Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Η αυτοεκτίμηση στα παιδιά με ειδικές ανάγκες


Τα παιδιά με ειδικές ανάγκες έχουν συνήθως χαμηλότερη αυτοεκτίμηση. πως μπορούμε να τα βοηθήσουμε;

Στο σχολείο
Την ανάγκη ανάπτυξης της αυτοεκτίμησης, την έχουν όλοι οι μαθητές, περισσότερο όμως εκείνοι που παρουσιάζουν αδυναμίες που συνδέονται με προσωπικά χαρακτηριστικά και καταστάσεις (αναπηρίες κλπ), ή με το οικογενειακό τους περιβάλλον (απώλεια κλπ). Το σχολείο και οι εκπαιδευτικοί που εργάζονται σε αυτό, πρέπει να συζητήσουν τη συμβολή τους στην ολόπλευρη ανάπτυξη των μαθητών. Να διδάξουν στους μαθητές τις έννοιες της αυτοαξιολόγησης και της αυτεπίγνωσης για να αναγνωρίζουν τα ισχυρά και τα αδύνατα σημεία τους και για να βλέπουν τον εαυτό τους μέσα από ένα θετικό και ρεαλιστικό πρίσμα, αποφεύγοντα την παγίδα της υπεροψίας ή την ταπεινωτική κατάσταση της αυτολύπησης, που αποτελούν τα δύο άκρα.

Στην  εφηβεία
Στην  εφηβεία  σημαντικό ρόλο παίζουν οι φίλοι, η γνώμη των οποίων μετράει. Αλλά σημαντικό ρόλο παίζει και ο τρόπος που βλέπουν τους εφήβους οι γονείς και οι καθηγητές τους και γενικότερα άτομα που έχουν σημαντική αξία για αυτούς. Οι άλλοι, οι σημαντικοί άλλοι, αποτελούν τον καθρέφτη μέσα στον οποίοι οι έφηβοι βλέπουν τον εαυτό τους. Η εκτίμηση των σημαντικών προσώπων συμβάλλει στη διαμόρφωση της αυτοεκτίμησης κατά τη διάρκεια της εφηβείας.
Η αυτοεκτίμηση εκφράζει την αρμονία ή τη δυσαρμονία που υπάρχει ανάμεσα στην εικόνα που έχει κανείς για τον εαυτό του και την ιδανική, επιθυμητή εικόνα. Η αυτοεκτίμηση των εφήβων είναι αρκετά εύθραυστη και ευάλωτη. Οι έφηβοι συχνά δεν νιώθουν σίγουροι για τον εαυτό τους, τις ικανότητές τους και την προσωπική τους αξία.

Η αναπηρία
Όσον αφορά τους μαθητές με ειδικές ανάγκες και τους μαθητές που έχουν μέλος της οικογένειας με ειδικές ανάγκες η αρνητική αυτοαντίληψή τους και η αδυναμία προβολής μιας θετικής εικόνας του εαυτού λειτουργούν ακυρωτικά για την αυτοεκτίμηση.
Οι έφηβοι που παρουσιάζουν κάποιας μορφής ‘αναπηρία’ –με την ευρύτερη έννοια του όρου- μπορεί στην πορεία για την κατάκτηση της αυτοεκτίμησης να συναντήσουν κάποιες πρόσθετες δυσκολίες. Ο βασικός λόγος είναι η ματαίωση του αισθήματος της παντοδυναμίας, αφού συνήθως ο έφηβος νιώθει τόσο δυνατός, ώστε θεωρεί τον εαυτό του ικανό να πετύχει τα πάντα, ακόμη και το ακατόρθωτο.
Επίσης στην ψυχή του εφήβου με αναπηρία διαλύεται η πεποίθηση της νεανικής τρωτότητας. Είναι μια αλλαγή που συντελείται βουβά και σιωπηλά, ωστόσο ιδιαίτερα ύπουλα και σταδιακά. Όταν ο έφηβος βλέπει ότι είναι διαφορετικός από τους άλλους αυτό επηρεάζει τον τρόπο που ο ίδιος βλέπει τον εαυτό του αλλά και τον τρόπο που θεωρεί ότι τον βλέπουν οι άλλοι. Το παιδί με κάποια αναπηρία επικεντρώνει την προσοχή του στο χαρακτηριστικό που το διαφοροποιεί από τα άλλα παιδιά. Το αίσθημα της διαφορετικότητας στην εφηβείας δεν είναι εύκολα αποδεκτό, καθώς η αυτοεκτίμηση στη φάση αυτή είναι ιδιαίτερα εύθραυστη και εξαρτάται πολύ από την γνώμη των άλλων, επηρεάζεται δηλαδή από εξωγενείς παράγοντες.

