όλους τους τύπους διατροφικών διαταραχών καθώς και με τους δεσμούς ανασφαλή τύπου. Τα άτομα με διατροφικές διαταραχές και ανασφαλείς δεσμούς εμφανίζουν περισσότερο άγχος και δυσφορία και χαμηλότερα επίπεδα εξωστρέφειας.  

Παπαδοπούλου Ελένη
Ψυχολόγος