Η στάση απέναντι στο μέλλον, αλλά και απέναντι στην οποιαδήποτε ιδιαιτερότητα ή  μειονεξία καθορίζει σε τελική ανάλυση και το πώς βλέπει κανείς τον εαυτό του και πόσο πιστεύει στην ικανότητά του να τα καταφέρει. Η σημασία της ενίσχυσης της αυτοεκτίμησης στους εφήβους με κάποια αναπηρία γίνεται πιο εμφανής, εάν αναλογισθεί κανείς την αδιαμφισβήτητη σχέση που υπάρχει μεταξύ της χαμηλής αυτοεκτίμησης και της εκδήλωσης κατάθλιψης, ακόμη και αρκετά αργότερα, δηλαδή στην ενήλικη ζωή. Για το λόγο αυτό η υποστήριξη των εφήβων που δυσκολεύονται να αποδεχθούν και να ενσωματώσουν στην εικόνα εαυτού την οποιαδήποτε ιδιαιτερότητά τους είναι σημαντική.


Στο σχολείο ή στη γειτονιά τα παιδιά θα πρέπει να παροτρύνονται και να ενθαρρύνονται να παίζουν και με παιδιά χωρίς ειδικές ανάγκες/ αναπηρία, έτσι ώστε να μην νιώθουν περιθωριοποιημένα και ανίκανα να αναπτύξουν σχέσεις με άλλα παιδιά. Αν δεν αφήνουμε το παιδί να παίξει με άλλα παιδιά που είναι ‘φυσιολογικά’ για να μην πληγωθεί ή να μην μπαίνει στη διαδικασία συγκρίσεων με αυτά δεν θα το βοηθήσουμε με αυτό τον τρόπο ούτε θα το προστατέψουμε.

Το παιδί θα πρέπει:
Να το εμπιστευόμαστε, σε όσα μπορεί να καταφέρει.
Να το ενθαρρύνουμε να εντάσσεται σε κοινωνικές ομάδες συνομηλίκων.
Να το βοηθήσουμε να αναπτύξει κοινωνικές δεξιότητες και δεξιότητες επικοινωνίας.
Να αλληλεπιδρά σε ικανοποιητικό βαθμό με άλλα άτομα σε διάφορους τομείς της ζωής του. Να αναπτύξει κοινωνικές δεξιότητες που θα του επιτρέψουν να έχει μεγαλύτερη αποδοχή από τους άλλους. Να κοινωνικοποιηθεί. Να τονίζουμε τα θετικά στοιχεία και χαρακτηριστικά του παιδιού.
Τα άτομα που δεν έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους εξαρτώνται υπερβολικά από την αποδοχή και την έγκριση των άλλων για να νιώσουν καλά με τον εαυτό τους. Γενικά, δεν αναλαμβάνουν κινδύνους γιατί φοβούνται την αποτυχία, αλλά και δεν προσδοκούν ότι θα κάνουν κάτι επιτυχώς.
Η αυτοπεποίθηση είναι κάτι που το μαθαίνουμε ή που μας το μαθαίνουν οι άλλοι, οι οποίοι αν και θεωρούν ότι μας προστατεύουν, στην πραγματικότητα μας κληροδοτούν τις δικές τους αμφιβολίες και ανησυχίες. Αν και θέλουν δυνατούς, ικανούς και με αυτοπεποίθηση ανθρώπους, διδάσκουν μερικές φορές διαδικασίες και τρόπους σκέψεις και συμπεριφοράς που οδηγούν στο αντίθετο. Μέσα σ ένα ελεύθερο και δημιουργικό περιβάλλον, το παιδί μαθαίνει να εκτιμά αντικειμενικά την προσωπική του επίδοση και πρόοδο, γίνεται ευαίσθητο απέναντι στους ερεθισμούς του περιβάλλοντος και στα διάφορα προσωπικά, κοινωνικά και σχολικά προβλήματα, ευαίσθητα απέναντι, τόσο στο καθημερινό, όσο και απέναντι στο άγνωστο, στο αναπάντεχο.

Παπαδοπούλου Ελένη- Ψυχολόγος

Δραπετεύοντας από τον εαυτό μας...

Άραγε υπάρχουν τρόποι για να ξεφύγουμε από τον εαυτό μας; Και όταν νιώθουμε αυτή την ανάγκη, ποιοι είναι οι λόγοι που οδηγούμαστε σε αυτή τη σκέψη; 

Μάλλον πιο σημαντικό είναι να απαντήσουμε στον εαυτό μας γιατί θέλουμε να ξεφύγουμε από αυτόν ή καλύτερα τι είναι αυτό από το οποίο θέλουμε να δραπετεύσουμε.

Πολλές φορές πιστεύουμε ότι κάνοντας μια αλλαγή στη ζωή μας μπορούμε να αφήσουμε πίσω μας και όλα όσα μας ενοχλούν στον εαυτό μας. Δεν πρόκειται να αφήσουμε τον εαυτό μας πίσω, με μια αλλαγή σπιτιού, με αλλαγή παρέας ή φίλων ή με αλλαγή δουλειάς. Όλα όσα μας ενοχλούν στον εαυτό μας μπορούμε με πολλή προσπάθεια και δουλειά να τα αλλάξουμε.

Όταν όμως νιώθουμε έντονα την ανάγκη να δραπετεύσουμε από τον εαυτό μας, ας σκεφτούμε ότι ουσιαστικά θέλουμε να δραπετεύσουμε από εμάς τους ίδιους, από τα συναισθήματα, από τις σκέψεις μας, που μας καθορίζουν και είναι κάτι δικό μας, είμαστε εμείς οι ίδιοι. Αν νιώθουμε μοναξιά και απογοήτευση όσο μακριά και να πάμε, και να θεωρούμε ότι έτσι θα αφήσουμε πίσω τα προβλήματα αυτά μας ακολουθούν, γιατί είναι μέρος του εαυτού μας. Εξάλλου, το ίδιο συμβαίνει και με το παρελθόν και τις αναμνήσεις, δεν μπορούμε να το διαγράψουμε γιατί είναι μέρος του εαυτού μας.
Μπορεί αλλάζοντας τις συνθήκες της ζωής μας για λίγο να νιώσουμε καλύτερα, όμως δεν πρόκειται ποτέ να απαλλαγούμε από τον εαυτό μας. Μπορούμε όμως να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε όσα μας ενοχλούν, να απαλλαγούμε από τα φαντάσματα του παρελθόντος που μας καταδιώκουν. Και για να το κάνουμε αυτό θα πρέπει να αλλάξουμε συμπεριφορές, στάσεις, συναισθήματα… δεν είναι μια εύκολη διαδικασία. Χρειάζεται κόπο, προσπάθεια, αποφασιστικότητα, επιμονή και υπομονή.

Αν δεν αλλάξουμε το πώς εμείς νιώθουμε με τον εαυτό μας, δεν πρόκειται να μας βοηθήσει καμία αλλαγή γύρω μας να νιώσουμε καλύτερα. Αντί να προσπαθήσουμε να δραπετεύσουμε από τον εαυτό μας, από τα προβλήματα, τις σκέψεις, τους φόβους και τους περιορισμούς μας, ας προσπαθήσουμε να τα βρούμε με τον εαυτό μας, να ξεκαθαρίσουμε όλα αυτά που νιώθουμε, όλα αυτά που βιώνουμε.
Οι αλλαγές πρέπει πάντα να ξεκινάνε μέσα από τον εαυτό μας και όχι έξω από εμάς, γιατί ότι και να γίνει στο περιβάλλον μας μπορεί να μας κάνει ευτυχισμένους για λίγο μόνο. Είναι προτιμότερο να αλλάξουμε όλα αυτά που μας ενοχλούν στον εαυτό μας παρά να προσπαθούμε να βρούμε τρόπους να δραπετεύσουμε από τον εαυτό μας. Πως γίνεται να δραπετεύσουμε από εμάς τους ίδιους; Και για πόσο μπορούμε να δραπετεύσουμε από εμάς;

Αντί λοιπόν να ψάχνουμε τρόπους να θάψουμε ότι μας ενοχλεί ας βρούμε τρόπους να το ξεκαθαρίσουμε, να το λύσουμε, να το αλλάξουμε. Αντί να αποφεύγουμε να σκεφτούμε ότι μας πληγώνει ας έρθουμε αντιμέτωποι πρόσωπο με πρόσωπο με αυτό.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν στιγμές που έχουμε ανάγκη να δραπετεύσουμε για λίγο από την πραγματικότητα που μας περιβάλλει, από τα προβλήματα και τις έγνοιες που κουβαλάμε. Είναι κι αυτός ένας τρόπος να δραπετεύσουμε από τον εαυτό μας, από ότι συνιστά την πραγματικότητά μας. Όλοι οι άνθρωποι έχουν την ανάγκη για μια φυγή από την πραγματικότητα. Το θέμα είναι πόσο ‘υγιείς’ τρόπους φυγής επιλέγουμε και πόσο συχνά νιώθουμε αυτή την ανάγκη. Δεν υπάρχουν σωστοί και λάθος τρόποι φυγής, ωστόσο υπάρχουν κάποιοι που είναι βλαπτικοί για τον εαυτό μας, όπως είναι οι ουσίες και το αλκοόλ. Ωστόσο, όλοι μπορούμε να αφεθούμε κάποιες στιγμές στα μονοπάτια της φαντασίας μας για να μας ταξιδέψουν και έτσι να δραπετεύσουμε για λίγο από τον ίδιο μας τον εαυτό.

Παπαδοπούλου Ελένη- Ψυχολόγος, MSc

Η αυτοκτονία

Η αυτοκτονία από την πλευρά της ψυχολογίας
Τι νιώθει ένα άτομο που φτάνει στην αυτοκτονία; Κρύβεται μια ψυχοπαθολογία ή ο καθένας μας είναι ένας εν δυνάμει αυτόχειρας;
 
Η  αυτοκτονία  αφορά  την  απόφαση  του  ατόμου  να  θέλει  να  βάλει  τέλος  στη  ζωή  του.  Σαν  πράξη  η  αυτοκτονία  εκφράζει  συναισθήματα  απόγνωσης,  απελπισίας,  αναξιότητας,  ενοχής  και  εσωτερικής  ανησυχίας  του  ατόμου.  Τα  άτομα  που  εμφανίζουν  περισσότερες  πιθανότητες  να  αυτοκτονήσουν  συνήθως  πριν  την  αυτοκτονία  ή  την  απόπειρα  αυτοκτονίας  εμφανίζουν  κάποιες  χαρακτηριστικά,  όπως  υψηλά  επίπεδα  παρορμητικότητας,  ευερεθιστότητα,  εχθρότητα,  τάσεις  επιθετικότητας  ή  ιστορικό  χρήσης  αλκοόλ  ή  ναρκωτικών  ουσιών.  Πολλές  φορές  πίσω  από  την  αυτοκτονία  μπορεί  να  κρύβεται  η  ύπαρξη  ψυχοπαθολογίας,  που  αφορά  διαταραχές  διάθεσης,  όπως  η  κατάθλιψη. 
Ωστόσο,  μόνο  τα  μισά  σχεδόν  από  τα  άτομα  που  κάνουν  απόπειρα  αυτοκτονίας  έχουν  ένα  διαγνωσμένο  πρόβλημα  ψυχικής  υγείας.  Τα  άτομα  με  βαριά  κατάθλιψη  δεν  αυτοκτονούν  εύκολα,  καθώς  έχουν  δυσκολία  στο  να  πάρουν  την  απόφαση  και  δεν  έχουν  τη  βούληση  να  πραγματοποιήσουν  αυτό  που  σκέφτονται.  Είναι  πιο  πιθανό  να  αυτοκτονήσει  ένα  άτομο  με  κατάθλιψη  όταν  φαινομενικά  αρχίζει  να  γίνεται  καλύτερα,  γιατί  έχει  πλέον  αυξημένα  επίπεδα  κινητοποίησης  και  παρορμητικότητας  χωρίς  όμως  να  έχει  σταματήσει  να  νιώθει  απελπισία.  Η  απελπισία  είναι  ο  βασικός  λόγος  που  κάποιος  οδηγείται  στην  αυτοκτονία.  Το  άτομο  δεν  μπορεί  να  δει  καμία  διέξοδο  μπροστά  του  και  θεωρεί  ότι  η  μόνη  λύση  είναι  ο  θάνατος.  Βλέπει  τον  θάνατο  ως  λύτρωση,  παραιτείται  από  τη  ζωή  και  σταματά  κάθε  προσπάθεια  να  προχωρήσει  ή  να  ξεπεράσει  το  πρόβλημα. 
Το  άτομο  που  έχει  τάσεις  αυτοκτονίας  μπορεί  να  βιώνει  ποικίλα  συναισθήματα,  όπως  θλίψη,  ενοχή  και  θυμό.  Ο  θυμός  προς  τον  ίδιο  τον  εαυτό  του  είναι  έντονος,  με  αποτέλεσμα  να  θέλει  ακόμη  και  την  καταστροφή  του  εαυτού  του.  Η  αυτοκτονία  μπορεί  να  είναι  ένας  τρόπος  τιμωρίας  του  εαυτού  του  για  όσα  δεν  έχει  καταφέρει.  Οι  σκέψεις  του  ατόμου  μπορεί  να  επικεντρώνονται  στην  εκδίκηση.  Οι  σκέψεις  και  τα  συναισθήματα  που  συνδέονται  με  την  αυτοκτονία  εμφανίζονται  ταυτόχρονα  με  υψηλά  επίπεδα  σωματικής  διέγερσης  και  αναστάτωσης.  Οι  συνθήκες  του  περιβάλλοντος  και  της  οικογένειας  μπορεί  να  είναι  ενισχυτικοί  στην  απόφαση  του  ατόμου.  Παράγοντες  που  λειτουργούν  ενισχυτικά  στην  απόπειρα  της  αυτοκτονίας  είναι  το  στρες,  η  συναισθηματική  σύγχυση,  η  ανεπάρκεια  στις  δεξιότητες  επίλυσης  προβλημάτων  και  η  ενεργοποίηση  και  κυριαρχία  των  αρνητικών  σχημάτων.
Το  άτομο  που  έχει  τάσεις  αυτοκτονίας  μπορεί  να  εμφανίζει  μειωμένη  ικανότητα  να  επιλύει  προβλήματα  που  αντιμετωπίζει  με  αποτελεσματικό  τρόπο,  ενώ  μπορεί  να  χαρακτηρίζεται  από  υψηλά  επίπεδα  παρορμητικότητας.  Η  αυτοκτονία  ενδέχεται  να  είναι  αποτέλεσμα  ενός  καλά  μελετημένου  σχεδίου  ή  μπορεί  να  είναι  απόφαση  της  στιγμής.  Αυτό  εξαρτάται  από  το  χαρακτήρα  του  κάθε  ατόμου. Ωστόσο, πριν φτάσουμε παρορμητικά ή μετά από πολύ σκέψη στην επιλογή της αυτοκτονίας ας σκεφτούμε ότι υπάρχουν πολλές εναλλακτικές λύσεις, αρκεί να δώσουμε στον εαυτό μας το χρόνο να τις βρει. Η αυτοκτονία δεν λύνει τα προβλήματα στη ζωή μας, καθώς μετά την αυτοκτονία δεν υπάρχει πλέον ζωή. 

Παπαδοπούλου  Ελένη-  Ψυχολόγος, MSc

Αρνητικές σκέψεις

Αρνητικές σκέψεις
Γιατί κάνουμε αρνητικές σκέψεις και πώς μπορούμε να τις σταματήσουμε;


Οι  σκέψεις  συνδέονται  με  τα  συναισθήματα  και  τη  συμπεριφορά  μας.  Επομένως,  όταν  κάνουμε  αρνητικές  σκέψεις  οδηγούμε  τον  εαυτό  μας  στο  να  βιώσει  αρνητικά  συναισθήματα  (άγχος,  αγωνία,  ένταση,  κ.α.),  ενώ  αυτό  έχει  αντίκτυπο  και  στη  συμπεριφορά  μας  (αϋπνίες,  ταχυκαρδία,  πίεση,  κ.α.).  Το  άτομο  μεγαλώνοντας  μπαίνει  περισσότερο  στη  διαδικασία  να  κάνει  διάφορες  αρνητικές  σκέψεις,  με  αποτέλεσμα  το  βράδυ  να  μην  μπορεί  να  κοιμηθεί,  ενώ  κατά  τη  διάρκεια  της  ημέρας  να  έχει  ιδιαίτερα  κακή  διάθεση.  Όσο  πιο  πολλές  αρνητικές  σκέψεις  κάνουμε  τόσο  πιο  πολύ  χαλάει  η  διάθεσή  μας  και  τόσο  πιο  πολλές  νέες  αρνητικές  σκέψεις  δημιουργούνται.
 Το  ερώτημα  είναι  τι  μπορούμε  να  κάνουμε  με  αυτές  τις  σκέψεις.  Μπορούμε  να  τις  ξεπεράσουμε;  Μπορούμε  να  τις  σταματήσουμε;  Αυτό  εξαρτάται  μόνο  από  εμάς  τους  ίδιους  από  κανέναν  άλλο.  Ο  καθένας  μόνο  του  λοιπόν  μπορεί  να  βοηθήσει  τον  εαυτό  του. 
 Οι  αρνητικές  σκέψεις  μας  κάνουν  να  νιώθουμε  ταραγμένοι,  αγχωμένοι,  στεναχωρημένοι,  φοβισμένοι,  απογοητευμένοι…  Κάθε  αρνητική  σκέψη  μας  δημιουργεί  ένα  ή  περισσότερα  συναισθήματα,  τα  οποία  εξαρτώνται  από  το  περιεχόμενο  των  σκέψεων,  επομένως  είναι  αρνητικά  και  τα  συναισθήματα  που  βιώνουμε.  Οι  σκέψεις  και  οι  πεποιθήσεις  που  έχουμε  για  ένα  γεγονός  ή  για  μια  κατάσταση  μας  δημιουργεί  ένα  σύνολο  συναισθημάτων.
 Όταν  υπάρχουν  κάποια  γεγονότα  στη  ζωή  μας  που  μας  προκαλούν  αυτές  τις  αρνητικές  σκέψεις,  για  παράδειγμα  ένας  θάνατος,  μια  αρρώστια  στο  οικογενειακό  μας  περιβάλλον,  τότε  είναι  πιο  δύσκολο  να  βγάλουμε  από  το  μυαλό  όλες  αυτές  τις  αρνητικές  σκέψεις  που  έρχονται  συχνά.  Ωστόσο,  θα  πρέπει  να  προσπαθήσουμε  να  ξαναβρούμε  μια  εσωτερική  ισορροπία  διώχνοντας  τις  αρνητικές  σκέψεις.
 Πως  μπορούμε  να  αλλάξουμε  τις  αρνητικές  σκέψεις; 
Αρχικά  θα  πρέπει  να  τις  αναγνωρίσουμε  και  να  τις  καταγράψουμε,  έτσι  ώστε  να  μπορέσουμε  να  βρούμε  που  κάνουμε  λάθος  κατά  τη  διεργασία  της  σκέψης.  Μπορούμε  να  γράψουμε  σε  ένα  χαρτί  μια  σύντομη  περιγραφή  της  πραγματικής  κατάστασης  ή  του  προβλήματος  που  μας  ενοχλεί  καθώς  και  τα  αρνητικά  συναισθήματα  που  νιώσαμε.  Επίσης,  θα  πρέπει  να  γράψουμε  και  να  απαριθμήσουμε  κάθε  μία  από  τις  αυτόματες  αρνητικές  σκέψεις  που  μας  προκαλεί  το  συγκεκριμένο  γεγονός  ή  η  κατάσταση. 
 Αφού  καταγράψουμε  τις  αρνητικές  σκέψεις  και  αναγνωρίσουμε  τα  λάθη  στην  διεργασία  αυτών  των  σκέψεων  μπορούμε  να  ρωτήσουμε  τον  εαυτό  μας  πόσο  σίγουρος  είναι  ότι  αυτό  που  σκέφτεται  ισχύει  πραγματικά.  Όταν  αισθανόμαστε  άσχημα  συχνά  πιστεύουμε  ότι  τα  πράγματα  είναι  άσχημα  χωρίς  να  μπαίνουμε  στη  διαδικασία  να  εξετάζουμε  τα  δεδομένα  που  έχουμε.  Για  παράδειγμα,  ας  αναρωτηθούμε  «Πάντα  βλακείες  κάνω;  Είμαι  ένας  αποτυχημένος;». 
 Στην  αυτοκριτική  που  κάνουμε  δεν  αρκεί  το  να  είμαστε  πολύ  αυστηροί  με  τον  εαυτό  μας  θα  πρέπει  να  υπάρχει  και  μια  δόση  αλήθειας,  για  αυτό  καλύτερα  να  εστιάζουμε  στο  συγκεκριμένο  πρόβλημα  παρά  να  αρχίσουμε  να  κατηγορούμε  τον  εαυτό  μας.  Μήπως  έχουμε  μια  τάση  να  γενικεύουμε  αυτά  που  σκαφτόμαστε;  Αν  κάποιος  θεωρεί  τον  εαυτό  του  αποτυχημένο,  τότε  μπορεί  να  πείσει  τον  εαυτό  του  ότι  είναι  αποτυχημένος  σε  όλα  και  μπορεί  να  σκέφτεται  ότι  δεν  είναι  άξιος  να  έχει  την  αγάπη  των  άλλων,  ενώ  ο  τρόπος  συμπεριφοράς  του  τον  κάνει  να  επιβεβαιώνει  τις  σκέψεις  του. 
 Όταν  είμαστε  έντονα  αυτοκριτικοί  με  τον  εαυτό  μας  ας  αναρωτηθούμε  «εάν  είχα  έναν  κολλητό  φίλο  ή  φίλη  που  μου  έμοιαζε  και  αντιμετώπιζε  ένα  παρόμοιο  πρόβλημα,  θα  του  έλεγα  αυτό  που  λέω  στον  εαυτό  μου;»  Πολύ  συχνά  είμαστε  πολύ  αυστηροί  με  τον  εαυτό  μας  σε  σχέση  με  τους  άλλους  ανθρώπους.  Η  απάντησή  μας  σχετικά  με  την  αυστηρότητα  μπορεί  να  είναι  ότι  έχουμε  υψηλούς  στόχους  και  τις  σταθερές  για  τον  εαυτό  μας.  Με  τα  αρνητικά  όμως  σχόλια  πόσο  μπορούμε  να  ενθαρρύνουμε  τον  εαυτό  μας,  άραγε  θα  τα  χρησιμοποιούσαμε  για  να  ενισχύσουμε  τον  κολλητό  φίλο  μας;  Ας  σταματήσουμε  να  λειτουργούμε  με  δύο  μέτρα  και  δύο  σταθμά.  Όταν  κάνουμε  μια  αρνητική  σκέψη  ας  ρωτήσουμε  τον  εαυτό  μας  ‘Μήπως  βλέπω  τα  πράγματα  μόνο  άσπρα  ή  μόνο  μαύρα;’  Υπάρχουν  μόνο  δύο  περιπτώσεις;  Ή  θα  είμαι  εντελώς  πετυχημένος  ή  εντελώς  αποτυχημένος;  Μια  τέτοια  σκέψη  μπορεί  να  μας  οδηγήσει  σε  άγχος,  πανικό,  κατάθλιψη,  ενοχή,  κατωτερότητα,  απελπισία,  τελειομανία,  θυμό  ή  απελπισία. 
 Όταν  αισθανόμαστε  άσχημα  μπορούμε  να  παρατηρήσουμε  μήπως  λέμε  στον  εαυτό  μας  ‘Θα  ‘πρεπε  να  κάνω  εκείνο’  ή  ‘Δεν  θα  ‘πρεπε  να  κάνω  εκείνο’.  Τα  ‘πρέπει’  μπορούμε  να  τα  αντικαταστήσουμε  με  φράσεις  ‘θα  ήταν  καλύτερο’  ή  ‘θα  ήταν  προτιμότερο’.  Πρόκειται  για  μια  πολύ  λεπτή  αλλαγή  που  μπορεί  όμως  να  είναι  αποτελεσματική.  Βασική  συνέπεια  είναι  ότι  σταματούμε  να  είμαστε  έντονα  αυταρχικοί  και  επικριτικοί  με  τον  εαυτό  μας.  Τα  διάφορα  'πρέπει'  θυμίζουν  τιμωρία,  κάποιος  μας  υποχρεώνει  να  κάνουμε  κάτι  χωρίς  την  θέλησή  μας.  Αυτό  φυσιολογικά  ξυπνά  μέσα  μας  μια  επαναστατική  διάθεση:  Θέλουμε  να  αντισταθούμε  στο  πρέπει,  να  πάμε  κόντρα.  Βοηθητικό  είναι  επίσης  αντί  να  ψάχνουμε  διαρκώς  να  βρούμε  τα  αίτια  στον  εαυτό  μας  και  στα  αρνητικά  στοιχεία  που  έχει  να  προσπαθήσουμε  να  βρούμε  και  άλλα  αίτια  που  προκαλούν  ένα  πρόβλημα.  Επίσης,  για  κάθε  αρνητική  σκέψη  ας  αναλογιστούμε  το  κόστος  και  τα  οφέλη  που  έχει  για  τον  εαυτό  μας. 
 Όταν  κάθε  φορά  που  μένουμε  μόνοι  μας  έρχονται  στο  μυαλό  μας  διάφορες  αρνητικές  σκέψεις  τότε  θα  πρέπει  να  προσπαθούμε  να  τις  σταματήσουμε.  Πως  μπορούμε  να  το  κάνουμε  αυτό;  Πολλές  σκέψεις  έρχονται  αυτόματα  και  είναι  δύσκολο  να  τις  σταματήσουμε,  όμως  αυτό  μπορούμε  να  το  κάνουμε  αντικαθιστώντας  τις  αρνητικές  σκέψεις  με  άλλες  σκέψεις.  Ας  σκεφτούμε  κάτι  ευχάριστο,  κάτι  που  μας  ικανοποιεί,  ας  φέρουμε  στο  μυαλό  μας  Γενικά,  στόχος  είναι  να  απασχολήσουμε  το  μυαλό  μας  με  κάτι  άλλο,  ώστε  να  σταματήσουν  οι  αρνητικές  σκέψεις  που  δεν  οδηγούν  πουθενά.  Κι  ας  προσπαθήσουμε  να  εστιάζουμε  περισσότερο  στα  θετικά  παρά  στα  αρνητικά  που  μας  συμβαίνουν,  ας  κρατάμε  τα  θετικά  στοιχεία  των  καταστάσεων  γύρω  μας  και  ας  προσπαθούμε  ακόμη  και  στα  αρνητικά  να  βρίσκουμε  τις  θετικές  τους  όψεις.     


Παπαδοπούλου  Ελένη-  Ψυχολόγος, MSc

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

Το αίσθημα της ενοχής

Είναι χρήσιμες οι ενοχές; Μήπως νιώθουμε περισσότερες ενοχές από όσες αντέχουμε;
 
Πολλές  φορές  βασανίζουμε  τη  σκέψη  μας  και  το  μυαλό  μας  γιατί  είπαμε  κάτι  που  δεν  έπρεπε  ή  γιατί  κάναμε  ή  αποφύγαμε  να  κάνουμε  μια  πράξη,  ή  γιατί  επιλέξαμε  να  εμπλακούμε  σε  μια  κατάσταση.  Μετανιώνουμε  για  αυτό  που  κάναμε,  αγχωνόμαστε  και  γεμίζουμε  το  μυαλό  μας  με  σκέψεις  και  ενοχές.  Ενοχές  μπορεί  να  νιώσουμε  και  όταν  πράττουμε  κάτι  που  είναι  αποτέλεσμα  σύγκρουσης  ανάμεσα  στους  ηθικούς  κανόνες  και  τις  επιθυμίες  μας.  Τι  θα  υπερισχύσει  και  πως  τελικά  βιώνουμε  αυτή  τη  σύγκρουση;  Νιώθουμε  πάντα  καλά  όταν  επιλέγουμε  αυτό  που  εμείς  επιθυμούμε  ή  κάποιες  φορές  οι  ενοχές  υπερισχύουν  της  ικανοποίησης  που  λαμβάνουμε;
Πρόκειται  για  συναισθήματα  που  μπορεί  να  νιώσει  ο  καθένας  σε  ορισμένες  φάσεις  της  ζωής  του.  Το  πρόβλημα  είναι  τι  γίνεται  όταν  διαρκώς  βάζουμε  τον  εαυτό  μας  σε  μια  κατάσταση  να  μετανιώνει  για  αυτά  που  έκανε  ή  δεν  έκανε  και  να  προσπαθεί  να  βρει  εναλλακτικές  λύσεις.  Όταν  νιώθουμε  συχνά  ενοχές  αυτό  που  σίγουρα  καταφέρνουμε  είναι  να  βάζουμε  τον  εαυτό  μας  σε  έντονη  δοκιμασία  και  να  κάνουμε  κακό  στην  ψυχική  μας  υγεία  και  ισορροπία.  Οι  ενοχές,  όπως  και  κάθε  συναίσθημα,  είναι  χρήσιμο  να  υπάρχει  αρκεί  να  μην  επικρατεί  στη  ζωή  μας.  Το  ερώτημα  είναι  χρησιμεύουν  σε  τίποτα  οι  ενοχές;
Όταν  νιώθουμε  ενοχές,  ουσιαστικά  νιώθουμε  ένα  βάρος  στη  συνείδησή  μας  για  κάτι  που  κάναμε,  είπαμε,  υποσχεθήκαμε,  αποφασίσαμε,  ενώ  κατά  βάθος  δεν  ήμασταν  σίγουροι  για  αυτό  ή  αναγκαστήκαμε  να  το  κάνουμε  ή  επιλέξαμε  να  μην  το  κάνουμε  γιατί  δεν  θέλαμε,  όμως  σκεφτόμαστε  πως  θα  το  εκλάβει  ο  άλλους.  Αυτό  μπορεί  να  συμβεί  σε  όλους,  πολλές  φορές  ακούσια,  άρα  δεν  είναι  ανάγκη  να  δίνουμε  πάντα  την  ίδια  προσοχή  και  βαρύτητα.  Είναι  πολλοί  οι  παράγοντες  που  επιδρούν  στη  συνείδηση  του  ανθρώπου,  άλλοι  σωστοί  και  δικαιολογημένοι  και  άλλοι  υπερβολικοί  και  απαράδεκτοι.
Μέχρι  ένα  βαθμό  οι  ενοχές  είναι  χρήσιμες  γιατί  μας  επιτρέπουν  να  αναρωτηθούμε  για  πράξεις,  λόγια  ή  σκέψεις  μας  λαμβάνοντας  ταυτόχρονα  υπόψη  και  το  πώς  νιώθει  ο  άλλος.  Η  ενοχή  μπορεί  να  μας  ενεργοποιήσει  ώστε  να  βελτιώσουμε  τον  εαυτό  μας  ή  τη  συμπεριφορά  μας  απέναντι  στους  άλλους.  Το  να  παραμένουμε  απλά  στις  ενοχές  και  τις  τύψεις,  χωρίς  να  παίρνουμε  την  απόφαση  για  δράση,  δεν  μας  βοηθάει  σε  κάτι.  Το  ζήτημα  είναι  να  αναγνωρίσουμε  τι  έχουμε  κάνει  και  να  προσπαθήσουμε  να  το  βελτιώσουμε,  αφήνοντας  στη  συνέχεια  και  τις  ενοχές.  Δεν  μας  βοηθάει  να  ζούμε  διαρκώς  με  ενοχές  για  διάφορα  πράγματα.  Οι  ενοχές  δεν  μας  αφήνουν  να  ηρεμήσουμε,  να  τα  βρούμε  με  τον  εαυτό  μας,  να  αποδεχτούμε  ότι  έχουμε  κάνει.
Όταν  έχουμε  διαρκώς  την  τάση  να  νιώθουμε  ενοχές  μπορεί  να  καταλήξουμε  να  βρισκόμαστε  σε  μια  διαρκή  αγωνία  και  ανησυχία.  Μήπως  νιώθουμε  υπερβολικά  υπεύθυνοι  για  τα  πάντα  και  συνεχώς  προσπαθούμε  να  κάνουμε  το  σωστό;  Αν  αναλώσουμε  τις  σκέψεις  και  τον  εαυτό  μας  μόνο  στις  ενοχές  που  βιώνουμε  τότε  μπορεί  να  γίνουμε  πολύ  παθητικοί  και  αδύναμοι  απέναντι  στις  καταστάσεις,  χωρίς  να  μπορούμε  να  πάρουμε  καμία  πρωτοβουλία.  Επίσης,  για  να  αποφύγουμε  το  αίσθημα  της  ενοχής  και  να  νιώθουμε  καλά  μ  τον  εαυτό  μας  μπορεί  εύκολα  να  ανταποκρινόμαστε  στις  προθέσεις  και  στα  θέλω  των  άλλων.  Πριν  αφήσουμε  όμως  τους  άλλους  να  ‘εκμεταλλευτούν’  τις  ενοχές  που  νιώθουμε  και  καταπατούν  διαρκώς  τα  όρια  μας,  ας  βρούμε  κι  ας  καθορίσουμε  αυτά  τα  όρια.  Δεν  φταίνε  οι  άλλοι  που  μας  ‘εκμεταλλεύονται’,  φταίμε  εμείς  που  τους  αφήνουμε…
Παπαδοπούλου  Ελένη-  Ψυχολόγος